Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοβιογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοβιογραφικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Χαράλαμπος Νικολής: πρώτος στην Οδοντιατρική Αθηνών!

Ο Χαραλαμπίκος με τον μητρικό παππού, Μιλτιάδη Φάκκο, οδοντίατρο και διατελέσαντα ευδοκίμως δήμαρχο Κω. 

Δεν σκόπευα να κάνω ειδική μνεία. Είναι πέντε τα ανίψια μου, και για το καθένα η δική μου διακριτή, που θέλω να είναι και διακριτική αγάπη. Ούτε είναι ο Χαράλαμπος του Λάμπρου ο πρώτος που αριστεύει. Και η Μαρία και ο Χαράλαμπος του Θανάση, και η Άννη, η μεγαλύτερη του Λάμπρου. Και έσχατος, πλην λυκειόπαις ακόμη, ο Μιλτιάδης, επίσης του Λάμπρου, δείχνει κι αυτός εξίσου πολλά υποσχόμενος.

Με τον πρόσφατα πρωτεύσαντα, ας πούμε πως είχα μία προσωπική εμπλοκή, μα όχι γι’ αυτήν, ή μάλλον εξαιτίας της ο Λάμπρος θα μου ’στελνε την παραπάνω φωτογραφία, κι ύστερα πώς να μη σημειώσω κάτι. Όταν κατηγορηματικά μού δήλωσε θέλω μόνο οδοντιατρική, τέσσερις γενιές πίσω στη μητρική του οικογένεια οδοντίατροι (ο παππεπίπαππος πρακτικός, σπουδασμένοι από τον προπάππου, τον παππού, τη μαμά και τον θείο), με το άγχος μην έχει τη δική μου ταλαιπωρία (αλλαγή σπουδών και ξανά πανελλήνιες) τον ρώτησα πώς τα πάει με το οδοντιατρείο της μαμάς, αν το επισκέπτεται. Ο λόγος, προσωπικά, δεν είχα αναρωτηθεί γιατί δεν πάταγα ποτέ το πόδι μου στο νοσοκομείο να βρω τον μπαμπά επί το έργο του –και παρεμπιπτόντως, χρόνια αργότερα θα άκουγα τον σπουδαίο χειρουργό Γιώργο Πέρο να μου τονίζει πως σαν παιδί και έφηβος δεν έβγαινε να παίξει, προτιμούσε να παραστέκει στον αείμνηστο πατέρα του στο τραπέζι του χειρουργείου του. Μα, μου απαντάει ο Χαράλαμπος, ήδη μου αρέσει να παρακολουθώ τον παππού ή τη μαμά, να είμαι μαζί τους στο γιατρείο.

Δεν είναι μόνο άριστος μαθητής, ευφυής και μεθοδικός, είναι και πολύ καλό παιδί. Την τύχη μας τη φτιάχνουμε εν πολλοίς μόνοι, Χαράλαμπε, αλλά και όσο δεν θα εξαρτάται από σένα, μακάρι να είναι καλή μαζί σου. Το αξίζεις!

 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στη Μασσαλία (της Γαλλίας και) της Μεσογείου.

Ορισμένες εικόνες του λιμανιού της, ίσως από ντοκιμαντέρ, μα όπως τις αρχειοθετεί η φαντασία, εικόνες μεγάλου λιμανιού της Μεσογείου, και δη του 19ου ή των αρχών του 20ού, σαν να λέμε στην καρδιά του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, ο λόγος που συγκατέλεγα τη Μασσαλία στα ταξιδιωτικά μου σχέδια. Επίσης, από ντοκιμαντέρ σίγουρα, η παροικία των Καλυμνίων, ακόμη και μια αδιόρατη συσχέτιση του ιπποτικού τάγματος των Ιωαννιτών με την κοντινή παπική Αβινιόν των αρχών του 14ου αιώνα.

Ο φιλελληνισμός των Γάλλων: Μασσαλία αποικία ελληνική.

Η Μεσόγειος διατρέχει περίπου ως υπερ-πατρίδα όσους ζούμε στις ακτές της. Εικόνες, τρόποι της ζωής, προϊόντα της γης, γεύσεις, κάθε λίγο κι ένα ξάφνιασμα οικειότητας. Κακώς δεν τα φωτογράφισα στα καφάσια των μανάβικων: τα μεγάλα πρώιμα μαύρα σύκα, που εμείς εδώ τα λέμε (σ’ ένα νησάκι τόσο δα, και ήδη με δύο ονομασίες) μπουρνοφίδες ή αμπρολιθίες, –γκουγκλάροντας τα βρίσκω αμπουρκούνες στη Χίο, μπούκνες και αρπκούνες στη Σάμο, όπου μάλιστα θαρρούν ότι ευδοκιμούν κυρίως στο νησί τους! Νόστιμες και ώριμες μπουρνοφίδες σαν μόλις κομμένες απ’ το δέντρο –διαθέτω μπουρνοφιδιά στον κήπο–, λοιπόν, στη Μασσαλία και στις πέριξ μικρότερες πόλεις. 

 

Οι κοινότητες των μουσουλμάνων της Βόρειας Αφρικής και Εγγύς ή Μέσης Ανατολής κυριαρχούν στις γειτονιές του παλιού λιμανιού (όπου κλάμα μωρού ή τσιρίδα παιδιού, μαντήλα, κι όπου τεστοστερόνη και υποψία ερωτισμού, μουσουλμανικό μούσι), παράλληλα, εννοείται, με τα ντονέρ κεμπάπ, τα σιροπιαστά της Τυνησίας ή τα λιβανέζικα παγωτά από σαλέπι (παγωτό ταχίνι, ροδόνερο, ανθόνερο κ.τ.ό.), –στην επιστροφή για Κω αγόρασα από Ευριπίδου μπόλικο σαλέπι –μετά τις προπέρσινες σικελικές γρανίτες, νέο κεφάλαιο, τα παγωτά με μαστιχωτή υφή! Και ήδη σήμερα το πρώτο, με γεύση ροδόνερο (μαζί με τα ξυλάκια-παγωτό με πούλπα γκουάβας, οι γκουάβες επίσης απ' τον κήπο, κι επικάλυψη λευκής σοκολάτας). 


 

Και με ορμητήριο τη Μασσαλία, στην Αιξ-αν-προβάνς, με την επιβλητική οδό Μιραμπό, και κάτι φούρνους (boulangeries) απίθανους, στην Αβινιόν με το παπικό παλάτι, στην Αρλ με το αναστυλωμένο αμφιθέατρο, και στην Κυανή Ακτή (τι ευφημισμός, τι άθλιες θάλασσες!), στις περιώνυμες Κάννες (μόνο εδώ Νεοέλληνες), στην Αντίμπ του Νίκου Καζαντζάκη, στη Νίκαια, στη Nice la Belle, την όντως (και δη πολύ) όμορφη πόλη.

Αβινιόν, στο Παλάτι του Πάπα.  

Στην Κρουαζέτ -των Καννών, ασφαλώς. 

Στη Μασσαλία καθοδόν προς την παραλία του Πράντο η στάση Ροδοκανάκη, απ’ τη χιώτικη εφοπλιστική οικογένεια απ’ όπου βάσταγε και η Κορνηλία (Ροδοκανάκη), η μάνα του Εμμανουήλ Ροΐδη, στις Κάννες η οδός Βενιζέλου, στην Αντίμπ η πλατειούλα η αφιερωμένη στην εκεί διαμονή του Καζαντζάκη –η Αντίμπ, παραθαλάσσια καστροπολιτεία, θυμίζει, εξιδανικευμένο βέβαια, το Ηράκλειο.

Στην Αντίμπ του Καζαντζάκη.

Όλα ωραία. Οικεία ως ένα σημείο. Μπορεί να φταίει και η ηλικία πια. Η οικειότητα είχε όριο. Αναρωτήθηκα, και η απάντηση, με καθυστέρηση η αλήθεια, έφτασε μάλλον αρνητική: θα μπορούσα να ζήσω εδώ πέρα; Στα μέρη που αγάπησα (και κόλλησα) –μα είχα και το ηλικιακό περιθώριο ακόμη–, Ρόδος, Πάτμος, Κρήτη, Πορτογαλία / Λισαβόνα, Νάπολη, Σικελία, περίσσευε πάντως η ερώτηση. Βυθιζόμουν σ' ό,τι μού φάνταζε οικείο, στο φαντασιακό μου γίνονταν εκδοχές ή επεκτάσεις της πόλης και του νησιού μου.

Γι’ αυτό ταξιδεύω, όποτε ταξιδεύω, για να μεγαλώνω την Κω∙ για ν’ αμβλύνω το κύριο μειονέκτημά της, που είναι μικρή.

 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Είκοσι χρόνια άκαπνος…


Γιορτάζω ετησίως τρεις επετείους: 19 Αυγούστου 1960, 2 Μαΐου 1981, 10 Ιουνίου 2006. Την τελευταία την ονομάζω και τσιγαρογενέθλια, τουτέστιν τα νέα, δεύτερα γενέθλια αφότου έκοψα το κάπνισμα. Φέτος των είκοσι χρόνων. Είκοσι ολόκληρα χρόνια άκαπνος ή πιο σωστά, καθαρός από τσιγάρο. Είμαστε χαρακτήρες οι καπνιστές, η εξάρτηση καραδοκεί, το ξέρω καλά, θ’ αρκούσε ένα μόνο… τσιγαράκι, μην πω και μία τζούρα, για να ξανακυλήσω…

Την προηγουμένη, 9 Ιουνίου του 2006, έμπαινα για άλλο λόγο στο φαρμακείο της Σικίνου το κοντινότερο στο σπίτι της Αθήνας, η Ράνια Ζερμπίνη, η καλή φαρμακοποιός, συνταξιούχος πλέον, εξυπηρετούσε κάποιον, κάτι τού έδινε που μού φάνηκε σχετικό με τη λέξη νικοτίνη, είδε μάλλον την περιέργειά μου, μου έκανε νεύμα να μη μιλήσω, σαν μείναμε οι δυο μας, αρπάζει απ’ το ράφι ένα κουτί τσίχλες νικορέτ, σ’ τις χαρίζω, μου λέει επιθετικά, μπαίνεις στο μαγαζί και βρομάς τσιγαρίλα, ανήκα στους θεριακλήδες των δύο πακέτων ημερησίως, μόνο που δεν θα τη μασάς συνεχώς, βάζεις μία τσίχλα στο στόμα για δύο ώρες, την κρατάς πίσω στα ούλα, τη φέρνεις μπροστά κάθε τέταρτο-είκοσι λεπτά, ένα δάγκωμα αρκεί, ισοδυναμεί με δύο-τρία τσιγάρα σε νικοτίνη, αν μένεις ξύπνιος δεκαέξι ώρες, το σύνολο οκτώ τσίχλες τη μέρα.

Ανήμερα, 10 Ιουνίου, πετούσα για Λισαβόνα. Τα αεροπορικά μού προκαλούσαν τρελό άγχος, έκανα συνήθως μισό πακέτο πριν την πτήση. Εκείνο το πρωί μαζί με τον καφέ δοκίμασα την πρώτη τσίχλα –μου φάνηκε υποκαθιστούσε πλήρως το τσιγάρο. Στον ταξιτζή για το αεροδρόμιο, γνώριμο, είπα, Σταύρο, εσύ κάπνιζε-δεν με πειράζει, εγώ το ’κοψα. Άντε, με κελαρυστό γελάκι, πότε; Πριν από μισή ώρα. Γέλασε με την ψυχή του. Και, μόλο που αναρωτήθηκα στο αεροδρόμιο μήπως το παράκανα, άντεξα, δεν άναψα. Εννοείται καλού-κακού κουβάλαγα μαζί μου τις κούτες τα BF light (που κάπνιζα τότε και δεν θα ’βρισκα το εικοσαήμερο στην Πορτογαλία), να πω επίσης θα διένυα το πιο ατάραχο πολύωρο αεροπορικό μου, καθώς χάρη στη νικορέτ δεν μου έλειψε στη διάρκεια της πτήσης η νικοτίνη. 

 

Ένα εικοσιτετράωρο δίχως τσιγάρο! Απορία και ενθουσιασμός. Εγώ;! Ακόμα θυμάμαι την υπερένταση στο πρωινό του ξενοδοχείου. Δεύτερο εικοσιτετράωρο στην αγαπημένη πόλη την επτάλοφη, όπου παλιά (το 2006, έκτη από τις δώδεκα σερί χρονιές) δεν προλάβαινα να τελειώσω το τσιγάρο, ξανάρχιζε ανηφόρα, τώρα τις ανέβαινα, «Εγώ εδώ κανονικά βήχω!» –η πρώτη νικηφόρα ιαχή.

Οι τσίχλες έβαιναν μειούμενες, τις χρειάστηκα συνολικά για είκοσι μέρες, τις τρεις τελευταίες μάσαγα μία μόνο, το βράδυ, και ήδη τα οφέλη ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία: στο γυμναστήριο στον διάδρομο έφτασα και τη μία ολόκληρη ώρα τρέξιμο, εγώ που γύρω στα δώδεκα λεπτά ήμουνα όλο γκούχου γκούχου, ανέβαινα-κατέβαινα σκάλες με πρωτόγνωρη ευεξία, κοιμόμουν καλύτερα, άλλαξε το χρώμα και η υφή του δέρματος, άκουγα συχνά, τι έκανες, Νικολή, στη μούρη σου, εσύ κάτι έκανες, κάθε σωματική (και η σεξουαλική) επίδοση αισθητά βελτιωμένη, η μνήμη στο γράψιμο δυο και τρεις φορές πιο ενεργή, επιπλέον γιατί δεν είχα περάσει στερητικό, πήρα μόνο γύρω στα τέσσερα κιλά, προφανώς απ’ την αλλαγή του μεταβολισμού. Δεν το είχα ανάγκη πια, η αλήθεια εντούτοις στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών κάθε που έβλεπα κάποιον να το ανάβει, σκεφτόμουν, οκ, δεν το αποζητώ, αλλά έχει απόλαυση το μαλακισμένο, για ακόμη έξι, καθημερινά σταθερά λιγότερο, πάντως το ανακαλούσα σαν κάτι ευχάριστο, στον χρόνο πάνω, ωστόσο, το ξέχασα. Πια δεν καταλάβαινα τι ακριβώς απολαμβάνει ένας καπνιστής, έκανα μάλιστα τη σκέψη, αν μου πούνε τώρα οι γιατροί μού μείνανε έξι μήνες ζωής, δεν το ξαναρχίζω, για ποιο λόγο να τους ζήσω λιγότερο ποιοτικά.

Έκτοτε, όπως εδώ τώρα, δεν χάνω ευκαιρία να αφηγούμαι την απεξάρτησή μου, τη μεγάλη μου οφειλή στη Ράνια Ζερμπίνη και στη nicorette, κυρίως γιατί ίσαμε τότε κανείς δεν μου απαριθμούσε τα θετικά, αντίθετα όλοι τους τα αρνητικά, πόσο επιζήμιο στην υγεία το κάπνισμα∙ δεν υπάρχει πιο λάθος τακτική, τίποτε δεν στέλνει πίσω στο τσιγάρο έναν καπνιστή όσο το άγχος και ο φόβος του θανάτου. Το κάπνισμα νικιέται απ’ αυτό που δεν είναι πραγματικά: από τη χαρά της ζωής, την καθαρή ανάσα, τη σωματική και πνευματική ευεξία.

Πέρασαν τα χρόνια και στο σταυροδρόμι Σικίνου και Λένας Καραγιάννη, πάλι στην Αθήνα, ακούω να με φωνάζει ένας εβδομήντα-φεύγα, «Έι, εσύ δεν είσαι ο ανιψιός του Χατζημάρκου», του αδερφού της μαμάς στον τρίτο, δεν θυμόταν το όνομά μου, μου απευθυνόταν ο κυρ-Δημήτρης, σαν τον αναγνώρισα, ο υδραυλικός της πολυκατοικίας μας, «έλα και μ’ έχει φάει η γυναίκα μου, σε ψάχνει, τότε που μου ’λεγες για τη νικορέτ» –ενώ κάτι μου’ φτιαχνε στον νεροχύτη της κουζίνας–, «πήγα την αγόρασα, το ’κοψα, σωθήκαμε, η γυναίκα μου όποτε το θυμηθεί, βρες εκείνον τον καλό άνθρωπο να του μαγειρέψω όπως δεν μαγείρεψα σε κανέναν!»

Κι ένα τελευταίο: η ενδυνάμωση. Εμπεδώνεις αυτοπεποίθηση, αυτοκυριαρχία. Ύστερα μπορείς να επιβληθείς και σ’ άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα. Ούτε μια, ούτε δυο φορές που μονολόγησα: Εδώ τα κατάφερα με το κωλοτσίγαρο, μ’ αυτή τη μιζέρια ή σ’ αυτό τον μαλάκα θα κωλώσω...       

 

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το Ευαγγέλιο στη γλώσσα του Ομήρου και ο Κώος πρωτοψάλτης Γιώργος Σακέλλης.

 

Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…

Δεν θυμάμαι ποια πρώτη χρονιά με έπεισαν, κάποιος με παρακίνησε, να μη χάσω στις τρεις το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα τον Εσπερινό της Αγάπης στο Μεγάλο Μοναστήρι. Προερχόμουν λόγω πατρός από αριστερή οικογένεια, δεν είχα και ιδιαίτερη σχέση με λειτουργίες και τα συναφή. Σύχναζα στα πατινιώτικα εκκλησάκια, στο μεγάλο αντρικό, στο μικρό γυναικείο της Χώρας, στην Αποκάλυψη, ενίοτε και σε ενοριακούς ναούς, από γλωσσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, έλεγα η Χώρα της Πάτμου εκτός που είναι γνησίως πιο αστική κι απ’ το Παρίσι –και μα τον Θεό, το εννοούσα–, στα μοναστηράκια της πρώτον μιλιέται η ελληνική, δεύτερον ευφραίνονται τα ώτα περισσότερο από τις όποιες μουσικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο, φράση με την οποία επίσης κυριολεκτούσα. Φτάνω, λοιπόν, και κάπως καθυστερημένος, πήχτρα ο κόσμος, παρακολουθούσα από το προαύλιο του καθολικού. Τι δοξαστική έξαρση, τι αναστάσιμος ενθουσιασμός σε ύμνους σαν το Φς λαρν γίας δόξης ή Τίς Θες μέγας, ύστερα το Ευαγγέλιο της μέρας, αυτό που διαβάζεται και σε ξένες γλώσσες, κάτι θυμόμουν από την παιδική μου Αγία Παρασκευή της Κω, εκεί όπου όλοι οι ιερείς της πόλης, όμως γύρω στις έντεκα πριν από το μεσημέρι, τελούν τον αντίστοιχο Εσπερινό, κι ενώ περιμένω την απόλυση, αίφνης κατακλύζει τ’ αυτιά μου, μα τι ήταν αυτό, άρχισα να στριφογυρίζω, ποιος ύμνος ή τι έψαλλαν, δεν διέκρινα από την ψαλμωδία παρά μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις, δεν θυμάμαι άλλοτε τον εαυτό μου σε τέτοια κατάσταση μεταρσίωσης και απορίας. Κάποιος απ’ την κοινότητα των Αθηναίων μονίμων επισκεπτών του νησιού απάντησε στην τρελή απορία του μούτρου μου, επρόκειτο για την απόδοση του Ευαγγελίου της ημέρας στη γλώσσα και στο μέτρο του Ομήρου, αγιορείτικη απόπειρα του δέκατου όγδοου αιώνα, ψαλλόταν στην Πάτμο και σε πολύ λίγους ναούς πέρα από το Όρος. Από εκείνο το Πάσχα, μέχρι να συμπληρώσω τη δωδεκαετία, δεν έχασα κανέναν πατινιώτη Εσπερινό της Αγάπης, κι αποτελούσε την κορύφωση, όντως την πιο μεγάλη ώρα στην αντίληψή μου του ετήσιου κύκλου.

Κι αφότου με το πλήρωμα του χρόνου ξέκοψα απ’ την Πάτμο, και για μικρό διάστημα… εκκλησιαζόμουν στην ενορία μου της Κω ή αλλού, κατέληξα να λέω, αν μάθεις σε μέλη και τελετουργίες βυζαντινές, το να βρεθείς σε όποιες λαϊκές ενορίες ύστερα, είναι περίπου σαν αυτόν που συνήθισε τα σαιξπηρικά έργα στο Όλντ Βικ (Old Vic) θέατρο, κι έπειτα τα ψάχνει σε επαρχιακούς ερασιτεχνικούς θιάσους –μα τον Θεό, και πάλι δεν υπερέβαλλα. 

Τα χρόνια, μην πω οι δεκαετίες κύλησαν, κάποτε μυήθηκα και στο χειμερινό κολύμπι, στον κολπίσκο των χειμερινών εδώ στην Κω πρωτοστατεί, άτυπος επίτιμος πρόεδρός μας, περασμένα ογδόντα, όμως ευσταλής, προσηνής, με το γέλιο και τον καλό λόγο μπροστά μπροστά, ο πρωτοψάλτης και καθηγητής της μουσικής Γιώργος Σακέλλης. Εκείνος με ήξερε, εννοώ με την ιδιότητα του συγγραφέα, και σε κάθε ευκαιρία στο νερό ή στην παραλία μού έψαλλε έναν-δυο στίχους, μαζί με την πρόσκληση, να πάω στην εκκλησία να τον ακούσω. Φτωχόπαιδο απ’ το χωριό Αντιμάχεια, τον είχανε στείλει οι δικοί του, καθώς και καλλίφωνος, στην Πατμιάδα. Σπούδασε τη βυζαντινή μουσική, χρόνια διακεκριμένος πρωτοψάλτης στην Αθήνα, παράλληλα καθηγητής μουσικής σε πρότυπα καλά σχολεία, εντούτοις δεν άντεξε στη μεγαλούπολη για πάρα πολύ, πήρε την οικογένειά του, κατεβήκανε στο νησί –ένας σοβαρός λόγος, η θάλασσα, ισχυρίζεται, και κανείς απ’ τους χειμερινούς εδώ δεν θα διανοούνταν να αμφισβητήσει το κίνητρό του αυτό.

Υπόσχεση στην υπόσχεση, κάποτε κίνησα, ένα κυριακάτικο πρωινό άναβα το κεράκι μου στον μητροπολιτικό Άγιο Νικόλαο, –ενορία του πατρικού, εκεί με βάφτισαν, εκεί και η εξόδιος της μαμάς πριν από λίγους μήνες. Ο Γιώργος Σακέλλης, ψάλτης έξοχος, με όλη τη στιβαρότητα, αλλά και τα ημιτόνια, όμως και την ώριμη οικονομία ενός σπουδαίου καλλιτέχνη-ερμηνευτή. Θα του χρωστώ πάντοτε που συγκέρασε μέσα μου την Πάτμο με την Κω. Και όσο τίποτε εκείνο το πρωινό στον κολπίσκο μας, που δεν θυμάμαι με ποια αφορμή αναφέρθηκε το ηρωικό. Άρχισα να του μιλάω για την Πάτμο. «Μα το ψάλλουμε κι εμείς, από την εποχή της Πατμιάδας το ξέρω, τους το έχω διδάξει, το ψάλλουμε χορωδία οι ψάλτες όλοι μαζί!» «Αλήθεια, Γιώργο; Και το ψάλλετε από χρόνια;» ψέλλισα εμβρόντητος και αναλογιζόμενος τι έχανα. «Ε, βέβαια!» κατένευσε εκείνος. Έκτοτε, φέτος τρίτος συναπτός χρόνος και Εσπερινός της Αγάπης στην Αγία Παρασκευή, και το νιώθω χρέος μου μετά την απόλυση, να ευχηθώ στον υπέροχο μουσικό και συμπολίτη και συγκολυμβητή: «Να ’σαι γερός, Γιώργο μου, ο Θεός να σου δίνει δύναμη και πολλά πολλά χρόνια!» –που μόνο ο Θεός ξέρει πόσο σπάνια διατυπώνω τόσο πολύ ολόψυχα μια ευχή!