Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Το Σκοτεινό Νησί –δέκα χρόνια μετά. Ή μήπως έντεκα, ή και περισσότερα, είκοσι;


Τέτοιο καιρό πέρσι έγραφα το σημείωμα που θα συνόδευε ως επίμετρο την αναθεωρημένη επανέκδοση του Σκοτεινού Νησιού. Ακόμα ένας μικρός κύκλος, μια ακόμη ατυχής εκδοτική συνεργασία, φοβάμαι ατυχέστερη κι απ' την προηγούμενη. Πικρή επαναβεβαίωση του πόσο δυσχερές να είσαι λογοτέχνης σε γλωσσική κοινότητα και γλώσσα στο περιθώριο της ιστορίας.

Το Σκοτεινό Νησί –δέκα χρόνια μετά.
Ή μήπως έντεκα, ή και περισσότερα, είκοσι;

Ήταν η μεγάλη ανομβρία των ετών 1999-2001, ο κήπος μου νεαρός ακόμα, δίψαγα μαζί του, από το πολύ άγχος, παρόλο που η Κως παραμένει μέχρι και σήμερα επαρκής από την άποψη των υδάτινων πόρων (οι γεωτρήσεις, νόμιμες - παράνομες, συνηθισμένο πράγμα), έφτιαξα στέρνα 70 κυβικών που υπερκαλύπτει τις ετήσιες ανάγκες για τα ποτίσματά μου –τουλάχιστον δεν θα επιβάρυνα για τα λουλουδάκια μου τον υδροφόρο ορίζοντα... Όμως, λίγο τα άρθρα της εποχής για την κλιματική αλλαγή, λίγο ο χαρακτήρας μου, θα οδηγούμουν σ’ έναν δυστοπικό κόσμο, το έργο ακολούθησε, σε φόρμα θεατρική καθώς καταγινόμουν τότε με το θέατρο, Το Σκοτεινό Νησί –παρακαλώ και οι δυο λέξεις με κεφαλαίο, είναι τοπωνύμιο, πβλ. Μέλανας Δρυμός, δεν θα καταδεχόμουν άλλωστε τόσο εύκολο επίθετο και δη σε τίτλο. Αλλά για τον προσδιορισμό Σκοτεινό στο Νησί θα επανέλθω.
Δεν είναι η λογική, οι ιδέες, ή και η αισθητική κατάρτιση το όχημά μου προς ένα έργο. Πρόκειται για εμπλοκή πολύ βαθύτερη, σύνθετη και κυρίως ασύνειδη. Ένα έργο μου ολοκληρώνεται, όταν με τη δική του οικονομία –συνεπή ακόμα κι εκεί που θυμίζει παιχνίδι παρωδίας- αυτονομηθεί, χειραφετηθεί από εμένα τον ίδιο, και πια αυτοτελές και ολόκληρο δεν μπορώ να ξεχωρίσω αποκομμένο κανένα του μέλος.
Αφότου γράφτηκε, το 2001, Το Σκοτεινό Νησί, το αποτιμούσα μέσα μου ως το αξιολογότερο απ’ τα θεατρικά μου σκαριφήματα. Στο θέατρο βρέθηκα περίπου τυχαία και μάλλον γιατί καθυστερούσε η πεζογραφική μου ωρίμανση. Στα χρόνια ωστόσο που το θέατρο μονοπωλούσε τη συγγραφική μου δραστηριότητα, νομίζω ασκήθηκα στη δημιουργία χαρακτήρων, στους διαλόγους, κάπως στο να παρακολουθώ την ανέλιξη, τη σύνθεση ή τους αρμούς –να πω- μιας αφήγησης.
Στο Σκοτεινό Νησί πολλά πράγματα είναι παράδοξα. Προφανώς δεν με ενδιέφερε η τυπολογία του έργου επιστημονικής φαντασίας, το αντίθετο, οι εικόνες του μέλλοντος εδώ μοιάζουν να συντίθενται με ελεύθερη διασκευή από εικόνες του παρελθόντος. Π.χ. το επεισόδιο με τον ακραίο επικούρειο ή η κάθοδος των τυχαίων απ’ τον Καύκασο. Οι τρεις ήρωες δηλώνουν «όψεις» ή «εκδοχές» ενός και του ιδίου προσώπου. Ακόμα και τα ονόματά τους είναι μάλλον ψευδώνυμα (ή και παρωνύμια / κωδικές ονομασίες): ο Ωρομέδοντας, ο ώριμος άντρας, το λογιστικόν*, (Ὡρομέδων, αυτός που δίνει τις εποχές, προσωνύμιο του Απόλλωνα, αλλά και αρχαίο όνομα του κύριου βουνού της Κω, του σημερινού Δίκαιου (κι αυτό προσωνύμιο, αλλά του Χριστού)), ο Ηρακλής, το ἐπιθυμητικόν*, ο νεαρός άντρας, αυτός που πρέπει να επιλέξει με ποιον θα πάει, και η Πέργαμοντ, το θυμοειδές*, αυτή που κουβαλάει τα μάγια και τα φίλτρα, τη γοητεία.
Όσο γραφόταν Το Σκοτεινό Νησί δεν σκεφτόμουν τίποτε απ’ αυτά. Βρισκόμουν σ’ εκείνο το οιονεί δυστοπικό μέλλον, σ’ ό,τι είχε απομείνει απ’ το νησί μετά την άνοδο των θαλασσών, στην κορφή του Δίκαιου / Ωρομέδοντα, σ’ ένα βραχονήσι πια δηλαδή, Ηρακλής ονομάζεται η περιοχή όπου το σπίτι μου στην Κω, είναι βέβαια και χαρακτηρισμός κάθε ρωμαλέου άντρα, το όνομα Πέργαμοντ, τέλος, εκτός που παρασύρει στην ακοή μου τη μαγική αρχαία Πέργαμο, είναι και το περγαμόντο, το εσπεριδοειδές με το πιο δυνατό αιθέριο έλαιο, το είχα δενδρύλλιο στον κήπο μου, από τους καρπούς του έφτιαχνα μαρμελάδα, γλυκό του κουταλιού, κράταγα μερίδες τρίμμα από τις φλούδες τους στον καταψύκτη –τη συνταγή για το γλυκό την είχα από φωτοτυπημένο εγχειρίδιο Κύπριου μάγειρα του 1950, εκεί τα περγαμόντα αναφέρονταν ως πέργαμοντ… 
Αλλά και το πλήρωμα του χρόνου θα ’ρχόταν την άνοιξη του 2008. Μια ασήμαντη αφορμή, κι ένα ορμητικότατο ρεύμα καθάριζε την κοίτη του λόγου μου, θυμάμαι να κατηφορίζω τη Θεμιστοκλέους στα Εξάρχεια, να βιάζομαι να φτάσω στην γκαρσονιέρα της Λέλας Καραγιάννη, άκουγα επιτέλους μέσα μου αφηγήσεις σε πρόζα. Το ίδιο εκείνο βράδυ θα ξεκινούσα τη νουβέλα Το Σκοτεινό Νησί, (ό,τι καλύτερο ως πρώτη ύλη είχα να πάρω μαζί μου κλείνοντας τους λογαριασμούς μου με το θέατρο), και περισσεύει να εξηγήσω πόσο πολύ διαφέρουν ένα θεατρικό από ένα κείμενο πεζό. Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 2008, κυκλοφόρησε σε βιβλίο, και μόλο που μάλλον ακαλαίσθητο από άποψη εκδοτική, το πήρα στα χέρια μου με περισσότερη συγκίνηση σε σύγκριση με πρεμιέρες και τα συναφή της σκηνής. Η πρώτη μου έξοδος στην πεζογραφία μού άρεσε να το χαρακτηρίζω, δίχως να συνειδητοποιώ την απελευθερωτική σημασία της λέξης έξοδος.
Και πράγματι, θα ακολουθούσε το 2009, χρονιά – στρόβιλος κυριολεκτικά για τη δουλειά μου. Στη διάρκεια της άνοιξης ολοκλήρωσα πυρετικά σχεδόν τη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα -την είχα σε άτεχνες σημειώσεις κάπου απ’ τη δεκαετία του 1990, ίσως κι από παλιότερα-, το πρώτο μου γνήσιο και εξ υπαρχής πεζό, κράτησα επίσης στην άκρη το κείμενο ενός αφηγηματικού διαλόγου, που μου φαινόταν αμήχανο υβρίδιο ανάμεσα σε θέατρο και πεζογραφία, και που εξ αυτού του λόγου θα το ξέχναγα στο συρτάρι μου, Το γυμναστήριο, τη νουβέλα της οποίας την οικονομία μπόρεσα να διακρίνω μόλις πέρσι, το 2018. Και τέλος, κάπου απ' τα μέσα του φθινοπώρου του 2009, θα ξεκινούσα το πρώτο μυθιστόρημά μου, τη Διονυσία, που με απασχόλησε ίσαμε και το καλοκαίρι του 2011. 
Στη διετία 2017-2018, μετά και το μυθιστόρημα Ο θάνατος του μισθοφόρου (2016), σταθμό νομίζω στις υφολογικές μου αναζητήσεις, και καθώς διαγραφόταν πια καθαρότερα η πορεία, θα ξανάπιανα τα προηγούμενα βιβλία μου, και για να τα διορθώσω –να τα εμπλουτίσω με τα κεκτημένα της δεκαετίας-, και κάπως για να δω αν υπήρχε και ποια συνέπεια από κείμενο σε κείμενο. Η δουλειά με απορρόφησε για πολλούς λόγους, εντόπισα και άλλα κοινά στοιχεία, με πιο ενδιαφέρον, την από απόσταση εποπτεία του υλικού της αφήγησης, ένα είδος αμεροληψίας ή φλεγματικής στάσης του αφηγητή, μια μορφή ειρωνείας, εμφανέστερη κάποτε ως θυμηδία, και άλλοτε ως καθ’ αυτήν ειρωνεία. Κατανόησα άρα και την αμηχανία ορισμένων αναγνωστών μου. Τα ίδια σημεία που ενοχλούν ως ελευθεριάζοντα ή τολμηρά κάποιους κατά βάση ομοφοβικούς, τα ίδια σημεία αφήνουν αδιάφορους ή και προδιαθέτουν αρνητικά άλλους με συνειδητό ομόφυλο προσανατολισμό. Αναλογικά, μολονότι στο Σκοτεινό Νησί με ώθησε η οικολογική αφύπνιση, πιο σωστά ο πανικός, εντούτοις, γιατί καθώς το έγραφα, απ’ τον χώρο του πολιτικού ακτιβισμού (της Αγοράς και των ιδεών) βρέθηκα ακούσια αλλού, στην περιοχή των μύθων όπως μ’ αρέσει να την ονομάζω, εντέλει ούτε ο ακτιβιστής οικολόγος, ούτε ο αντίθετός του, ο οικοσκεπτικιστής, ικανοποιούνται ιδεολογικά διαβάζοντας το Σκοτεινό Νησί.
Κατατείνω με τα χρόνια πως αν μπορεί να αναζητηθεί μία στάση, ένα νήμα κάτω από τις διαδοχικές αλληλοσυμπληρούμενες αφηγήσεις στο Σκοτεινό Νησί, είναι της ειρωνείας περισσότερο: δεν πάει κανείς στην τέχνη για να κάνει τη δουλειά που θα έκανε στην Αγορά. Είναι διαφορετική η αλήθεια στην τέχνη, και είναι η αλήθεια των μύθων. Η ρητορική μιμείται εύκολα και συχνά τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία ενδιαφέρεται για τη ρητορική μόνο για να την παρωδήσει.
Ποιο είναι, λοιπόν, Το Σκοτεινό Νησί; Κατ’ αρχάς είναι σκοτεινό, γιατί και τα νησιά του Αιγαίου μπορεί να ’ναι σκοτεινά, έως και… καφκικής ατμόσφαιρας, τόποι και κοινωνίες σ’ όλες τις εκδοχές του σύγχρονου βίου, εννοώ. Θυμάμαι, τέλος του ’70 και της εφηβείας μου, προχωρημένο φθινόπωρο, σούρουπο, πολύ κοντά στο πατρικό μου, στο πέταλο του λιμανιού της Κω, άνθρωπος κανείς, και πέφτω πάνω στον Οδυσσέα Ελύτη. Θυμάμαι το δέος του εφήβου που ήμουν. Προχωρούσε σκυμμένος, βυθισμένος. Μ’ όλο τον σεβασμό στο ποιητικό εργαστήρι του, μόλο που νιώθω και Αιγαιοπελαγίτης και νησιώτης, ποτέ δεν μου καλάρεσε η μεταφυσική ιδέα του περί του (αιγαιοπελαγίτικου) φωτός. Ο ποιητής ως ποιητής είχε κάθε δικαίωμα, βέβαια, να σφετερίζεται τη θερινή λαμπρότητα των νησιών μας, όπως κι εγώ, απ’ τη μεριά μου, ν’ ασφυκτιώ ιθαγενής στον ποιητικό κόσμο ενός άλλου. Ίσως από εκεί το ονοματικό σύνολο, το ενδεχομένως για τον ποιητή οξύμωρο: Το Σκοτεινό Νησί. Δένει εξάλλου και με το μέλλον που συνειρμικά στη σκέψη των περισσότερων, όντας άγνωστο, προξενεί φόβο, φαντάζει σκοτεινό.
Το τρισυπόστατο του ήρωα, οι εναλλασσόμενες τρεις αφηγήσεις, και οι τρεις σε πρώτο πρόσωπο, η μελλοντολογική δυστοπία που συντίθεται από εικόνες σχεδόν αρχαίες, η σεξουαλικότητα που όπως και στο υπόλοιπο έργο μου δεν ξέρω να πω αν είναι η αιτία ή η αφορμή της κρίσης, είναι πάντως ο προθάλαμος πριν η διαταραχή που μοιάζει και με παροξυσμό σπρώξει την αφήγηση στον σκοτεινότερο εσώτερο θάλαμο, εκεί απ’ όπου ορμώνται οι μύθοι, στην αρχή με αχνά, στο τέλος με αδρά περιγράμματα. Εικόνες συνειρμικές -βρίσκω καμιά φορά κάποια βιωματική τους άκρη-, και που δυσκολεύομαι πολύ να τις ερμηνεύσω, να τις εξηγήσω.
Το γυμναστήριο πέρσι, φέτος Το Σκοτεινό Νησί αναθεωρημένο – διορθωμένο, και τα δυο από τις Εκδόσεις Ποταμός. Το Σκοτεινό Νησί και Το γυμναστήριο είναι τα δυο παράξενα, διαφορετικά απ’ τα υπόλοιπα, όμως και συγγενικά μεταξύ τους έργα μου. Τα νιώθω δίδυμα. Η δηλωμένη θεατρική καταγωγή του ενός (και περισσότερο τα απομεινάρια της ενότητας χώρου και χρόνου στην πλοκή του), ή η διαλογική αφηγηματική μορφή του άλλου που παραπλανά για θεατρική, ο τριπλός αφηγητής, όσο και η απόσταση από τον ρεαλισμό, είναι τα κύρια αλλά όχι τα μόνα κοινά χαρακτηριστικά τους.
(*Αν εφαρμόσουμε σχηματικά κάπως τη πλατωνική τριμερή διαίρεση της ψυχής.)

Στην Κω, τον Ιούλιο του 2019.   

Δημοσιεύθηκε και στις "Στάχτες", 13/7/2020.