Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κηπολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κηπολόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

Λευτεράκης, ο ιαγουάρος του Ηρακλή.


Ο ΛΕΥΤΕΡΑΚΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΟΣ ΝΕΑΡΟΣ, ξανθωπός, και τώρα πια μ’ όλη του την ανάπτυξη και εύρωστος. Εμφανίστηκε στον κήπο το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου, τότε που ξεκίναγαν τα σύκα. Την εποχή των σύκων, για ένα δίμηνο περίπου, ξυπνάω με το πρώτο ομαδικό τερέτισμα των τζιτζίκων, συνήθως έξι και δέκα με έξι και είκοσι, με το χάραμα. Ντύνομαι πατόκορφα, και γάντια και καπέλο, αλλεργικός γαρ, παίρνω το καλάθι και τον γάντζο και κινώ. Φρόντισε να τον δω μια, να τον δω δυο, δεν με πλησίαζε κοντύτερα απ' τα πέντε μέτρα, σαν μόνο για να τον προσέξω. Το "Λευτέρης" έσκασε στα χείλη μου αυτόματα, δηλαδή με το που διέκρινα το φύλο του, είπα "γεια σου, Λευτέρη". Αυτός, αντίθετα, πάνε τρεις μήνες πια, μια φορά δεν αποκρίθηκε με ένα "νιάου", μ’ ένα παιχνιδιάρικο τάνυσμα ή πηδηματάκι, με κάτι. Μόνο με κοιτάζει. Θα τον αδικήσω να πω με υπολογισμό, πάντως με απλανές και δίχως ίχνος ικεσίας βλέμμα. Ένα πρωί σκαρφάλωνε στην ποτίστρα για τις γλάστρες σαν διψασμένος, είχα δει κάπου πως δίχως νερό οι γάτες δυσκολεύονται στο καθάρισμα της γούνας τους, του έβγαλα μπολάκι με καθαρό (της αντίστροφης ώσμωσης, γιατί, λέει, το χλώριο του νερού της βρύσης τούς βρομάει), περίμενε ν' απομακρυνθώ, ήπιε και ξεδίψασε. Αυθημερόν κιόλας του αγόρασα μεγάλη σακούλα κροκέτες, γατοτροφή. Το επόμενο πρωινό, δίπλα στο νερό, σε μικρότερο μπολάκι τού είχα και τροφή. Όπως και με το νερό, πήγε στο φαΐ, αφότου ξεμάκρυνα. 

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Με τέτοια φούλια...


...τύφλα να 'χουν οι γαρδένιες!

[Είχα σημειώσει σε παλιότερη ανάρτηση (Το φούλι το ινδικό και το φούλι το αφρικανικό): 

Το αφρικανικό φούλι -το λέμε εδωκάτω αφρικανικό για να το διακρίνουμε από το ινδικό- γκουγκλάροντας το βρίσκω σκέτο φούλι ή αραβικό γιασεμί ή γιασεμί του Σαμπάχ, ανθίζει σχεδόν όλο το καλοκαίρι, αμιλλάται στην ένταση του αρώματος τη γαρδένια, ενίοτε πιο δροσερό και διαπεραστικό, και είναι λέει αυτό απ' το οποίο δίνεται το άρωμα στο τσάι γιασεμί.]

 

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Αντίδωρο από τον κήπο.


(Τριαντάφυλλα στις αλκυονίδες και στο φως του απομεσήμερου.)

Για τις ευχές (τηλεφωνήματα ή sms, στον τοίχο ή στο inbox / fb) με την ευκαιρία της ονομαστικής μου γιορτής, πολλά και θερμά τα ευχαριστώ προς όλους. 

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

9/11/2021, 3η δόση εμβολιασμού.


Πάει και η τρίτη, -καλύτερα όσοι καταγινόμαστε με τη γλώσσα να τη λέμε: η αναμνηστική δόση. 


Με αντάμειψα ξανά με γλυκάκι: μηλόπιτα με κρέμα γιαουρτιού μαζί με μία μπάλα παγωτό καβάφα, όλα (και το βύσσινο) του σπιτιού εννοείται (είχα αρθρογραφήσει σχετικά όταν ταξίδεψα στη Λέρο, ν' αγοράσω από φυτώριο εκεί το δενδρύλλιο της γκουάβα των Αιγυπτίων / καβάφας όπως το εξελλήνισαν οι Αιγυπτιώτες, Αιγυπτιώτης εκ Λέρου το 'φερε στο όμορφο νησάκι, έκτοτε εξαπλώθηκε, λογαριάζεται πλέον σχεδόν ενδημικό λεριώτικο).  



Καλή ανανέωση της ανοσίας, αδέρφια!

   

Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Άνοιξη δυο φορές.


Άνοιξη δυο φορές, εἰς διπλοῦν, δις. Δεύτερη άνοιξη στην πανδημία. Σαν παρατεταμένη διάλειψη, ένα κενό του νου που όμως μεγεθύνει τα πράγματα, παράλληλα βαθαίνει την εντύπωσή τους στη συνείδηση. Όλα φωτίζονται διπλά. 

Σύντομα τελειώνω και το τέταρτο κεφάλαιο (του ιστορικού μυθιστορήματος στο οποίο εντρυφώ με μικρά διαλείμματα από το 2015, και αδιαλείπτως από το 2018). Αφήνω τη Ρώμη του 152 μ.Χ. που, όπως το εκάστοτε κέντρο του κόσμου, είναι γεμάτη θορύβους, βρόμα, ὕβριν δίχως όρια, γεμάτη ζωή δηλαδή, κι αναχωρώ για την ήσυχη, την καταλαγιασμένη, την από αιώνες ήδη τότε επαρχιώτικη Αθήνα. Τα επόμενα τρία κεφάλαια θα είναι διαισθάνομαι ευκολότερα λόγω του μικρότερου φόρτου στα πραγματολογικά στοιχεία, πιστεύω μέχρι το τέλος του 2021 θα τα έχω ολοκληρώσει, συνολικά το πρώτο γράψιμο, και μέχρι το φθινόπωρο του 2022, αν είμαι καλά, και με τις διορθώσεις του το όλο μυθιστόρημα.

Εφεξής, επιτρέψτε μου, θα είμαι ακόμη πιο σπάνιος, και εδώ και αλλού. Πολύ λίγα, πάρα πολύ λίγα πέρα απ' τη λογοτεχνία μου, λιγότερα κι από όσα ίσαμε τώρα. Είναι μεγάλη κουβέντα το γιατί, δεν θέλω να την κάνω, είναι και ανώφελη. Άλλωστε έχω πολλή δουλειά, όχι γιατί με σκάζει μην ελεγχθώ για κάποια κακοτεχνία μου -σε χέρσες και στέρφες επικράτειες μοιραία δεν αξιολογείται τίποτε-, αλλά γιατί αν υπάρχει μία αξία να μεταρσιώσει είτε τον λογοτέχνη είτε τον αναγνώστη αυτή βρίσκεται εκεί όπου το καθετί τοποθετήθηκε με ακρίβεια στη θέση του, όπου και ο τελευταίος φθόγγος σημειώθηκε με άκρα οικονομία. 





Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα.


(Σπαθάκι ή πετειναράκι, άγρια γλαδιόλα σε παρτέρι του κήπου. Το απόσπασμα από "Το γυμναστήριο".)

(...) »Εγώ περπατούσα σκυφτή, αφαιρέθηκα, σε μονοπάτια σκιασμένα από φυλλώματα που πλέκονταν ψηλά σε πυκνές αψίδες. Άφησα τους άλλους στους υπολογισμούς τους, έκοβα κυκλάμινα στις άκρες των μονοπατιών και κάτι άλλα κρινάκια κοκκινωπά που θύμιζαν γλαδιόλες σε μικρογραφία. Τα σπαθάκια, αν έχεις υπόψη σου, τα πετειναράκια –που τα κρινάκια τους βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού; που γέρνουν προς τη μια πλευρά; Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα. Και τότε, σ’ έναν κολπίσκο με χλιαρό νερό, οι ατμοί να κυματίζουν πάνω από την πρασινωπή υγρή επιφάνεια –ξέρεις-, …να τοι, μια παρέα νεαροί αξιωματικοί, γυμνιστές. Εντελώς γυμνοί: ούτε μαγιό. Πέντε. Σίγουρα πέντε!»

Σταματάει, τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας της μόνο, αν ήτανε διαφανής. Εκείνος μένει ασάλευτος. Ύστερα, σαν γιατί δόθηκε κάποιο σύνθημα, λύνει την πετσέτα γύρω απ’ τη λεκάνη του -φοράει σλιπ-, σκουπίζει αυχένα – πλάτη, της χαμογελάει. Η Ράνια κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στις φλέβες που δένουν τους αστραγάλους του, το αίμα επιστρέφει στο πρόσωπο, στα μάγουλά της.

Όπως θα το ’λεγε αν ήτανε η μάνα του: «Φοράς το σλιπ σου».

«Αν θες, το βγάζω».

«Όχι! Να χαρείς, όχι! Άλλωστε, μη νομίζεις, τόση πολλή γύμνια δεν αντέχεται…» Χαμογελάει, «Πάντως, ωραίο το σλιπάκι σου. Μόνος σου τα πλένεις τα εσώρουχά σου; Στο χέρι;»

«Η μάνα τα πλένει».

«Ναι, μωρέ, πάντα το ξεχνάω ότι μένεις με τη μαμά σου… Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να σου πω: τίποτε πιο τρυφερό από έναν νεαρό εργένη που πλένει τα εσώρουχά του στο χέρι…» Τον χαζεύει. «Ωραίοι οι θωρακικοί, και οι δελτοειδείς, οι μύες σου… Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα σου… εσύ ολόκληρος δηλαδή…» χαμογελάει, «και η ανάσα σου ακόμα, γερή και ανάλαφρη…».  

Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

Πάει και το δεύτερο κεφάλαιο.


Παρά την κακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα λόγω της πανδημίας, ευτυχής στο γράψιμο όσο ποτέ, συνεχίζω το καινούργιο μου μυθιστόρημα, το ιστορικό. Νομίζω είναι όντως ό,τι πιο συναρπαστικό περιείχε ο κλήρος μου στη λογοτεχνία -ίσαμε τώρα τουλάχιστον. Πάει και το δεύτερο κεφάλαιο -εκτενέστερο απ' όσο το υπολόγιζα.
Έγινε ποτάμι πια και ρέει. Νομίζω απρόσκοπτα.
Συνέπεσε το τέλος του κεφαλαίου με την ανθοφορία, τη μεθυστική μυρωδιά από τις αγγελικούλες. Τι καλή ιδέα να τις φυτέψω κοντά στην αυλόπορτα. Στοιχείο μαγικής τελετουργικής εισόδου το άρωμά τους για φέτος · όποτε περνάω στις διορθώσεις απ' το δεύτερο κεφάλαιο, συνειρμικά θ' ανακαλώ τη μυρωδιά τους.


Γιάννης Τσαρούχης (1910–1989), τίτλος έργου (1961): αγγελικούλα.

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Ένα-δυο μυστικά.


Συμβαίνει στους κήπους, συμβαίνει νομίζω και στην τέχνη, στη λογοτεχνία.

Οι ντόπιες, οι εγκλιματισμένες ποικιλίες ή τα καταφρονεμένα άγρια της χλωρίδας, εξημερωμένα, κοσμούν πολύ καλύτερα τα παρτέρια μας. Αρκεί να τα ξαναδούμε με καινούργιο βλέμμα, να τα λαμπικάρουμε απ' τη συνήθεια και την κούραση, όπως -να πω- οι θεοί του Ομήρου καταχεύουσιν χάριν (περιχύνουν με χάρη) τους θνητούς για να τους κάνουν να δείχνουν νεότεροι ή και ωραιότεροι, πιο θελκτικοί κι εράσμιοι, πιο ερατεινοί τέλος πάντων, ή όπως οι λογοτέχνες, οι καλλιτέχνες εν γένει, μεταποιούμε την οικεία εμπειρία σε μύθους.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Με περίμεναν.


Επέστρεψα στο νησί προχτές. Δεν τα προλαβαίνω πάντοτε, συνήθως απουσιάζω τέτοιες μέρες, τις περισσότερες χρονιές τα βρίσκω μετά το πέρας της ανθοφορίας τους, με τα πέταλα ξερά. Τα νερακίζια όπως τα λέμε εδώ στο νησί, τους άγριους νάρκισσους, τα μανουσάκια αλλού.
Τα νερακίζια είναι οι πρώτοι βολβοί που ανθοφορούν στα μέρη μας, στις αλκυονίδες συχνότερα, προοιωνίζονται όπως κι εκείνες την άνοιξη.

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 24) Στην Πάτμο.


(Με τον αδελφό μου Λάμπρο, στη Χώρα της Πάτμου, αρχές δεκαετίας του '90.)

Πρωτοπήγα το φθινόπωρο του 1987. Μαζί με τα Ιεροσόλυμα ο αγαπημένος τόπος ταξιδιών της νονάς μου της Φροσύνης, ίσως γι’ αυτό θεωρούσα την Πάτμο, τόσο άδικα, προορισμό θρησκευτικού τουρισμού. Πήγα για ένα Σαββατοκύριακο και μάλιστα στο σπίτι της Γεωργίας Οικονόμου στη Χώρα, εκεί όπου συστηματικά κατέλυε και η νονά. Για τούτο το σημείωμα έχω μεγάλη δυσκολία να είναι ευσύνοπτο. Όποια μου εικόνα ή σκέψη παρασέρνει μεγάλη αρμαθιά από κοντινές της. Τα επόμενα δώδεκα χρόνια σχεδόν δεν θα ταξίδευα πουθενά αλλού. Ελάχιστα στην Αθήνα, καν στη Ρόδο. Μα και ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο ελεύθερο να είχα πεταγόμουν εκεί. Ή στην Κω χωμένος στο φροντιστήριο ή στην Πάτμο. Διήμερα αργιών, Χριστούγεννα – Πάσχα, για ένα μήνα τον Αύγουστο. Σε περίπτερα ή μαγαζιά, όσοι δεν με γνώριζαν, η πρώτη τους ερώτηση, «Πού εργάζεστε, κύριε;» έδινα την εντύπωση μόνιμου κατοίκου. Οι φίλοι, η παρέα, ταξίδευαν εκτός Ελλάδος, από δω - από κει, εμένα δεν με δελέαζε τίποτε. Και εντάξει ο χαρακτήρας μου, όμως το θυμάμαι κάθε φορά, είτε με τη μηχανή βγαίνοντας απ’ το πλοίο είτε με το αυτοκίνητο, κοίταζα ψηλά προς τη Χώρα και γέμιζαν τα μάτια μου δάκρυα. Κι αφού ακόμα κυλούσαν οι μέρες εκεί, το ρίγος που με συνέπαιρνε συχνά: μα κάποιος να με τσίμπαγε, δεν ήτανε πραγματικότητα∙ ήταν όνειρο ο τόπος αυτός.

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 22) Με τη στολή των πολιτών.


Μετακόμισα Κω τον Ιούλιο του 1987. Με τα λιγοστά έπιπλα του φοιτητικού μου δωματίου, στο μικρό εσωτερικό της νονάς, ένα γραφείο και το κρεβάτι μου, παλαιικά κάπως, αγορασμένα από Μοναστηράκι, επίσης μία ανθοστήλη –την έχω ακόμα στο τωρινό καθιστικό μου- και τις καμιά ογδονταριά γλάστρες από τα φοιτητικά μπαλκόνια μου, στοιβαγμένες πια στο αυλίδι του ακάλυπτου της νονάς, κι όσες απ’ αυτές επέζησαν, τις κουβάλησα κι εδώ,  αφότου εγκαταστάθηκα, στο σπίτι μου, τον Αύγουστο του 1994.
Τους μήνες από το καλοκαίρι του 1987 μέχρι τον Ιανουάριο του 1988 που παρουσιάστηκα, σαν να 'χασα τον χρόνο. Διάβαζα πολύ, μόνο λογοτεχνία, η συγκατοίκηση με τη νονά, τη νανά μου, ήταν παραπάνω από αρμονική. Θυμάμαι να λέω του Θανάση, «Εδώ (σε αντίθεση με την Αθήνα) ο χρόνος, οι μέρες δεν κυλάνε σαν... κάτουρο». Βυθιζόμουν σε πολύ δικά μου πράγματα. Θυμάμαι κάτι μαγικές ξεναγήσεις της μακαρίτισσας Χάριτος Κάντζια, αρχαιολόγου στο νησί, στ’ απομεινάρια του θεάτρου στον Αμπάβρη, πίσω απ’ τη Ρωμαϊκή Οικία, την Casa Romana, μεγάλες βόλτες με πολλές στάσεις, ένα βαθύ παλιό πηγάδι ακόμα σε χρήση που σχετιζόταν με το αρχαίο υδραγωγείο της Βουρίνας, λεπτομέρειες: το κεραμικό ειδώλιο εντοιχισμένο σε περίβολο χτήματος, τη χαβούζα με τις ένθετες στα πλευρά της μουσουλμανικές επιτύμβιες στήλες, την αυλόθυρα με την επιγραφή στο υπέρθυρό της σε αραβικό αλφάβητο «Αυτή η θύρα είναι τόσο όμορφη που θα στέκει εδώ για πάντα», κάπως έτσι η μετάφραση, τη θρυμμάτισε ο μεγάλος σεισμός του 2017. Συνδυασμένες αυτές οι βόλτες με τον άλλο μυθικό τόπο, το Γενί Χαμάμ της Ρόδου, και ιδού η πρώτη λεία του «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα»… Τα πράγματα έχουν ποίηση, όλα τα πράγματα. Την ανακαλύπτουμε, και διαστέλλεται στη συνείδησή μας ο χρόνος. Δεν υπάρχει αυθεντικότερη εμπειρία.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 20) Φοιτητής στην Αθήνα.


(Στο διαμέρισμα της Ηρώων Πολυτεχνείου, στου Ζωγράφου, το 1984.)

(Αρχική δημοσίευση στις «Στάχτες», Τρίτη 3/9/2019 , με τον ιδιαίτερο τίτλο «Σε νησί του ασυνειδήτου μου».)


Στην Αθήνα έμεινα έως και τον Ιούλιο του 1987, συνεχόμενα τέσσερα χρόνια. Οι μνήμες από τη σχολή δεν είναι οι καλύτερες, τεράστια αμφιθέατρα, εκατοντάδες φοιτητές, αρκετοί περιορισμένης ευφυΐας καθηγητές (προφανώς και μόρφωσης και πολλώ μάλλον καλλιέργειας), ελάχιστοι οι καλοί ή ενδιαφέροντες, δυο-τρεις οι σπουδαίοι, με κορυφαίο τον αείμνηστο Αριστόξενο Σκιαδά, δεν έχασα ούτε μία παράδοση της Μήδειας ή των Αρχαίων Λυρικών: κατάρτιση, εμβρίθεια, καλλιέργεια, μα και χιούμορ και το είδος της εκλεπτυσμένης χάριτος στο έπακρο. Πόσο συχνά μνημονεύω αυτόν τον άνθρωπο, εκπλήσσομαι ανιχνεύοντας την επιρροή του στη σκέψη μου. Ο άλλος, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, αυτός με καθήλωνε με την εργατικότητά του, απορούσα εντούτοις με ό,τι εκλάμβανα ως έλλειψη γλωσσικού ταλέντου ή αισθήματός του –προέβλεπε, φέρ’ ειπείν, ότι τύποι όπως οι μαθηταί, οι καθηγηταί, και άλλοι παρεμφερείς της καθαρεύουσας, θα επιβίωναν στη σύγχρονη νεοελληνική… Υπήρχαν και ορισμένοι, νεότεροι ετούτοι τότε, ο Ανδρέας Παναγόπουλος, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης κ.ά., ενδιαφέροντες, όμως σεβαστός αριθμός καθηγητών όπως και φοιτητών, παρά τις ευάριθμες καλές εξαιρέσεις και σ’ αυτούς, ήταν απελπιστικά αδύναμοι στις πνευματικές τους επιδόσεις, εντυπωσιακοί παπαγάλοι σ’ αντιστάθμισμα, αλλά και μόνο αυτό, παπαγάλοι.

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2019

Οι ιβίσκοι: μια εορταστική θερινή αναλαμπή.


Κι αίφνης όλα αναλάμπουν -εύλογο.
Καμιά φορά οι συνειρμοί είναι εύγλωττοι. Από τη μια το ἄστυ, η πόλη, η δυναμική οικονομία των εμπόρων, των βιοτεχνών - βιομηχάνων, οι ανοικτοί ορίζοντες, η διακριτή ατομικότητα, από την άλλη, οι στατικές κλειστές κοινωνίες, η γραφειοκρατία, η ισοπέδωση, ο φθόνος και η επιθετικότητα. Από χτες, 7 Ιουλίου του 2019, ίσως οδεύουμε ξανά προς ένα απ' τα λίγα ξέφωτα του νεοελληνικού όποιου ιστορικού βίου. Μακάρι.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Ο κήπος και η απαγορευμένη λέξη.


Για τον κήπο -από το καλοκαίρι του '94, κοντεύει είκοσι πέντε χρόνων-, με τα πάνω του και με τα κάτω του όπως όλες οι αγάπες, να πω, καθώς έφτιαχνα την ανθοδέσμη, σχημάτισα τη σκέψη: ο κήπος είναι ευγνώμων. Τον νοιάζεσαι, σου ανταποδίδει τα άνθη του. Σαν το καθετί, βέβαια.
Η αλήθεια, η λέξη που ανέσυρα δεν ήταν το ευγνώμων αλλά εκείνη με πρώτο συνθετικό το φιλο- (και δεύτερο την τιμή), η μοναδική στον κόσμο και αμετάφραστη για τις συνδηλώσεις της κατά την νεοελληνική οίηση, λέξη όμως που μετά το σχεδόν πάνδημο... αντιμνημόνιο, την απαίτηση να πληρώνουν άλλοι τα δημοσιονομικά μας ελλείμματα, ορκίστηκα ως συγγραφέας αυτής της γλώσσας να μην τη γράψω ποτέ μου.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Να τες οι πρώτες φρέζιες…




Αλλά και τα ζουμπούλια, οι υάκινθοι (οι μυθολογικοί απόγονοι εκείνου του Υάκινθου που τον ερωτεύθηκαν μ' αντιζηλία ο Απόλλωνας κι ο Ζέφυρος),

Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Οι λυγαριές, τα φούλια, οι φραγκοσυκιές.



Πριν από πολλά χρόνια, για μια επέμβαση στον πατέρα μου, στο νεόδμητο τότε νοσοκομείο της Ρόδου, με είχαν εντυπωσιάσει στα παρτέρια αριστερά και δεξιά στον δρόμο μπροστά απ’ την πύλη τα ανθισμένα σπάρτα. Μερικά άγρια όταν καλλιεργηθούν –ή ίσως τότε τα προσέχω;- γίνονται ωραιότερα και πιο ήμερα κι από τα ήμερα. Οι πικροδάφνες ένα άλλο καλό παράδειγμα. Από εκείνα τα παρτέρια του νοσοκομείου της Ρόδου και η ιδέα μου να φυτέψω σπάρτα στον κήπο, αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο της προηγούμενης μεγάλης ξηρασίας (γύρω στο 1999 -αφότου και Το Σκοτεινό Νησί) ο συνειρμός να φέρω κάποια λυγαριά επίσης. Για τη λυγαριά το θυμήθηκα φέτος, κι απ’ την αναβροχιά, αλλά και γιατί στα νότια του νομού Ρεθύμνου έβλεπα σε ξερολιθιές ή στις άκριες δρόμων στα βουνά, λυγαριές πράσινες θαλερές αλλά και ανθισμένες σαν… διπλές –ή μήπως υπερέβαλλα; Πάντως με το που επέστρεψα Κω και τις έψαξα, οι εδώ λυγαριές μού φαίνονταν σαν… μονές. Και να που την καλύτερη έκπληξη μου την επιφύλασσε το Παλέρμο, στην Πλατεία Ανεξαρτησίας (Piazza Indipendenza): λυγαριές απομονωμένες και διακριτές σε δημόσια πρασιά. Τώρα, εκτός που πρέπει να βρω πώς πιάνει μια λυγαριά (με σπόρους ή με μοσχεύματα μαθαίνω γκουγκλάροντας), να δω και πώς θα καταφέρω να προμηθευτώ την… κρητική ή τέλος πάντων τη… διπλή ποικιλία. 

Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;

(Παλέρμο, Καθεδρικός.)

(Με τη «Ρόδο» του τίτλου συνεκδοχικά να εννοηθεί η αστική ιταλική παράδοση και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα.) Τους προηγούμενους μήνες για οικογενειακούς και άλλους λόγους βρέθηκα τρεις φορές Ρόδο, αναφέρθηκα ήδη στην εκλεκτική συγγένεια Δωδεκανήσου - Σικελίας. Στις όψεις των κτηρίων ή τη ρυμοτομία, όσο και στο αστικό πράσινο.
Πολλά πράγματα, βέβαια, σχετίζονται λιγότερο με την Ιστορία, περισσότερο με τη γεωγραφική συνάφεια: κόσμοι στις όχθες της Μεσογείου στον ίδιο πάνω - κάτω παράλληλο. Οι Δωδεκανήσιοι, οι Κρητικοί, υποθέτω και οι Κύπριοι, είμαστε της Μεσογείου μάλλον παρά Βαλκάνιοι. 
Εδώ κάτω έχει ήλιο βαρύ, βαθιές σκιές, έχει θάλασσα, λογής σκαριά και σκάφη, έχει και πολύ αεράκι.

(Στη Ρόδο ή στο Παλέρμο;)