Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Marisa Monte: Mais uma vez.



Μαρίζα Μόντζι: Ακόμα μια φορά.

Ακόμα μια φορά που σ’ αφήνω
αμέσως γυρνάω πίσω να σε δω
γεμίζει μελαγχολία η καρδιά μου
(…)
μακριά από σένα, καλέ μου, μακριά από το σπίτι μας,
ακόμα μια φορά

Η Μαρίζα Μόντζι γεννήθηκε στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το 1967. Σπουδαία μουσικός με βαθιές ρίζες στη σάμπα, το φολκλόρ, τη βραζιλιάνικη ποπ και ροκ του 1980. Συνεργάστηκε με τον Carlinhos Brown (Καρλίνιους Μπράουν) και τον Arnaldo Antunes (Αρνάλντο Αντούνες) στο έξοχο “Tribalistas” (2003), και εκτός Βραζιλίας με τον Ντέιβιντ Μπερν, τη Λόρι Άντερσον και άλλους. Στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών του Λονδίνου ήταν η τραγουδίστρια επικεφαλής της βραζιλιάνικης ομάδας για την παραλαβή της ολυμπιακής σημαίας.

Στη Βραζιλία μία ακμαία και δυναμική μεσαία τάξη φτιάχνει τους ρυθμούς, τις μορφές μιας συναρπαστικής εμπειρίας της ζωής.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Η μοιραία ροπή.

Η μοιραία ροπή

Athens Voice, 15/10/2013 - 07:30

Η ροπή προς το μεγαλοϊδεατισμό. Προσιδιάζει σε άτομα ή σε συλλογικές οντότητες, λαούς φέρ’ ειπείν, που δεν μπορούν να αποτιμήσουν τις δυνάμεις τους, σ’ αυτούς που αδυνατούν να διαχειριστούν υπεύθυνα την όποια ανεξαρτησία ή αυτονομία τους. Το θέμα, βεβαίως, δεν μπορεί να εξαντληθεί σε λίγες γραμμές.
Τη γνωστή και πρώτη Μεγάλη Ιδέα του εθνικού μας βίου την εισηγήθηκε (όντως δεν ήταν δική του) το 1844 και την επέβαλε ο πατριάρχης του ρουσφετιού και γενικότερα του αδέσποτου πολιτικού προσωπικού, ο Ιωάννης Κωλέττης. Το γένος, εξορμώντας από το βυθισμένο στα δάνεια και την ανημπόρια κρατίδιο, θα ανασυγκροτούσε την ευκλεή βυζαντινή αυτοκρατορία, θα ξαναλειτουργούσε την Αγιά-Σοφιά, το σύμβολο του ελληνισμού, (-και μια και βρέθηκα στα χωράφια της Μαρίας Ρεπούση, κάπως να τη θυμίσω-, την οποία Αγιά - Σοφιά οικοδόμησε ο γνωστός αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, ο καταγόμενος από το Ταυρήσιο, περιοχή κοντά στα σημερινά Σκόπια, οπωσδήποτε όχι ελληνικής καταγωγής, με μητρική γλώσσα τα λατινικά). Εμπάση περιπτώσει μία νεοελληνική Μεγάλη Ιδέα για να ωριμάσει απαιτεί περίπου εξήντα χρόνια. Και η κατάληξη εκείνης της πρώτης το 1922 θα μας άλλαζε τουλάχιστον ως προς τούτο, στο εξής θα καθόμασταν στ’ αυγά μας, που σημαίνει τι άλλο, θ’ αβγαταίναμε το μεταξύ μας φθόνο.
Έτσι κι αφού πέρασε και ο Δεύτερος Παγκόσμιος, βάλαμε μπροστά τη δεύτερη μεγάλη ιδέα, (1944, εκατό χρόνια μετά την πρώτη), την ιδέα της νεοελληνικής ούτως ειπείν ουτοπίας, πως αρκούσε να αναδιανείμουμε τον υπάρχοντα πλούτο, να τα πάρουμε δηλαδή από τους νοικοκυραίους, και εφεξής θα ζούσαμε όλοι μια χαρά. Γνωρίζω καλά ότι υπήρξαν και υπάρχουν σοβαροί Έλληνες αριστεροί, αλλά ας δουν από ποιους κατέληξαν να εκπροσωπούνται και αυτοί, ας διαβάσουν τις αναλύσεις ή τις προτάσεις των ηγεσιών τους. Άλλωστε αυτή τη δεύτερη μεγάλη ιδέα, της… σοσιαλίζουσας Ελλάδας, (όχι της σοσιαλιστικής), την ενστερνίστηκαν όχι μόνο τα κεντρώα ή σοσιαλδημοκρατικά μορφώματα της οικογένειας Παπανδρέου, αλλά στο τέλος και η λαϊκή δεξιά, ιδίως στην πρεμούρα της ν’ αποτινάξει το άγος του νεοφιλελευθερισμού.
Όπως μου έλεγε καλή φίλη: «Τώρα με τη χρεοκοπία, πάρ’ το απόφαση, θα τα μοιραστούμε όλα». Να το πάρω, αλλά είναι τόσα, αρκούν; Και μετά; Έπειτα, ξεχνούμε ότι υπάρχουν αξίες ολότελα αναγκαίες για τη λειτουργία μιας κοινωνίας. Η περιουσία, κατά Λοκ, είναι αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα. Αλλά και θεμελιώδης αξία. Το βαθμό της παρακμής ή της διάλυσης γύρω μας τον εξιχνιάζει κανείς, αν υποβάλει την ερώτηση: έστω ότι κερδίζεις ένα λαχείο, πού θα επενδύσεις τα λεφτά σου. Οι περισσότεροι απαντούν, σε τράπεζα του εξωτερικού και οπωσδήποτε εκτός ΕΕ. Αυτή η ανασφάλεια προδίδει περισσότερο απ’ όλα την επερχόμενη καταστροφή. Το κράτος, πηγή ανασφάλειας. Ακόμα και οι δημόσιοι υπάλληλοι, στην πλειονότητά τους, δεν κοιμούνται πια ήσυχοι. Τις προάλλες μου έλεγε φίλος, πήγε να ανέβει στον πρώτο όροφο της υπηρεσίας όπου εργάζεται, βρέθηκε μπροστά στο αδιαχώρητο σε σκάλες, διαδρόμους, δεκάδες άγνωστα πρόσωπα συνωστισμένα. Ρώτησε τι θέλουν όλοι αυτοί, του απάντησαν ότι κυκλοφορούν οι δημόσιοι ελεγκτές και δεν ήθελαν να θεωρηθούν «απόντες από το πόστο εργασίας τους(!)». Άραγε υπήρξε πουθενά και ποτέ άλλοτε αριστερά που να υπερασπίζεται ή να αποσιωπά τέτοια φαινόμενα; Ρητορική η ερώτηση, σίγουρα, απλώς δεν τη χωράει ο νους μου, κυριολεκτώ.
Τα εξήντα χρόνια για την ωρίμανση και της δεύτερης μεγάλης ιδέας δεν είναι μακριά. Που δε μας λέει και κανένας ότι τα πενήντα δεν επαρκούν.
Είναι σίγουρο μετά την επερχόμενη νέα μεγάλη καταστροφή, θα είμαστε όλοι ωριμότεροι. Το πιθανότερο, όμως, και λιγότερο ελεύθεροι.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Το καλοκαιράκι του Αη-Δημητριού πέρα στα Πελάγη της Βαλτικής.



Στη βεράντα φυσάει, την αφήνω πια ασκούπιστη, σε λίγο θα το στρώνει με τα κόκκινα φύλλα της αγράμπελης, θέλει μάλλινο, μακρύ παντελόνι και κάλτσες το γράψιμο έξω, ανέβασα το λάπτοπ στο γραφείο, δεν τέλειωσαν ακόμα οι καλοί καιροί, έμεινε το καλοκαιράκι του Αη-Δημητριού, -θαρρώ οι Άγγλοι το λένε Indian summer. Το φως του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου πέφτει από χαμηλότερα και μαλακώνει από την υγρασία.
Στα ενδιάμεσα, (εποχές, αισθήματα, κενά και σαστίσματα), εκλύονται αλλόκοτα όνειρα, ρυθμοί, εικόνες.
Πρόστρεξα στον Τούμας Τράστρεμερ (και 1, 2).

Ο αέρας που φυσούσε τόσο προσεχτικά όλη τη μέρα
-στις πιο μακρινές βραχονησίδες κάθε χορταράκι είναι μετρημένο-
έχει γαληνέψει στο εσωτερικό του νησιού. Η φλόγα του σπίρτου
     στέκει ορθή.
Η θαλασσογραφία και ο πίνακας με δασικό θέμα σκοτεινιάζουν
     ταυτόχρονα.
Τα φυλλώματα των πενταόροφων δέντρων μαυρίζουν κι αυτά.
«Κάθε καλοκαίρι είναι το τελευταίο.» Κούφια λόγια
για τα μεταμεσονύχτια πλάσματα του όψιμου καλοκαιριού,
τότε που τα τριζόνια ράβουν μανιασμένα στη μηχανή
και η Βαλτική είναι κοντά
και η μοναχική βρύση ορθώνεται ανάμεσα στις αγριοτριανταφυλλιές
σαν άγαλμα καβαλάρη. Το νερό έχει γεύση σιδήρου.

[TOMAS TRANSTRÖMER, από τα Πελάγη της Βαλτικής V, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μετ. Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις PRINTA, Αθήνα 2004, σελ. 122.]

(Η φωτογραφία από τον αδερφό μου Θανάση.)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Το αντίδοτο στον εθνικοσοσιαλισμό.

Το αντίδοτο στον εθνικοσοσιαλισμό

Athens Voice, 03/10/2013 - 13:17 
 
 

Την περασμένη εβδομάδα ένας συνονόματος παλιός φίλος που ζει στη Φλόριντα με ενημέρωσε θα ταξίδευε με το σύντροφό του στη Νέα Υόρκη να τελέσουν εκεί τον (πολιτικό) γάμο τους. Στη Φλόριντα δε θα έχει ισχύ, όμως θα τους απαλλάξει από κάποιους ομοσπονδιακούς φόρους. «Αλλά, βέβαια, με το που ψηφιστεί και στη δική μας εδώ πολιτεία ο γάμος ομοφύλων, θα είναι ζήτημα απλής επικύρωσης», μιλούσαμε στο skype, δηλαδή με οπτική όχι μόνο ακουστική επαφή παρά τις ηπείρους και τους ωκεανούς που μας χώριζαν και παρά τις επτά ώρες διαφορά, εκεί μεσημέρι, εδώ πια σχεδόν νύχτωνε. Παρακάμπτω την τρελή σκέψη πώς θα ακούγαμε οι Αντώνηδες πριν από τριάντα πέντε χρόνια, σ’ ένα από τα μπαράκια της Θόλου φέρ’ ειπείν όπου αλητεύαμε, κάποιον να μας προμαντεύει τον τρόπο και το περιεχόμενο της τωρινής συνδιάλεξης…
Όμως και κάπου εδώ βρίσκεται το πολύ ενδιαφέρον και καινούριο για την ανθρώπινη εμπειρία: η τεχνολογία σε σχέση με τη συνολικότερη ανάπτυξη των εθνικών ή κατά τόπους κοινωνιών του πλανήτη για πρώτη φορά μπορεί να είναι σε πλήρη δυσαρμονία. Χρησιμοποιώ το κινητό, το διαδίκτυο, ηλεκτρικές συσκευές, το αυτοκίνητό μου, ταξιδεύω με αεροπλάνα, και όμως μπορεί και με όλ’ αυτά να ζω στην Ουγκάντα ή στην Αίγυπτο, στη Ρωσία ή στη Σερβία, στην Ελλάδα ή στις κατεξοχήν χώρες του Διαφωτισμού, Αγγλία ή ΗΠΑ. Η επιλογή των τόπων εξυπηρετεί ένα συνειρμό, ομολογώ.
Η αιχμή στα ανθρώπινα δικαιώματα σήμερα από τη μία ως την άλλη άκρη του πλανήτη είναι η νομική κατοχύρωση της ισότητας για τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό (ΛΟΑΔ κοινότητα). Και ενώ, λοιπόν, ζώντας σε όποια από τις παραπάνω χώρες μπορώ να έχω τις προσλαμβάνουσες της σύγχρονης πρωτοπορίας, να γνωρίζω τους τρόπους και τις ποιότητες της ζωής στις πλέον προηγμένες κοινωνίες της γης, ως ομοφυλόφιλος, στην Ουγκάντα κινδυνεύω να καταδικαστώ σε θάνατο, στην Αίγυπτο να υποστώ τη βία φανατικών μουσουλμάνων, στη Ρωσία να φυλακιστώ αν δημοσιοποιήσω τον προσανατολισμό μου, στη Σερβία ακούω τον πρωθυπουργό μου να δυσφορεί δημόσια γιατί η ΕΕ τού υποδεικνύει να υποστηρίξει την Πορεία Υπερηφάνειας, στην Ελλάδα είμαι μόνιμα καθηλωμένος σε λαθραία διαβίωση, στις χώρες του Διαφωτισμού, αντίθετα, μπορώ να ζω πλήρως ορατός και με ολοένα πιο διευρυμένα δικαιώματα.
Οι ανά τον κόσμο αντιδραστικοί βλέπουν στη νομική κατοχύρωση της ισότητας των ομοφυλοφίλων τα Σόδομα και τα Γόμορρα, την παρακμή της δύσης, και πάντως όχι την ανανέωση και παράταση της πολιτικής και οικονομικής ισχύος της, αυτό που ακολούθησε μετά από κάθε άλλο προηγούμενο μεγάλο βήμα πολιτικού φιλελευθερισμού. Τα κινήματα του εικοστού αιώνα βρίθουν από ομοφυλόφιλους που αγωνίζονταν για κάθε είδους άλλες ελευθερίες, ουσιαστικά όμως στρατολογούνταν από τον ίδιο τον προσανατολισμό τους, από την τρομακτική πίεση της ενοχής και της ντροπής που τους επιβαλλόταν για την ίδια τους τη φύση. Το ίδιο που συμβαίνει ήδη και θα συμβεί σ’ όλες τις αναδυόμενες οικονομίες σήμερα, όπου συνειδητά ή ασύνειδα κυρίως ομοφυλόφιλοι πρωτοστατούν στον εκδημοκρατισμό τους, στους αγώνες για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής, βελτίωση που συνεπάγεται ασφαλώς και την άνοδο του κόστους της εργασίας εκεί. Παράγοντας ανάμεσα σε άλλους, αρκετούς, θεσμικούς κυρίως, που εξισορροπητικά θα ξαναδώσουν το προβάδισμα στη φιλελεύθερη δύση.
Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι πως μετά το Διαφωτισμό παρά τις όποιες παλινωδίες ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι ο μόνος δρόμος. Ο κρατικός παρεμβατισμός στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, η υποβάθμιση των ατομικών ελευθεριών ή της διάκρισης των εξουσιών, οδήγησε σε αυταρχικά καθεστώτα, στον εθνικισμό και το ρατσισμό, παροδικά, ωστόσο. Από το Διαφωτισμό και δώθε η έμφαση στις ατομικές ελευθερίες δεν είναι μόνο αξία (που εμένα ως φιλελεύθερο μπορεί να με συγκινεί, αντίθετα, να μοιάζει ταξική αστική απάτη ή παρακμή για έναν κουμουνιστή ή εθνικιστή, αντίστοιχα), είναι το μόνο κίνητρο ανάπτυξης για τις κοινωνίες.
Ήδη ο αρχαιοελληνικός πρώιμος διαφωτισμός αποδείκνυε την ισότητα με βιολογικά επιχειρήματα (όλοι διαθέτουμε δύο χέρια, δύο μάτια κ.λπ., τον ίδιο αριθμό χρωματοσωμάτων που λέμε σήμερα), με ισχυρότερο το έσχατο, την κοινή αναπόδραστη μοίρα του θανάτου, ταυτόχρονα όμως ο ελληνικός κόσμος διατύπωνε κι εκείνη την ωραία φράση: φύσις πάντα ανομοιοί (η φύση τα κάνει όλα ανόμοια), αναγνώριζε ότι η φύση ως μηχανισμός κυρίως επεκτείνει την ποικιλότητα. Η νέα από μετάλλαξη παραλλαγή ενός είδους επιβιώνει στο περιβάλλον καλύτερα από την πλειονότητα των συγγενικών της για τον απλούστατο λόγο ότι δεν την αναγνωρίζουν οι κοινοί εχθροί.
Ίσοι αλλά όχι όμοιοι. Και το μόνο από τα πολιτεύματα που μπορεί να κατοχυρώσει αυτή την αντινομία είναι η αστική φιλελεύθερη δημοκρατία. Το περισσότερο κατά φύσιν, σύμφωνο με τη φύση, πολίτευμα. Στα εθνικοσοσιαλιστικά ή κουμουνιστικά καθεστώτα οι πολίτες στοιχίζονται ένστολοι, με την εικόνα της ομοιομορφίας δηλαδή. Το κράτος υποτάσσει τα άτομα, εξαλείφει τα χαρακτηριστικά τους. Το κινεζικό κουμουνιστικό καθεστώς επέβαλλε όχι μόνο στολή αλλά και κοινή κόμμωση. Ακόμα και τα δικά μας φασιστοειδή στοιχήθηκαν σε σειρές και φόρεσαν εν είδει στολών τα ίδια μαύρα τισέρτ με τον κακόγουστο σε αρχαιοπρεπή γραμματοσειρά λογότυπο. Προπαντός όμως την ίδια σεξιστική και ομοφοβική χυδαία μούρη. Τα καθεστώτα μπορούν να εντάξουν στους μηχανισμούς χειραγώγησης της κοινωνίας ακόμα και τη σεξουαλικότητα (να θυμηθούμε το «Σαλό» του Παζολίνι ή τη χιτλερική αισθητική του αντρικού γυμνού όπως την κατέγραψε η Λένι Ρίφενσταλ), ποτέ, όμως, να τη σεβαστούν ως έκφραση της ατομικότητας. Το σεξουαλικό προσανατολισμό ως απαραβίαστο ανθρώπινο δικαίωμα.
Το πραγματικό αντίθετο του εθνικοσοσιαλισμού είναι ο πολιτικός και οικονομικός φιλελευθερισμός. Οι βασικοί ιδεολογικοί άξονες, –αν τους πούμε–, ενός μορφώματος όπως η Χρυσή Αυγή ή παρεμφερών της είναι ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο κρατισμός. Μια κλειστή, φοβική, πατερναλιστική συνθήκη, η ιδεοληπτική θαλπωρή κατά κάποιο τρόπο της μικροαστικής οικογένειας.
Ένας δραστικός αντιρατσιστικός νόμος, η θεσμοθέτηση του γάμου ομοφύλων, αλλά και η χειραφέτηση της οικονομίας και ευρύτερα της κοινωνίας από το τεράστιο διεφθαρμένο κράτος, με άλλα λόγια ο σεβασμός και η προτεραιότητα στις ελευθερίες του ατόμου, είναι το αληθινό αντίδοτο στις εθνικοσοσιαλιστικές ή άλλες μη (πολιτικά) φιλελεύθερες ιδεοληψίες.

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Στην Κρήτη τραγουδούν ακόμα…


Ψαραντώνης, Είναι στιγμές που χαίρομαι


Είναι στιγμές, στιγμές που χαίρομαι
 και τραγουδώ μονάχος,
κι άλλες στιγμές, στιγμές που η καρδιά 
είναι γεμάτη πάθος.

Ένα κορμί, ένα κορμί χρωστώ τση γης
και πρέπει να το δώσω,
όπα, όπα και πρέπει να το δώσω,
μα σένα, εσένα ίντα σου χρωστώ
και με παιδεύεις τόσο;

Μα σένα ίντα σου χρωστώ,
 ε, και με παιδεύεις τόσο...


Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η δεξαμενή που δε λέει να στερέψει.

Athens Voice, 20/09/2013 - 10:37

Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου, μέχρι και το 1963, τα χρόνια που έπαιρνε ο πατέρας μου την ειδικότητα της ακτινολογίας, ζούσαμε στην Αθήνα. Τότε, το πιθανότερο γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμη γιαγιά –εκείνες μένανε στο νησί–, ίσως και για να διευκολύνει στα βάρη του έναν καλό πρώτο του ξάδερφο στο χωριό, ο πατέρας μου ανέβασε στην Αθήνα μαζί μας τη δεκαπεντάχρονη κόρη εκείνου του συγγενή, το Ποπάκι, που θα αναλάβαινε για μένα χρέη αυτής που σε απλά αγγλοελληνικά ονομάζουμε μπέιμπι σίτερ. Και ούτω πως με μεγάλωναν πια δύο Καλλιόπες, η Πόπη η μάνα μου η μία, και το Ποπάκι η άλλη, η ξαδερφούλα από την Κέφαλο, το χωριό το πιο φτωχό και το πιο απομακρυσμένο από την πόλη της Κω. Να πω επίσης πως καθώς δε μίλαγα μέχρι τα δύο (κι ύστερα τραύλιζα μέχρι και τα επτά) την φώναζα «το Παπάτσι μου».
Δε θυμάμαι τίποτα από εκείνα τα χρόνια, όμως κάθε φορά που συναντώ το Ποπάκι αυθόρμητα ξεπηδά από μέσα μου η μνήμη μιας βαθιάς οικειότητας. Ανήκει στα πολύ λίγα πρόσωπα που μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς ή να ζωγραφίσω από μνήμης, ιδίως τις ρυτίδες του γέλιου στα ζωηρά μάτια της κι αμέσως παρασυρμένα σαν μ’ εσωτερικό νήμα τα χείλια της, τη χαρούμενη φωνή της.
Το Ποπάκι γύρισε στην Κέφαλο, έφτιαξε τη ζωή της. Τις χαρές ή το χρόνο που κυλάει αμέριμνος, όμως, τον σκιάσανε λύπες, σίγουρα μεγαλύτερες απ’ όσες αναλογούν σ’ έναν άνθρωπο της εποχής και του τόπου της. Έμεινε γρήγορα ζωντοχήρα, δούλεψε σκληρά μεγαλώνοντας τα έξι παιδιά της. Εκείνα τα δύσκολα πρώτα χρόνια έχασε και τη μία από τις δύο θυγατέρες της. Το περασμένο Σάββατο, ανήμερα του Σταυρού, έμελλε να τη βρει και η δεύτερη μεγάλη συμφορά. Να χάσει και δεύτερο παιδί, το δευτερότοκο Μανόλη της. Πρώτες πρωινές ώρες, πριν χαράξει ακόμα, εργαζόμενος στην αποκομιδή των σκουπιδιών, πίσω από τη σκουπιδιάρα, πάνω στη δουλειά του ο Μανόλης, χτυπήθηκε θανάσιμα από γιωταχί που οδηγούσε ένας μεθυσμένος.
Το μάθαμε μεσημέρι. Πήρα τους γονείς μου και φύγαμε για το χωριό. Στην πλατεία και στον κεντρικό δρόμο, όταν με κατεβασμένο το τζάμι ρωτούσα πού έχουν τον νεκρό, –νιόπαντρος και ζούσε στο σπίτι της γυναίκας του–, μου απαντούσαν, «Προχώρει πέρα κατά τον Λιμιώνα. Θα καταλάβεις πού τον έχουσι ’πό τον κόσμο». Πράγματι, ήταν ήδη μαζεμένος πολύς. Στάθμευσα, περπατάγαμε μουδιασμένοι ανάμεσα στους μαυροφορεμένους που στεκόντουσαν όρθιοι κι απ’ τις δυο πλευρές του στενού. Ανεβήκαμε τη σκάλα προς τον όροφο, στη μέση του καθιστικού το φέρετρο με τον Μανόλη, δίπλα κι από πάνω του το Ποπάκι, παραδίπλα η χήρα και τ’ αδέρφια του. Το Ποπάκι από τις πέντε το πρωί κι ίσαμε το τέλος του ξοδιού δίχως να σταματήσει ούτε λεπτό, μα πώς δε στέγνωνε το στόμα της απορούσαν οι γυναίκες απέξω, μιλούσε στο παιδί της, του μίλαγε ασταμάτητα σε μια καθημερινή πρόζα, «Μανόλη μου, έλα Μανόλη, ξύπνα, γιε μου», ο πόνος της προδιδόταν μόνο από την επίμονα υψηλή ένταση της φωνής, κάθε που ερχόταν ένας οικείος, ένας οξύς γόος σπαραξικάρδιος χυνόταν μέσ’ απ’ την κάμαρα του θρήνου έξω στο δρόμο. Το Ποπάκι, η αγκαλιά της, οι φωνές της, ο κοπετός γύρω μας, τα κρύα σταυρωμένα χέρια του Μανόλη. Ύστερα βγήκα έξω, ακούμπησα στην κουπαστή της σκάλας, χάζευα τον κόσμο, τα πρόσωπα, τις εκφράσεις, τις στάσεις των σωμάτων τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι το μισό μου σόι.
Η Κέφαλος είναι ψηλά χτισμένη, έχει καλό αέρα και ολόγυρά της προς όλες τις κατευθύνσεις ένα σπάνιας ομορφιάς φυσικό τοπίο. Ήταν απόγευμα, δίχως υγρασία στην ατμόσφαιρα, το φως έπεφτε μαλακό και στις αποχρώσεις του μελιού. Ο θάνατος δίνει ένταση στη ζωή. Ήρθαν οι παπάδες, οι θρήνοι γίνανε στριγκιές κραυγές, πήραν οι φίλοι του στον ώμο τον Μανόλη, ξέσκεπο το κασόνι, ξεκίναγε η πομπή για την εκκλησία. Εκεί περίμεναν κι όσοι δεν ήρθαν στο σπίτι. Όλο το χωριό. Άρχισε η λειτουργία, που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Το εκκλησίασμα, σκόρπιες φωνές από δω κι από κει, με τις κραυγές του επικάλυπτε ψάλτες και παπάδες, δεν ήταν κλάματα, ήταν άγριες επικλήσεις δεν ξέρω σε ποιον ούτε άκουγα καθαρά, μέσα μου έμεινε η εντύπωση μιας τελετουργίας σαν γύρω από ένα βάραθρο. Σκληρά πρόσωπα, με οικονομία στην έκφρασή τους. Έμοιαζε μ’ έναν αλλόκοτο ασύντακτο χορό.
Είπε δυο λόγια ο καλός παπα-Κωνσταντής, αυτά απολύτως που έπρεπε, όχι περισσότερα, ύστερα πάλι εν πομπή κινήσαμε για το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και με θέα πανοραμική στον κόλπο τον ομώνυμο της Κεφάλου. Εδώ είναι θαμμένοι ο παππούς Αντώνης, η γιαγιά Καλλιόπη. Λίγο πριν από το μούχρωμα τελέστηκε και η ταφή. Διαλυόταν πια το σόι, μαζί και το υπόλοιπο χωριό. Σκοτείνιαζε όταν έβαζα μπροστά για την επιστροφή στην πόλη. Παρά τον άδικο χαμό, το Ποπάκι και τον πόνο τον ανήκεστο στα σωθικά της, μέσα μου είχα και μια άλλη συγκίνηση. Και το όνομα και το επίθετο και το πατρώνυμό μου, Αντώνης Νικολής του Χαραλάμπους, μου τα έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά κι από την όλη έκφρασή τους, (ειλικρινά δεν παρασύρομαι από τη συγκίνηση της ίδιας της γραφής, έχω τα χρονάκια μου πια και αρκετή εμπειρία), μια ιδιότυπη αισιοδοξία:
Αν μετά από τόσα χρόνια λαϊκίστικου εκμαυλισμού η νεοελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα τέτοια αποθέματα, έχει ακόμα κάπου μερικούς ανθρώπους ικανούς να χαρούν ή να πενθήσουν με όλη την αλήθεια της ύπαρξής τους, τότε η δεξαμενή δε στέρεψε. Παράξενο, βέβαια, όμως, κι αν δεν έχω λαλήσει από την πολλή απαισιοδοξία, –που κι αυτό δεν αποκλείεται–, ετούτη η δεξαμενή ίσως να μη στέρεψε…

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει…




Έψαχνα τις χρήσεις του στερεύω κι έπεσα στο στίχο του Σεφέρη το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της ημέρας (Επιφάνια, 1937), είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Σεφέρη, παρακάτω οι τελευταίες δύο ενότητες / στροφές από το εν λόγω ποίημα.

(…)

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο

   γυρεύεις

 να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν

   εκείνους

που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

που  στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή∙ κράτησα τη ζωή μου.



                                                                                      Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


[Γιώργος Σεφέρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ενδεκάτη έκδοση, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1977, σελ. 140 -142.]