Από την αισθαντική -ό,τι και να πω είναι λίγο- φιλαναγνώστρια Σπυριδούλα Αποστολού (και 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7), φωτογραφία και σχόλιο σε ανάρτησή της στο fb:
Το φθινόπωρο του 1988, φαντάρος σε ολιγοήμερη άδειά μου, επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Πάτμο, και μάλιστα κατέλυσα όπου και η νονά μου –η νανά, στην ντοπιολαλιά μας– Φροσύνη (Δερνίκα, το γένος Γεωργιάδη, αδελφή της μητρικής γιαγιάς), στο αρχοντικό της Γεωργίας Οικονόμου, πολύ κοντά στο Μεγάλο Μοναστήρι, στην καλή περιοχή της Χώρας. Θεωρούσα ανοήτως την Πάτμο προορισμό θρησκευτικού τουρισμού, και ευθυνόταν και η νονά, πολλές φορές χατζήδαινα, που δεν είχε άλλη κουβέντα, η Πάτινος είναι καλύτερη κι απ’ τα Ιεροσόλυμα, εκτός που της θύμιζε και τη Χώρα της παλιάς προσεισμικής (προ του 1933) Κω, με τα καντούνια και τα δίπατα σπιτάκια της. Τουναντίον, το νησί ήτανε κοσμοπολίτικο, η Χώρα του αστική, όχι νησιωτική λαϊκή όπως στα Κυκλαδονήσια, και πρωτίστως λόγω του Μεγάλου Μοναστηριού από τις τελευταίες εστίες περήφανου ελληνισμού, εκεί διάβαζαν, έψελναν, προπαντός κατανοούσαν την ελληνιστική των Ευαγγελίων αλλά και την αρχαΐζουσα μεσαιωνική των ύμνων, το πρώτο ταξίδι έφερε το δεύτερο, σε λιγότερο από χρόνο κόλλησα. Κατά την επόμενη δωδεκαετία έκανα ελάχιστα ταξίδια πέρα απ’ την Πάτμο. Χειμώνα-καλοκαίρι, σε κάθε ευκαιρία ελεύθερου χρόνου, στα περίπτερα με ρωτούσαν πού εργάζομαι, με έβλεπαν τόσο συχνά που με θεωρούσαν μονίμως εγκαταστημένο. Στις 21 Νοεμβρίου, στα Εισόδια της Θεοτόκου, του 1991 απεβίωσε η πρώτη μου σπιτονοικοκυρά, με κληρονόμησε η Ελένη Κορώνη, η Ελενίτσα, σπάνιου, σπανιότατου ταπεραμέντου πλάσμα, στη μνήμη της Ελενίτσας μου κι αν χρωστάω σελίδες…
Δεν θυμάμαι ποια πρώτη χρονιά με έπεισαν, κάποιος με παρακίνησε, να μη χάσω στις τρεις το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα τον Εσπερινό της Αγάπης στο Μεγάλο Μοναστήρι. Προερχόμουν λόγω πατρός από αριστερή οικογένεια, δεν είχα και ιδιαίτερη σχέση με λειτουργίες και τα συναφή. Σύχναζα στα πατινιώτικα εκκλησάκια, στο μεγάλο αντρικό, στο μικρό γυναικείο της Χώρας, στην Αποκάλυψη, ενίοτε και σε ενοριακούς ναούς, από γλωσσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, έλεγα η Χώρα της Πάτμου εκτός που είναι γνησίως πιο αστική κι απ’ το Παρίσι –και μα τον Θεό, το εννοούσα–, στα μοναστηράκια της πρώτον μιλιέται η ελληνική, δεύτερον ευφραίνονται τα ώτα περισσότερο από τις όποιες μουσικές εκδηλώσεις στο Μέγαρο, φράση με την οποία επίσης κυριολεκτούσα. Φτάνω, λοιπόν, και κάπως καθυστερημένος, πήχτρα ο κόσμος, παρακολουθούσα από το προαύλιο του καθολικού. Τι δοξαστική έξαρση, τι αναστάσιμος ενθουσιασμός σε ύμνους σαν το Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ή Τίς Θεὸς μέγας, ύστερα το Ευαγγέλιο της μέρας, αυτό που διαβάζεται και σε ξένες γλώσσες, κάτι θυμόμουν από την παιδική μου Αγία Παρασκευή της Κω, εκεί όπου όλοι οι ιερείς της πόλης, όμως γύρω στις έντεκα πριν από το μεσημέρι, τελούν τον αντίστοιχο Εσπερινό, κι ενώ περιμένω την απόλυση, αίφνης κατακλύζει τ’ αυτιά μου, μα τι ήταν αυτό, άρχισα να στριφογυρίζω, ποιος ύμνος ή τι έψαλλαν, δεν διέκρινα από την ψαλμωδία παρά μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες λέξεις, δεν θυμάμαι άλλοτε τον εαυτό μου σε τέτοια κατάσταση μεταρσίωσης και απορίας. Κάποιος απ’ την κοινότητα των Αθηναίων μονίμων επισκεπτών του νησιού απάντησε στην τρελή απορία του μούτρου μου, επρόκειτο για την απόδοση του Ευαγγελίου της ημέρας στη γλώσσα και στο μέτρο του Ομήρου, αγιορείτικη απόπειρα του δέκατου όγδοου αιώνα, ψαλλόταν στην Πάτμο και σε πολύ λίγους ναούς πέρα από το Όρος. Από εκείνο το Πάσχα, μέχρι να συμπληρώσω τη δωδεκαετία, δεν έχασα κανέναν πατινιώτη Εσπερινό της Αγάπης, κι αποτελούσε την κορύφωση, όντως την πιο μεγάλη ώρα στην αντίληψή μου του ετήσιου κύκλου.
Κι αφότου με το πλήρωμα του χρόνου ξέκοψα απ’ την Πάτμο, και για μικρό διάστημα… εκκλησιαζόμουν στην ενορία μου της Κω ή αλλού, κατέληξα να λέω, αν μάθεις σε μέλη και τελετουργίες βυζαντινές, το να βρεθείς σε όποιες λαϊκές ενορίες ύστερα, είναι περίπου σαν αυτόν που συνήθισε τα σαιξπηρικά έργα στο Όλντ Βικ (Old Vic) θέατρο, κι έπειτα τα ψάχνει σε επαρχιακούς ερασιτεχνικούς θιάσους –μα τον Θεό, και πάλι δεν υπερέβαλλα.
Τα χρόνια, μην πω οι δεκαετίες κύλησαν, κάποτε μυήθηκα και στο χειμερινό κολύμπι, στον κολπίσκο των χειμερινών εδώ στην Κω πρωτοστατεί, άτυπος επίτιμος πρόεδρός μας, περασμένα ογδόντα, όμως ευσταλής, προσηνής, με το γέλιο και τον καλό λόγο μπροστά μπροστά, ο πρωτοψάλτης και καθηγητής της μουσικής Γιώργος Σακέλλης. Εκείνος με ήξερε, εννοώ με την ιδιότητα του συγγραφέα, και σε κάθε ευκαιρία στο νερό ή στην παραλία μού έψαλλε έναν-δυο στίχους, μαζί με την πρόσκληση, να πάω στην εκκλησία να τον ακούσω. Φτωχόπαιδο απ’ το χωριό Αντιμάχεια, τον είχανε στείλει οι δικοί του, καθώς και καλλίφωνος, στην Πατμιάδα. Σπούδασε τη βυζαντινή μουσική, χρόνια διακεκριμένος πρωτοψάλτης στην Αθήνα, παράλληλα καθηγητής μουσικής σε πρότυπα καλά σχολεία, εντούτοις δεν άντεξε στη μεγαλούπολη για πάρα πολύ, πήρε την οικογένειά του, κατεβήκανε στο νησί –ένας σοβαρός λόγος, η θάλασσα, ισχυρίζεται, και κανείς απ’ τους χειμερινούς εδώ δεν θα διανοούνταν να αμφισβητήσει το κίνητρό του αυτό.
Υπόσχεση στην υπόσχεση, κάποτε κίνησα, ένα κυριακάτικο πρωινό άναβα το κεράκι μου στον μητροπολιτικό Άγιο Νικόλαο, –ενορία του πατρικού, εκεί με βάφτισαν, εκεί και η εξόδιος της μαμάς πριν από λίγους μήνες. Ο Γιώργος Σακέλλης, ψάλτης έξοχος, με όλη τη στιβαρότητα, αλλά και τα ημιτόνια, όμως και την ώριμη οικονομία ενός σπουδαίου καλλιτέχνη-ερμηνευτή. Θα του χρωστώ πάντοτε που συγκέρασε μέσα μου την Πάτμο με την Κω. Και όσο τίποτε εκείνο το πρωινό στον κολπίσκο μας, που δεν θυμάμαι με ποια αφορμή αναφέρθηκε το ηρωικό. Άρχισα να του μιλάω για την Πάτμο. «Μα το ψάλλουμε κι εμείς, από την εποχή της Πατμιάδας το ξέρω, τους το έχω διδάξει, το ψάλλουμε χορωδία οι ψάλτες όλοι μαζί!» «Αλήθεια, Γιώργο; Και το ψάλλετε από χρόνια;» ψέλλισα εμβρόντητος και αναλογιζόμενος τι έχανα. «Ε, βέβαια!» κατένευσε εκείνος. Έκτοτε, φέτος τρίτος συναπτός χρόνος και Εσπερινός της Αγάπης στην Αγία Παρασκευή, και το νιώθω χρέος μου μετά την απόλυση, να ευχηθώ στον υπέροχο μουσικό και συμπολίτη και συγκολυμβητή: «Να ’σαι γερός, Γιώργο μου, ο Θεός να σου δίνει δύναμη και πολλά πολλά χρόνια!» –που μόνο ο Θεός ξέρει πόσο σπάνια διατυπώνω τόσο πολύ ολόψυχα μια ευχή!
Αντώνης Νικολής, Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019
Η Σιωπή και ο Θάνατος του Λόγου στο Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή
Εισαγωγή
Η νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί του Αντώνη Νικολή, έργο υψηλής ερμηνευτικής πυκνότητας και ξεχωριστής μορφικής συνοχής, εγγράφεται στις πιο ριζοσπαστικές και ενδοστρεφείς στιγμές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, καθώς συγκροτεί έναν αφηγηματικό κόσμο στον οποίο η κρίση του Λόγου συνδέεται άμεσα με τη φθορά της ιστορικής συνέχειας, της ηθικής τάξης και της υποκειμενικής συνοχής. Το έργο αναπτύσσεται σε ένα μετακαταστροφικό περιβάλλον βιοπολιτικού ελέγχου, γενετικού διαχωρισμού και ακραίας απομόνωσης, όπου η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σταθερό μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και μετατρέπεται σε ίχνος μιας πολιτισμικής μορφής που βρίσκεται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Με αυτή την έννοια, η νουβέλα υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη δυστοπικής αφήγησης επιβίωσης στα όρια και αρθρώνεται ως ποιητικός στοχασμός πάνω στις προϋποθέσεις και τους όρους με τους οποίους ο άνθρωπος συγκροτείται ως υποκείμενο του λόγου και της ιστορίας.
Ο πυρήνας της πλοκής είναι εξωτερικά λιτός. Σε έναν απομονωμένο νησιωτικό χώρο τρία πρόσωπα συνυπάρχουν προσωρινά, έως ότου η εύθραυστη ισορροπία των σχέσεων καταλήξει σε βίαιη ρήξη και φόνο. Η σημασία του έργου, ωστόσο, εντοπίζεται λιγότερο στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση οργανώνει τη διάβρωση της γλώσσας, τη διάλυση της ερμηνευτικής βεβαιότητας και την έκθεση του ανθρώπινου σώματος σε συνθήκες ελέγχου, επιτήρησης και εξάρτησης. Η τραγική ένταση της νουβέλας απορρέει ακριβώς από αυτή τη μετατόπιση: από τη σύγκρουση των προσώπων στη βαθύτερη αποτυχία του Λόγου να θεμελιώσει κοινότητα, μνήμη και σταθερό ορίζοντα νοήματος και αλήθειας.
Η μελέτη που ακολουθεί εξετάζει τη νουβέλα με βάση τέσσερις κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στη δραματουργική του οργάνωση, ο δεύτερος εστιάζει στην αφηγηματική μορφή και στην υφολογική διαφοροποίηση των φωνών, ο τρίτος αναπτύσσει τις βασικές ερμηνευτικές της διαστάσεις, με έμφαση στα οντολογικά, βιοπολιτικά, έμφυλα και ηθικοφιλοσοφικά του συμφραζόμενα, και τέλος, ο τέταρτος διερευνά τις ενδεχόμενες λογοτεχνικές συγγένειες του κειμένου και το ιδιαίτερο εκφραστικό μητρώο του Νικολή. Σκοπός της ανάγνωσης αυτής είναι να καταδείξει ότι, στη νουβέλα, η σιωπή συνιστά κρίσιμη μάζα και ότι ο θάνατος του Λόγου σφραγίζει ως στρώμα καταστροφής την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτισμικού παραδείγματος.
Από τον Δημήτρη Μποσνάκη / SPEM IN ALIUM
LUCID DARKNESS
Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The
Death of the Mercenary
1. Introduction
Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which
desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic
density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered
experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between
reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of
erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the
subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death.
The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical
construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework,
the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic
architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical
horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of
the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience
of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a
consciousness struggling to preserve its unity.
Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a
concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is
directly bound up with its existential and formal economy.
2. Plot
The novel traces the course of Elias Petres from an introverted, repetitive, and emotionally
inert life toward a gradual and painful disintegration culminating in suicide. At the outset, the
protagonist appears trapped within a monotonous everyday existence, defined by his teaching
routine, the care of his elderly parents, and a rather enervated relationship with Merope. The
appearance, however, of Yuri, a young soldier and student at an evening school, radically
disturbs this static condition, awakening within him an unspoken desire and a deeper
existential unrest. Through the occasion of private lessons in Ancient Greek, the relationship
between the two gradually acquires emotional and erotic intensity, until the failure of
communication, mounting awkwardness, and Elias’s obsessive attachment precipitate a
critical destabilization, which reaches its climax in their nocturnal meeting on the beach and
then in his home, where bodily proximity and psychic instability issue in Yuri’s sudden death.
From that point onward, the narrative enters the domain of guilt, panic, and moral collapse.
Elias attempts to erase every trace of the young man, travels to Rhodes in order to misdirect
any possible investigation, proceeds to the secret burial of the body and, later, to its
exhumation so that it may be returned to Yuri’s family, though this act grants him no
redemption. Thereafter, haunted by Yuri’s memory and by the experience of the exhumation,
he attempts a fragile reconnection with life through corporeality, eroticism, and a more
candid acceptance of his desire, until the sudden death of his mother entwines familial
mourning with his personal burden of guilt and deepens his devastation. In the penultimate
chapter, he gradually detaches himself from the world of the living and sinks into a liminal
state in which memory, desire, and death become inextricably intertwined, until he is led
consciously to self-destruction. The seventh chapter, shifting the focus to Merope, follows the
consequences of his death for those close to him, the discovery of the body, the funeral, and
the collective experience of mourning, before concluding with an image of continuity through
Merope’s pregnancy and the birth of Elias’s children.
This trajectory, from the stasis of everyday life to suicide, maps the gradual rupture of the
protagonist’s subjective coherence under the pressure of desire, guilt, and mourning. For this
reason, the plot of the work is inseparably bound to the distinctive narrative and
dramaturgical mode of its construction.
Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες από SF
ΤΟ ΔΙΑΥΓΕΣ ΣΚΟΤΑΔΙ
Υποκειμενικότητα, επιθυμία και ενοχή
στον Θάνατο του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη, στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.
Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία, την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να συγκρατήσει την ενότητά της.
Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική του οικονομία.
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή, οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.
Από εκεί και πέρα, η αφήγηση εισέρχεται στη ζώνη της ενοχής, του πανικού και της ηθικής πτώσης. Ο Ηλίας επιχειρεί να εξαφανίσει κάθε ίχνος του νεαρού, μεταβαίνει στη Ρόδο για να αποπροσανατολίσει ενδεχόμενες έρευνες, προχωρεί στη μυστική ταφή του σώματος και, αργότερα, στην εκταφή του, ώστε να παραδοθεί στην οικογένειά του, δίχως η πράξη αυτή να του χαρίζει λύτρωση. Στη συνέχεια, στοιχειωμένος από τη μνήμη του Γιούρι και από την εμπειρία της εκταφής, επιχειρεί μια εύθραυστη επανασύνδεση με τη ζωή μέσα από τη σωματικότητα, τον ερωτισμό και μια πιο ειλικρινή αποδοχή της επιθυμίας του, ώσπου ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας του συμπλέκει το οικογενειακό πένθος με το προσωπικό του άγος και επιτείνει τη συντριβή του. Στο προτελευταίο κεφάλαιο αποδεσμεύεται σταδιακά από τον κόσμο των ζωντανών και βυθίζεται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση, όπου η μνήμη, η επιθυμία και ο θάνατος συγχέονται, έως ότου οδηγηθεί συνειδητά στην αυτοχειρία. Το έβδομο κεφάλαιο, μετατοπίζοντας την εστίαση στη Μερόπη, παρακολουθεί τις συνέπειες του θανάτου του στους οικείους του, την ανεύρεση του σώματος, την κηδεία και τη συλλογική εμπειρία του πένθους, πριν καταλήξει σε μια εικόνα συνέχειας μέσω της εγκυμοσύνης της Μερόπης και της γέννησης των παιδιών του Ηλία.
Η διαδρομή αυτή, από τη στατικότητα της καθημερινής ζωής έως την αυτοχειρία, χαρτογραφεί τη σταδιακή διάρρηξη της υποκειμενικής συνοχής του ήρωα υπό την πίεση της επιθυμίας, της ενοχής και του πένθους. Γι’ αυτό και η πλοκή του έργου συνδέεται άρρηκτα με τον ιδιαίτερο αφηγηματικό και δραματουργικό τρόπο της συγκρότησής του.
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου οργανώνεται ως σπειροειδής, προοδευτικά εσωτερικευμένη αφήγηση, στην οποία το τραύμα επανέρχεται κυκλικά και η κορύφωση καταλήγει σε υπαρξιακή παράλυση και, τελικώς, σε μεταφυσική έξοδο. Παρότι τα επτά κεφάλαια αναπτύσσονται σε χρονική ακολουθία, η αφήγηση διατηρεί ισχυρή εσωτερική ρευστότητα, καθώς αναδρομές, συνειρμικές εικόνες, παρεκβάσεις και συγχωνεύσεις παρόντος, παρελθόντος και φαντασίας αφομοιώνονται στο σώμα της και αποδίδουν το ψυχικό βάθος του ήρωα. Η πλοκή διαχέεται σε μικροσκηνές καθημερινότητας, μέσα από τις οποίες αποτυπώνεται η εσωτερική μεταμόρφωση του Ηλία από συγκρατημένο και στοχαστικό μεσήλικα σε εμμονικά προσηλωμένο παρατηρητή του αινιγματικού Άλλου. Έτσι, το συγκρουσιακό στοιχείο του έργου αποκτά κατεξοχήν εσωτερικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, ενώ ο χρόνος παύει να λειτουργεί ως ουδέτερο αφηγηματικό πλαίσιο και μετατρέπεται σε φορέα καθηλώσεων, επαναφορών και τραυματικών κόμβων.
Η αφηγηματική αυτή οικονομία συνδέεται άμεσα με τον ρόλο του αφηγητή. Παρότι η αφήγηση εκφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, η εστίαση παραμένει σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου τόσο στενά προσκολλημένη στον Ηλία, ώστε η φωνή του αφηγητή να συγχωνεύεται συχνά με τη συνείδησή του. Ο εξωτερικός αφηγητής αποσύρεται συστηματικά, αφήνοντας χώρο στον εσωτερικό μονόλογο και στον ελεύθερο πλάγιο λόγο, με αποτέλεσμα το ηθικό, αισθητικό και πολιτισμικό βλέμμα του ήρωα να χρωματίζει καθοριστικά την αφήγηση. Η εστίαση αυτή αποκτά, σε στιγμές υψηλής ψυχικής έντασης, χαρακτήρα διπλότητας, καθώς ο Ηλίας βιώνει τον εαυτό του συγχρόνως εκ των ένδον και ως αντικείμενο παρατήρησης. Το «διπλό βλέμμα» αποδίδει με ακρίβεια τη ρωγμή της συνείδησής του και τη δυσχέρεια σύμπτωσής της με τον εαυτό της. Μόνον στο τελευταίο κεφάλαιο μεταβάλλεται αποφασιστικά αυτή η εστίαση, καθώς η αφήγηση ανοίγεται στη σκοπιά των επιζώντων και ιδίως της Μερόπης, επιτρέποντας στο ατομικό τραύμα να μετασχηματισθεί σε κοινή μνήμη και σε τελετουργία πένθους.
Μέσα σε αυτή τη διάταξη, το βλέμμα και η σιωπή συγκροτούν δύο από τα κεντρικά δραματουργικά μοτίβα του έργου. Ο Ηλίας παρατηρεί επίμονα τον Γιούρι και τα υποκατάστατά του, χωρίς το βλέμμα να παράγει γνώση ή οικειότητα· η παρατήρηση αναπαράγει την απόσταση και καθιστά ακόμη εντονότερη την εμπειρία της έλλειψης. Αντίστοιχα, η σιωπή και η αστοχία του λόγου ως φορέα επικοινωνίας λειτουργούν ως συμπληρωματικός άξονας της ίδιας δραματουργίας, αφού οι διάλογοι συχνά εκτρέπονται σε αμηχανία, ασυνεννοησία ή βία. Έτσι, βλέμμα και σιωπή συνιστούν βασικούς μηχανισμούς της αφήγησης, μέσω των οποίων αποκαλύπτεται η δυσχέρεια του υποκειμένου να προσεγγίσει τον Άλλον και να αρθρώσει συνεκτικά τον ίδιο του τον εαυτό.
Η σκηνική και υφολογική οργάνωση του μυθιστορήματος συντονίζεται απολύτως με αυτή την εσωτερική δραματουργία. Η γραφή του Νικολή διακρίνεται από μακροπερίοδο, μουσικά οργανωμένο λόγο, παρενθετικές αναπτύξεις, συντακτική ρευστότητα, υποδόρια ειρωνεία και έντονη αισθητηριακή προσήλωση στη λεπτομέρεια, ιδίως στο σώμα, στο φως, στην αφή και στη σιωπή. Η σκηνική διάταξη αναπτύσσεται περισσότερο μουσικά παρά θεατρικά, μέσα από ρυθμικές εναλλαγές εσωστρέφειας, στιγμιαίας κινητοποίησης, φαντασιακών εξάρσεων και νέας βύθισης, ενώ οι μεταβάσεις από την εξωτερική δράση στην ανάμνηση, στη διάλειψη ή στην παραίσθηση συντελούνται σχεδόν ανεπαίσθητα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μορφική οικονομία παίζουν τα επανερχόμενα μοτίβα του χρόνου, της ενοχής, του σώματος, της τελετουργίας, του βλέμματος και της διάλειψης, που συγκροτούν ένα κλειστό, παλινδρομικό σύμπαν, όπου το τραύμα ανακυκλώνεται αδιάκοπα.
Η σχέση μορφής και νοήματος στον Θάνατο του Μισθοφόρου είναι οργανική. Η γλώσσα λειτουργεί ως ο ίδιος ο τόπος όπου συντελείται η εμπειρία. Η ρευστότητα της σύνταξης, η διάχυση της πρότασης, η αποφυγή ευθύγραμμης κορύφωσης και η παλινδρομική ανάπτυξη του λόγου αποτυπώνουν μορφικά το εσωτερικό αδιέξοδο του ήρωα, τη διάσπαση της συνείδησής του και τη δυσχέρεια ενοποίησης της εμπειρίας σε σταθερό νόημα. Η μορφή της αφήγησης γίνεται έτσι ο κατεξοχήν φορέας του νοήματός της, καθώς καθιστά αισθητή τη δυσχέρεια του Ηλία να αρθρώσει ένα αφήγημα λύτρωσης. Από αυτή τη συνάφεια αντλεί η γραφή την ένταση του πένθους, της επιθυμίας και του υπαρξιακού κλυδωνισμού.
Το καθαροδευτεριάτικο κολύμπι στα Μάταλα έγινε πλέον τελετουργία –ρίτσουαλ που λέμε και στα κρεολέζικα αγγλοελληνικά. 54ο απ’ την αρχή της χρονιάς, 5ο στην Κρήτη, 1ο στο Λιβυκό. Και με την ίδια περσινή παλιά ευχή: και του χρόνου!
(Από το αφιέρωμα ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΤΑΙΝΙΕΣ της Μαίρης Αδαμοπούλου.)
Δύο ταινίες που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι «Ο γατόπαρδος» του Λουκίνο Βισκόντι από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στις καλύτερες μεταφορές, και αντίστοιχα «Η γιορτή του τράγου» του Λουίς Λιόσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του
Μάριο Βάργκας Λιόσα, στις πιο ατυχείς. Στην πρώτη, ο Βισκόντι, με αριστοκρατική καταγωγή κι ο ίδιος και με ικανή αισθητική σκευή, αποδίδει τη συγκίνηση απ’ την ανάγνωσή του περισσότερο, παρά αυτό καθαυτό το αριστουργηματικό κείμενο του Λαμπεντούζα, εν τέλει σέβεται το πνεύμα και το ύφος αυτού
του νεωτερικού και ιδιότυπου ρέκβιεμ στη σικελική αριστοκρατία. Στη δεύτερη, ο και ξάδερφος του συγγραφέα σκηνοθέτης δεν φαίνεται να διαθέτει τον ποιητικό στοχασμό να εκφράσει με τον τρόπο του μύθου τη βαρβαρότητα ελλείψει του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε την τεχνική ευελιξία για μια πολύπλοκη αφηγηματική δομή, ανάλογη του μυθιστορηματικού «Τράγου».
Όσοι αγαπάμε τη λογοτεχνία, πάμε στο σινεμά με σφιγμένο το στομάχι κάθε φορά που κάποιος σκηνοθέτης αναμετριέται με λογοτεχνικό έργο, μα κι αν ακόμη δεν ενοχληθούμε, με τίποτε δεν συγκρίνουμε την αναγνωστική μεταρσίωση με την αντίστοιχη κινηματογραφική. Από την άλλη, βέβαια, ούτε θ’ αγόραζα ποτέ το πόνημα ενός που θα μετέγραφε σε λογοτεχνικό κείμενο την ταινία «Λα στράντα» του Φελίνι...
Νομίζω οι «διακαλλιτεχνικές» μεταφορές σπάνια ευτυχούν.
Ο Αντώνης Νικολής είναι συγγραφέας.
Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018
Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:
Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η νουβέλα Το Γυμναστήριο του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται παράλληλα.
Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές. Η άρνηση γραμμικής εξέλιξης, η αναστολή του μέλλοντος και η εμμονική επιστροφή στο τραύμα διαμορφώνουν μια αφήγηση που υπονομεύει τη λογική της αποκατάστασης και της προόδου. Παράλληλα, η συγγένεια του ύφους του Νικολή με συγγραφείς όπως η Woolf, ο Beckett, η Lispector, η Jean Rhys και η Καραπάνου τοποθετεί το έργο σε μια παράδοση εσωτερικής, διαλυτικής γραφής.
Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
Η ΠΛΟΚΗ
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη συμβίωση δύο ηλικιωμένων ετεροθαλών αδελφών, της Ράνιας και της Ρούλας, οι οποίες ζουν απομονωμένες μετά τον θάνατο της μητέρας τους. Ο χρόνος επανέρχεται σε κύκλους, εγκλωβισμένος σε έναν κλειστό οικιακό χώρο, όπου η καθημερινότητα διαρρηγνύεται από μνήμες και τραυματικές αναδρομές.
Η μητέρα, αν και νεκρή, παραμένει καθοριστική μορφή, καθώς η απουσία της στον παρελθόν, υπαρκτή και συναισθηματική, διαμόρφωσε τη θηλυκότητα των κοριτσιών μέσα από αστάθεια και έλλειψη. Πριν από κάθε τραυματικό γεγονός, προηγείται η αρχική μητρική ρωγμή.
Κεντρικός άξονας είναι το «γυμναστήριο» στο απέναντι κτίριο, το οποίο η Ράνια παρατηρεί από τη μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, όπου τα δύο πρόσωπα σκηνοθετούν τις καθημερινές αφηγηματικές εσπερίδες τους. Ο χώρος του «γυμναστηρίου» λειτουργεί ως επιφάνεια προβολής της επιθυμίας αλλά και ως επανενεργοποίηση του σεξουαλικού τραύματος. Στη νεότητά της, η Ράνια υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού, ένα γεγονός που έχει διαρρήξει τη σχέση της με το σώμα και τη μνήμη. Η αφήγησή της παραμένει διαρκώς κατακερματισμένη, ασταθής, συχνά αμφίσημη ως προς τα όρια μεταξύ φαντασιακού και πραγματικού.
Η Ρούλα, λιγότερο εκρηκτική αλλά σταθερά παρούσα, λειτουργεί ως αντιστικτική φωνή: συγκρατεί το τραύμα μέσα σε μια πρακτική καθημερινότητα. Η μεταξύ τους σχέση συγκροτεί έναν κλειστό μικρόκοσμο συνεξάρτησης, όπου η γλώσσα αντικαθιστά την εξωτερική κοινωνική ζωή.
Ο νεαρός άνδρας από το γυμναστήριο, ο «Βασίλης», εισβάλλει στον οικιακό χώρο και λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του πυροδοτεί τη μετάβαση από τη μνημονική αναβίωση στη βίαιη πράξη, οδηγώντας στη σκηνή του φόνου, μια ακραία χειρονομία που δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά επιβεβαιώνει τη βαθύτερη αποσύνθεση της υπαρξιακής συνθήκης των δύο γυναικών.
ΚΟΜΒΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ
Η αφήγηση της λίμνης ταλαντεύεται ανάμεσα στο φαντασιακό και στο πραγματικό. Η αισθησιακή ατμόσφαιρα και οι αφηγηματικές αστάθειες δημιουργούν αρχικά την εντύπωση μιας σκηνής επιθυμίας. Ωστόσο, τα αποσπάσματα ωμής βίας αποκαλύπτουν τον ομαδικό βιασμό ως βαθύ πρωταρχικό τραύμα. Η αφηγηματική αμφισημία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το τραύμα διαστρέφει τη μνήμη και τη γλωσσική του απόδοση.
Η δολοφονία του «Βασίλη» συμπυκνώνει επιθυμία, εκδίκηση και ψυχική διάλυση. Η πράξη έχει χαρακτήρα παροξυσμικό και συμβολικό, ούτε αποκαθιστά το παρελθόν ούτε θεραπεύει το τραύμα. Η Ρούλα συμμετέχει στη συγκάλυψη μέσω της μεταφοράς των «δεμάτων» με το τεμαχισμένο σώμα, γεγονός που υποδηλώνει μια σιωπηρή συνενοχή. Η βία επιβεβαιώνει την αδυναμία υπέρβασης και δεν επιφέρει κάθαρση.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το Γυμναστήριο αναπτύσσεται σε παραισθησιακό ρυθμό, όπου το παρόν διαπλέκεται με βίαιες μνημονικές εκρήξεις. Η αφήγηση είναι θραυσματική, με επαναλήψεις και χρονικές συγχύσεις που αναπαριστούν τη δομή του τραύματος ως αδιάκοπη επιστροφή και όχι ως αναμνηστική αναφορά. Η νουβέλα αρνείται την κλασική δραματουργική εξέλιξη. Ο χώρος παραμένει στατικός, οι χειρονομίες επαναλαμβάνονται, και η απουσία τελικής λύσης μετατρέπει το έργο σε «στατικό δράμα», συγγενές με το θέατρο του παραλόγου. Η αφήγηση περιορίζεται στην εσωτερική εστίαση των δύο γυναικών· η εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, υπάρχει μόνο η ψυχική εμπειρία.
ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ
Εισαγωγή
Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που, χωρίς να απολέσουν την ιστορική και γλωσσική τους ιδιοπροσωπία, υπερβαίνουν εξαρχής το εθνικό τους πλαίσιο και εγγράφονται οργανικά στον ορίζοντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όχι επειδή αντλούν το υλικό τους από ένα αναγνωρίσιμο ιστορικό παρελθόν, αλλά επειδή ενεργοποιούν με αισθητική συνέπεια και στοχαστικό βάθος θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης: την αστάθεια της ταυτότητας, τη σχέση τραύματος και αυτοπροσδιορισμού, τη συνάρθρωση βίου και αφήγησης, καθώς και το όριο ανάμεσα στην πράξη και το νόημά της.
Ο Περεγρίνος δεν αναπαρίσταται ως ιστορικό πρόσωπο της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ανασυγκροτείται ως υπαρξιακή μορφή διαχρονική: ένα υποκείμενο που καίγεται μέσα στη διαρκή του προσπάθεια να αποκτήσει σχήμα. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή λογοτεχνική αξία του έργου εδράζεται σε τρεις αλληλένδετους άξονες: (α) στη ριζικά αισθητηριακή και ρυθμικά επεξεργασμένη γλώσσα, (β) στη σύνθετη αφηγηματική αρχιτεκτονική που παράγει ένα ανοιχτό, πολυφωνικό κείμενο, και (γ) στη βαθιά σύγχρονη προβληματική της ταυτότητας ως ρευστής, τραυματισμένης και διαρκώς εκκρεμούς διαδικασίας. Μέσα από αυτούς τους άξονες, ο Περεγρίνος αρθρώνεται ως έργο όχι απλώς επίκαιρο, αλλά ουσιωδώς σύγχρονο.
Η μυθοπλασία του Νικολή αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια («Λόγους») και ένα καταληκτικό excursus, ακολουθώντας μια κυκλική αφηγηματική κίνηση που δεν αποσκοπεί στην εξιστόρηση μιας ζωής με γραμμική συνοχή, αλλά στη χαρτογράφηση μιας διαρκούς περιπλάνησης. Η μνήμη του νεκρού κεντρικού ήρωα λειτουργεί ως παρουσία εν τη απουσία, μετατρέποντας το τέλος σε σημείο επιστροφής και επανεγγραφής.
Ο Περεγρίνος —με τις διαδοχικές του μετωνυμίες, Πρωτέας και Φοίνικας— κινείται ανάμεσα σε πόλεις, φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά ρεύματα του 2ου αιώνα μ.Χ., μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Β΄ Σοφιστικής. Ο συγγραφέας αντλεί τον πυρήνα της «ιστορικής» βιογραφίας από αποσπασματικές αρχαίες μαρτυρίες (κυρίως τον Λουκιανό και συμπληρωματικά τον Αύλο Γέλλιο), τις οποίες μεταπλάθει ελεύθερα, οικοδομώντας ένα έπος εσωτερικής διάλυσης και αυτοσκηνοθεσίας. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω από γεγονότα, αλλά γύρω από μεταμορφώσεις· κάθε στάση αποτελεί και μια απόπειρα σταθεροποίησης που εκ των προτέρων είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Η πρώτη εμπειρία του αναγνώστη από τον Περεγρίνο είναι η εμπειρία της γλώσσας. Η γραφή του Νικολή είναι έντονα αισθητηριακή, πλαστική και μουσική· συγκροτεί έναν τρισδιάστατο κόσμο όπου ο χώρος και το σώμα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Ο αέρας, η θερμότητα, οι οσμές των πόλεων και των σωμάτων, η υλικότητα των μνημείων και των τελετών ή η αποπνικτική ένταση του πλήθους δεν λειτουργούν ως φόντο της αφήγησης, αλλά ως πρωτογενή στοιχεία γνώσης.
Η αισθητηριακή πυκνότητα δεν υπηρετεί έναν συμβατικό ρεαλισμό, αλλά παράγει νόημα: καθιστά την εμπειρία του κόσμου αδιάσπαστη από την εμπειρία του εαυτού. Η ρυθμική οργάνωση της πρόζας —με επιταχύνσεις, παύσεις και θραύσεις— μιμείται τους παλμούς μιας συνείδησης σε κρίση. Ο λόγος μοιάζει να αναπνέει ασθματικά, να συγκρατείται και να εκρήγνυται, ενσαρκώνοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά την εσωτερική τους ένταση. Η λογοτεχνία εδώ δεν αφηγείται απλώς· βιώνεται.