Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Τα μπινελίκια.

Μου έλεγε φίλος πνευματώδης, Ισπανοϊρλανδός, ότι στην Ισπανία και στη δεκαετία του '70 ακόμα, ήταν ένδειξη θηλυπρέπειας για έναν ενήλικο άντρα να ζητήσει έξω από το σπίτι του γλυκό (π.χ. σε ζαχαροπλαστείο ή εστιατόριο). Στα αρσενικά μωρά μόνο και στα πολύ μικρά αγόρια επιτρεπόταν. Το ανέφερα πρόσφατα σε Πορτογαλίδα φίλη, με διαβεβαίωσε το ίδιο ίσχυε και στην Πορτογαλία. Κατέληξα ότι θα επρόκειτο για στερεότυπο φυλετικό, εντοπισμένο στην Ιβηρική. (Όχι ότι με ξένιζε και πολύ. Στο χωριό του πατέρα μου, για παράδειγμα, στην ντοπιολαλιά τους, αλίμονο στον άντρα που θα πρόφερε ορισμένα σύμφωνα με τον τρόπο που τα πρόφεραν οι γυναίκες.) Αλλά, τέλος πάντων, για τα γλυκά σε σχέση με την αντρική ταυτότητα ο λόγος.
Έπεσα χτες πάνω στα λήμματα μπινές [για το οποίο δίνει: κίναιδος (ιδίως ο παρήλιξ)] και μπινελίκι, του Λεξικού της Πρωίας (έκδοση του 1940). Αναφέρει, λοιπόν, κατά λέξη:
μπινελίκι (το): η ιδιότης, το πάθος του μπινέ, η πράξις η εις αυτόν αρμόζουσα // εις πληθυντικόν, εδέσματα εις τα οποία αρέσκονται οι μπινέδες (γλυκά, ζαχαρωτά κ.λπ.).
Να προσθέσω απλώς, η λέξη μπινελίκι απέκτησε και άλλες σημασίες έκτοτε, όπως στις φράσεις:
Να το φέρεις (ένα φαγητό) δίχως πολλά - πολλά μπινελίκια. Ή:
Του 'ριξα κάτι μπινελίκια, δεν ήξερε από πού του 'ρχονταν.