Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Μην του κατεβάζετε το βρακί.

Αιφνιδίως κάτι πάθαν όλοι κι αρχίσαν να ξεβρακώνουν το "πόσο" στο "πόσο μάλλον". Το γράφουν πλέον: πόσω.
Συγχωρήστε μου την αρμοδιότητα, την ιδιότητά μου του κλασικού φιλολόγου εννοώ.
Στην κλασική αττική υπάρχει η δοτική του ποσού (του μέτρου ή της διαφοράς). Με την εν λόγω δοτική συντάσσονται λέξεις με παραθετική σημασία, κυρίως επίθετα ή επιρρήματα στο συγκριτικό βαθμό. Π.χ.: Τοσούτω ήδιον ζω, όσω πλείω κέκτημαι. (Τόσο πιο ευχάριστα ζω, όσο περισσότερα αποκτώ.) Πολλώ κρείττον εστιν εμφανής φίλος ή χρυσός αφανής. (Πολύ καλύτερος ο φανερός φίλος από το κρυφό χρυσάφι.)
Αργότερα τη δοτική του ποσού υποκατέστησε η αιτιατική του ποσού ή το ποσοτικό επίρρημα, π.χ.: πολύ, ολίγον, πλέον, όσον. Έτσι και στην ομιλουμένη σήμερα: Πολύ / λίγο χειρότερα ή καλύτερα, είναι λίγο πιο ψηλός από μένα, κ.τ.ό.. Όλο το ζήτημα είναι η φράση - αρχαϊκό κατάλοιπο: πολλώ μάλλον (πολύ περισσότερο), που βέβαια είναι δοτική, δεν μπορεί παρά να γράφεται με ωμέγα. Αλλά το πόσο μάλλον, γιατί; Να γράφουμε μήπως και πόσω περισσότερο; Και (ο)λίγω καλύτερα; Και όσω πιο αγράμματος ο Νεοέλληνας τόσω περισσότερο και γλωσσαμύντορας;
Θυμάμαι, κάποια στιγμή, τηλεοπτικός αστήρ της δημοσιογραφίας, πάνε χρόνια, εκστομίζει το "εις επίρρωσιν". Λέω, αμάν, τώρα τη βάψαμε. Δε θα περάσει έτος και θα καταντήσει τσίχλα η επίρρωσις. Ποιο έτος; Ούτε μήνας κι άλλο από το "εις επίρρωσιν" δεν άκουγες. Τόσα χρόνια, κι ακόμα να ξεθυμάνει.