Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς.

Ακόμα μια συλλογή ιστοριών του Isaac Bashevis Singer, του σπουδαίου Πολωνοεβραίου συγγραφέα (21 Νοεμβρίου 1902 – 24 Ιουλίου 1991, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1978), η έκτη ανάρτηση εδώ στα υπομνήματα (1, 2, 3, 4, 5), θα ακολουθήσει και έβδομη. Μόλις τέλειωσα τον Σπινόζα της οδού Αγοράς και ήδη ξεκίνησα το μυθιστόρημά του Σκιές στον ποταμό Χάντσον, ενώ το ενημερωτικό δελτίο του Εντευκτηρίου της περασμένης Παρασκευής μάς πληροφορούσε για φρέσκια έκδοση από τον Καστανιώτη, διηγημάτων πάλι, Ένας φίλος του Κάφκα, -το παράγγειλα, εννοείται. Μα δεν έχει απόλαυση μεγαλύτερη από τη λογοτεχνία, να σε περιμένει ένα καλό βιβλίο στο τέλος της μέρας, κι όταν μάλιστα είναι Σίνγκερ, ας γινόταν να μην είχε τελειωμό!

Η παρούσα συλλογή ιστοριών αποτελείται από μία -μάλλον- νουβέλα (Η καταστροφή του Κρέσεφ) και οκτώ διηγήματα, ενώ τιτλοφορείται από το πυκνότερο και χαρακτηριστικότερο ως προς τα συστατικά του ύφους του Σ., Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς. Στιβαρή, σχεδόν «υλική» αφήγηση, δε γίνεται να προσπεράσεις ούτε μία φράση, με αρτιότητα, με αδρές γραμμές κλασικής, αλλά και εσωτερικότητα, υποκειμενικότητα νεωτερικής, με ρυθμούς αφηγηματικού χρόνου και συχνές απότομες, γρήγορες μεταβάσεις και πυκνώσεις που θυμίζουν παραμύθια της ανατολής, όμως και χιούμορ και ειρωνεία, του εβραϊκού τύπου (όπως και ο Γούντι Άλεν). Ανήκει σίγουρα στους πιο αποτελεσματικούς λόγω της οικονομίας τους διηγηματογράφους, δίχως να υστερεί ως μυθιστοριογράφος. Νομίζω οι ημεδαποί κριτικοί και άλλοι (τόσοι πολλοί) δικοί μας φιλολογούντες εκ του προχείρου θα άξιζε να εντρυφήσουν λιγάκι στον Σ., αν κάπως ξεχώρισαν την τυπική ηθογραφία φέρ’ ειπείν της Ιορδανίδου από την ποιητική, ιδίως στη γλωσσική διεκπεραίωσή της, του Παπαδιαμάντη, να μυηθούν και σε μια άλλη, την ηθογραφία – σκηνικό πρόσχημα και υλικό μυθολογικού κύκλου (οι κοινότητες των Πολωνοεβραίων στη Βορειοανατολική Ευρώπη μέχρι το Ολοκαύτωμα, και έπειτα στη Νέα Υόρκη), απ’ όπου ο Σ. άντλησε ιστορίες – μύθους, καθαρή της τέχνης αλήθεια, δίχως τους εφήμερους περισπασμούς ενός ρεαλισμού αναγκαστικά θολού από την τρέχουσα ρητορική ή την όποια δημοσιογραφική καταγραφή. Έγραψε στα γίντις, τη γλώσσα των Ασκενάζι Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, παρόλο που ζούσε στη Νέα Υόρκη, και ενώ η γλώσσα αυτή έμοιαζε να οδεύει μοιραία προς τη χορεία των νεκρών γλωσσών.
Στην ομιλία του κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας (1978) είπε ανάμεσα σε άλλα: «Δεν υπάρχει παράδεισος για τους αναγνώστες που πλήττουν ούτε δικαιολογία για την πληκτική λογοτεχνία που δεν κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν τον εξυψώνει, δεν του παρέχει τη χαρά και τη δυνατότητα διαφυγής την οποία προσφέρει πάντοτε η αληθινή τέχνη.» Αυτονόητες κουβέντες πια, αλλά ειπωμένες ξεκάθαρα από συγγραφείς αυτού του βεληνεκούς μάς απελευθέρωσαν από τους άγονους και αδιέξοδους φορμαλισμούς της ύστερης νεωτερικότητας, (και που δυστυχώς στη γενικότερη σύγχυση ορισμένοι ημεδαποί ξαναζεσταίνουν τώρα εδωπέρα, -αλλά, σωστά, έχουμε και σοβαρότερα προβλήματα).  
Να προσθέσω τέλος, ο Σ. δήλωνε συντηρητικός και ήταν ανοιχτά εχθρικός προς τις μαρξιστικές ιδέες.  

Ορισμένα αποσπάσματα:

Σελ. 16 [πορτρέτα] : Ήταν ψηλή και αδύνατη, με ίσιο σχεδόν στήθος, μακρουλό ωχρό πρόσωπο και μύτη που θύμιζε ράμφος. Δάγκωνε διαρκώς τα άσαρκα χείλη της και τα γκρίζα μάτια της παρατηρούσαν τον κόσμο με μια μόνιμη έκφραση οργής.
Σελ. 17: Αλλά ο Ρεβ Μπουνίμ είχε και μια θυγατέρα, και οι γυναίκες, ως γνωστόν, φέρνουν δυστυχία.
Σελ. 24: Ποτέ δεν την άκουσε (την κόρη του) να γελάει ανόητα, όπως τα άλλα κορίτσια, και δεν περπατούσε ποτέ ξυπόλυτη μπροστά του.
Σελ. 81-82: Γνωρίζετε βέβαια ότι δεν έχει το δικαίωμα κανείς να κακομεταχειρίζεται ένα πτώμα, γι’ αυτό κι όλοι προσπάθησαν να τη συγκρατήσουν, εκείνη όμως έπεσε πάνω στο σώμα του συζύγου της και του ούρλιαξε στο αυτί: «Άλτερ, ξύπνα! Άλτερ! Άλτερ!» Ζωντανός άνθρωπος δε θα την άντεχε, θα έσπαζαν τα τύμπανα των αυτιών του. Πάνω που προσπαθούσαν να την αποσπάσουν διά της βίας, ξαφνικά ο νεκρός σάλεψε και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Είχε επανέλθει. Γνωρίζετε βέβαια πως, όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, η ψυχή τους δεν ανέρχεται στον ουρανό αμέσως, αλλά φτεροκοπά γύρω από τα ρουθούνια και προσπαθεί να εισχωρήσει και πάλι στο σώμα, συνηθισμένη καθώς είναι να ζει εκεί. Όταν κάποιος ουρλιάζει γοερά, αυτό μπορεί να τη φοβίσει και να την κάνει να επανέλθει εσπευσμένα, όχι για πολύ όμως, αφού δεν είναι δυνατόν να παραμείνει σε σώμα φθαρμένο από την αρρώστια. Παρ’ όλ’ αυτά, μία φορά περίπου στο εκατομμύριο συμβαίνει, και, σ’ αυτή την περίπτωση, έχετε μπροστά σας έναν άνθρωπο που γύρισε από τον άλλο κόσμο.  
Σελ. 84: Το Τούρμπιν ήταν αρκετά μεγάλη πόλη. Και άλλοι άνδρες αρρώσταιναν, και οι γυναίκες τους προσπαθούσαν να τους ξαναζωντανέψουν, καμία όμως δεν είχε τόσο διαπεραστική φωνή όσο εκείνη. Αν ήταν δυνατόν να τους επαναφέρουν όλους από τον άλλο κόσμο, σύντομα ο Άγγελος του Θανάτου θα υποχρεωνόταν να βάλει τη σπάθα του στην άκρη.
Σελ. 127: Εκείνη σάλεψε, άνοιξε τα μάτια και σηκώθηκε όρθια. Οι δυο σύζυγοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο επί ώρα, σιωπηλοί και έκπληκτοι, έρμαια εκείνου του ανησυχητικού ξενισμού που γεννιέται ενίοτε ύστερα από χρόνια κοινής διαβίωσης.
Σελ. 141: Τι φρίκη, όμως, τι αποστροφή, σαν έμεινε έγκυος. Ένας διάβολος μεγάλωνε στα σπλάχνα της. Μάντευε την παρουσία του στην κοιλιά της, σαν να τον έβλεπε μέσα από ιστό αράχνης. Μισό βάτραχος, μισό πίθηκος, με βοϊδίσια μάτια και λέπια ψαριού. Κατασπάραζε τη σάρκα της, ρουφούσε το αίμα της, την έγδερνε με τα νύχια του και τη δάγκωνε με τα μυτερά του δόντια. Στρίγκλιζε ήδη, τη φώναζε «μάνα», την έβριζε φρικτά. Έπρεπε να τον ξεφορτωθεί, να πάψει να της κατατρώει τα σωθικά. Αδύνατον να υποφέρει άλλο τις βλαστήμιες του, τις κοροϊδίες του. Αφήστε που κατουρούσε μέσα της, που τη μαγάριζε με τις ακαθαρσίες του. Μια αποβολή ήταν η μόνη λύση, τι να κάνει όμως για να την προκαλέσει;
Σελ. 143: Ξαφνικά το τέρας που είχε τρυπώσει μέσα της άρχισε να σπρώχνει με όλες τις δυνάμεις του. Μια διαπεραστική κραυγή ανάβλυσε από το λαρύγγι της, και το σκοτάδι την κατάπιε. Καμπάνες χτυπούσαν, σαν να ’ταν γιορτή των αλλοθρήσκων. Μια φωτιά της κόλασης ξεπήδησε, κόκκινη σαν το αίμα, σαν την επιδερμίδα των λεπρών. Η γη ανοίχτηκε, και το κρεβάτι της Χίντελε άρχισε να βυθίζεται στην άβυσσο.
Σελ. 153 [Πυκνώσεις αφηγηματικού χρόνου που θυμίζουν παραμύθι]: Σταμάτησε λοιπόν να τρώει. Δεν τάιζε πια ούτε τους παπαγάλους της ούτε το γαϊδούρι της και ξεχνούσε να αλλάξει το νερό του ενυδρείου. Ήταν που ήταν αδύνατη, τώρα απόμεινε πετσί και κόκκαλο. Έμοιαζε με σκουπόξυλο, έτσι ισχνή που ήταν, με κάτωχρο δέρμα και γυμνό μέτωπο. Τα άλλοτε χρυσόξανθα μαλλιά της είχαν γίνει τώρα ξερά σαν άχυρα, με άσπρες τούφες εδώ κι εκεί. Η επιδερμίδα της ήταν διάφανη και σκούρες μπλε φλέβες διακρίνονταν στα μελίγγια της. Η αφαγία και η στενοχώρια εξασθένιζαν τις δυνάμεις της. Περνούσε τις μέρες ξαπλωμένη σ’ ένα ντιβάνι. Ακόμα και η θεία ποίηση του Σλοβάτσκυ έπαψε να την ενδιαφέρει.
Σελ. 169: Κι εκείνος, ο Γιαρέτσκυ, πόσων χρόνων ήταν; Θα ψάραινε σε λίγο; Και πόση είναι η διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής; Αν αλήθευε αυτό που είχε διαβάσει σε μια ιατρική επιθεώρηση, του απέμεναν δεκατέσσερα χρόνια ζωής. Τι είναι όμως δεκατέσσερα χρόνια; Τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια είχαν πετάξει, σαν όνειρο, για πού όμως;
Σελ. 209 [Αφηγητής ο Σατανάς]: Μολονότι οι συμβουλές μου την οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στο χαμό, δεν έφερε αντίρρηση, διότι, ως γνωστόν, όσοι με ακούν είναι αλαζόνες και έτοιμοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους εξαιτίας της ματαιοδοξίας τους. Πώς αλλιώς, αφού ίδιον της επιδίωξης της ευτυχίας είναι η αυταπάτη και η οίηση.
Σελ. 214 [Συζητούν δύο χθόνια δαιμόνια, μάνα και γιος]: «Λένε πως οι άνθρωποι μπορούν να σπάσουν τους βράχους», είπε το παιδί. «Παραμύθια των γιαγιάδων», απάντησε η μάνα. «Ο άνθρωπος έχει δύναμη μόνο πάνω στην επιφάνεια της γης. Τα ύψη είναι για τους αγγέλους. Τα βάθη είναι δικά μας. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να σύρεται στο έδαφος, σαν ψείρα.» «Μα τι είναι οι άνθρωποι, μάνα; Πες μου.» «Τι είναι; Είναι το σκουπίδι, το φρόκαλο της δημιουργίας. Ο αφρός στο καζάνι της αμαρτίας. Ο άνθρωπος είναι το λάθος του Θεού.»
Σελ. 227: «Φύγετε, ανόητα», τα μάλωσε. «Αντί να ζεσταθείτε, το μόνο που θα καταφέρετε είναι να καείτε!» Τα ζωύφια διαλύθηκαν, αλλά ένα δευτερόλεπτο αργότερα ήλθαν πάλι να φτερουγίσουν γύρω από την τρεμάμενη φλόγα. Ο Δρ Φίσελσον σκούπισε το κάθιδρο πρόσωπό του και αναστέναξε: «Ίδια οι άνθρωποι, το μόνο που επιθυμούν είναι η απόλαυση της στιγμής.»

[Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο Σπινόζα της οδού Αγοράς, μετ. Άννα Περιστέρη, εκδόσεις Μαΐστρος, Αθήνα 2007, σελ. 279]