Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Ο Jorge Amado.



Χαίρομαι το πρώτο σημείωμα στα "Υπομνήματά" μου να είναι για τον πολυαγαπημένο Jorge Amado (προφέρεται Ζόρζε, όχι Χόρχε). Θα μπορούσε να είναι σκόπιμα το πρώτο, απλώς συνέπεσε τώρα να τελειώσω το "Ο πρώτος και ο δεύτερος θάνατος του Κινίνου του Μπέκρου".

Λίγα διαβάσματα θυμάμαι όσο το "Η Ντόνα Φλορ και οι δύο σύζυγοί της".
Στυλίστας έξοχος ο Amado, δομεί την αφήγησή του με τρόπο εντελώς ιδιαίτερο, σαν με παραγράφους - στροβίλους. Μετά την πρώτη, η επόμενη παράγραφος ξεκινά από το ίδιο αφηγηματικό κέντρο, απλώνεται όμως μακρύτερα, και η τρίτη το ίδιο, με μεγαλύτερη κι αυτή διάμετρο ή επιμερίζοντας σε κάποιο δεύτερο στοιχείο, και πάει λέγοντας, κάπως σαν τους ομόκεντρους κύκλους αφού πέσει ένα λιθάρι στην επιφάνεια του νερού. Στην αρχή νομίζεις θα σε κουράζει, σύντομα παύεις να το σκέφτεσαι, γίνεται ρυθμός, κείμενο γεμάτο αφηγηματική κίνηση παρόλο που μετατοπίζεται συνήθως με μικρά βήματα, περίπου σαν το χορό samba. (Καλό τέτοιο παράδειγμα το δεύτερο κεφάλαιο της Ντόνα Φλορ, ο αφηγητής απέναντι από το νεκρό κορμί του Βαντίνιου στο δρόμο, εωσότου θα φτάσει και η Φλορ από πάνω του, περισσότερες από δεκα παράγραφοι.)
Έπειτα ο ίδιος ο αφηγητής. Σταθερός από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα, γλαφυρός, μαγικός, ειρωνικός (με λεπτότητα, κομψότητα, επιείκεια), βαθύς σε σημείο ιλίγγου κι όμως να σε ξεγελάει με την πολύ απατηλή χάρη της ελαφρότητας. Κάτι, ειδικά το τελευταίο, που μοιάζει στοιχείο της βραζιλιάνικης ταυτότητας. Από την bossa nova και το tropicalismo στη μουσική (ο Caetano Veloso, η αδελφή του, η μοναδική Maria Bethania, ο Gilberto Gil, ο Chico Buarque, η Daniela Mercury, η Marisa Monte, ο Arnaldo Antunes, ο Carlinhos Brown, η τρυφερή Vanessa da Mata και πολλοί - πολλοί άλλοι, όλοι τους σπουδαίοι καλλιτέχνες), συνδυάζοντας τα πιο απλά και ρηχά στιχάκια με την πιο καίρια και βαθιά ποίηση. Όπως και το αστραφτερό λαϊκό κιτς του καρναβαλιού που όμως σπαρταράει από την ποιητικότερη κατάφαση στον ερωτισμό και τη ζωή.
Όλα αυτά και με μόνιμο σκηνικό το Salvador de Bahia, την Μπαΐα του, είναι ο Amado, αλλά και όλοι οι προηγούμενοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συχνά παραπέμπουν σ' εκείνον. Υπάρχει καταγραμμένη σε φιλμ, η στιγμή που σε συναυλία του ο Caetano, το βράδυ της 6ης Αυγούστου του 2001, πληροφορείται και πληροφορεί το κοινό ότι ο Amado δε ζει πια. Ήταν παρά τέσσερις μέρες 89 χρόνων (γεννημένος στις 10 Αυτούστου του 1912). Και πράγματι, τέσσερις μέρες αργότερα, θα σκορπίσουν την τέφρα του στο αίθριο του κήπου του, στη ρίζα του αγαπημένου του δέντρου, ενός μάγκου. Τόσο ταιριαστά όλ' αυτά, με ζηλευτή μεταξύ τους συνέπεια. Όσο τον αγαπώ, τόσο θα τον ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο.
Αλλά για τον "Κινίνο" ξεκίνησα να λέω. Την ιστορία του ευυπόληπτου Ζοακίμ Σουάρες, που αφότου συνταξιοδοτείται εγκαταλείπει σύζυγο, ανέσεις κ.λπ., κι αφήνεται στην αλητεία της Μπαΐας. Το μυθιστόρημα εξιστορεί την κηδεία του. Πώς τον μαζεύουν πρώτα οι καθώς πρέπει συγγενείς του, πώς προσπαθούν να ...νοικοκυρέψουν την τελευταία επί της επιφανείας της γης μέρα του, του Κινίνου του Μπέκρου όμως πια, όπως τον ξέρει η παλιοπαρέα της άσωτης ζωής, και η οποία, αφού θα τον ...απαγάγει, θα του επιφυλάξει το ...άλλο ξενύχτι, το γεμάτο γλέντια και χαρά (και στο οποίο συμμετέχει αν και ...κοιμισμένος ...αμέτοχος και ...εξαντλημένος), μέχρι να ικανοποιήσουν και την εκπεφρασμένη πολλές φορές επιθυμία του, να μη θαφτεί στο χώμα αλλά στο κύμα. (Εκδόσεις Καστανιώτη, στην εξαιρετική μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά.) Παρόλο που τα αποσπάσματα συνήθως αδικούν, δεν μπορώ να μην αντιγράψω την κατακλείδα του έκτου κεφαλαίου:
"Μεγάλωσε το περιπαικτικό χαμόγελο του Κινίνου μόλις πρόβαλε η μνημειώδης φιγούρα της αδελφής του. Η Βάντα θέλησε να κλείσει τ' αυτιά, γνώριζε από προηγούμενη εμπειρία με ποιες λέξεις τού άρεσε να αποκαλεί τη Μαρόκας, πώς να συγκρατήσουν όμως τα χέρια πάνω στ' αυτιά τη φωνή ενός νεκρού; Άκουσε:
"Πορδόσακε!"
Η Μαρόκας, ξάφνου πιο ήσυχη, δίχως καν να κοιτάξει το πτώμα, άνοιξε διάπλατα το παράθυρο:
"Του έριξαν άρωμα; Μου 'ρχεται ζάλη απ' τη μυρωδιά."
Απ' το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε ο θόρυβος του δρόμου, σύνθετος και χαρούμενος, η θαλασσινή αύρα έσβησε τα κεριά και ήρθε να φιλήσει το μάγουλο του Κινίνου, το φως απλώθηκε πάνω του, γαλάζιο και γιορτινό. Με το θριαμβικό χαμόγελο στα χείλη ο Κινίνος βολεύτηκε καλύτερα μέσα στο φέρετρο."