Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

Ο δυσανάλογος πλούτος.

Ελληνιστής από τις χώρες τις πρόσφατα ενταγμένες στην Ε.Ε., προσκεκλημένος από συναδέλφους του Έλληνες πανεπιστημιακούς, περιηγείται τις διάφορες αρχαιότητες εντός και εκτός Αττικής, άρα μέσ' απ' τα τζάμια του αυτοκινήτου που τον μετακινεί έχει όλη την άνεση να περιεργαστεί ύπαιθρο, οικισμούς, χωριά, κωμοπόλεις, πόλεις, τις εικόνες-μνημεία του σύγχρονου νεοελληνικού κόσμου, για να μην πω βίου: το ασφυκτικό από την έλλειψη δημόσιου χώρου αστικό τοπίο, το σχεδόν άναρχα δομημένο, τα κτίσματα, τα ιδιωτικά αλλά και τα δημόσια, να αμιλλώνται σε νεοπλουτισμό και σε επιθετική ασχήμια.
Στις αρχαιότητες ο ελληνιστής προσηλώνεται εκστατικός, στις ενδιάμεσες διαδρομές σουφρώνει τα βλέφαρα όπως κάποιος δίχως γυαλιά στο δυνατό ήλιο του μεσημεριού.
Όταν την τελευταία μέρα τού ζητιέται να εκφράσει τις εντυπώσεις του, ο άνθρωπος, καλλιεργημένος και ευγενής και άλλωστε καταδικασμένος ισοβίως, ως ελληνιστής, να αγαπά την Ελλάδα, λέει και ξαναλέει, κάπως κουρασμένα βέβαια, τις κοινότοπες αβρότητες, για την Ελλάδα - τον κόσμο του φωτός, για το έξοχο, το πολυποίκιλο φυσικό τοπίο, όμως από τους ακροατές του δε διαφεύγει κι ένα άηχο "αλλά" στην άκρη κάθε του φράσης, τον ρωτούν, επιμένουν, εκείνος ωστόσο τους απαντάει με υπεκφυγές, σχεδόν τους πείθει ότι διατελεί συγκινημένος και μαγεμένος εξίσου από την αρχαία όσο και από τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μόνο κάποια στιγμή, ζαρωμένο και συνοφρυωμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, θα τον ακούσουν να μουρμουρίζει την απορία του:
"Τόσος πολύς πλούτος σε τόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο..."