Αλφρέντου Μαρσενέιρου: Είναι τόσο όμορφο να είσαι μικρούλης.
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013
Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013
Εκλεκτικές συγγένειες.
Ο Άνθιμος Θεσσαλονίκης έκανε δηλώσεις κι αυτός κατά του κλεισίματος της ΕΡΤ.Το αδιατάρακτον της κρατικής τηλεόρασης, συνεκδοχικά του δημοσίου, βρίσκει ένθερμους υποστηρικτές στους άμβωνες -πρώτος διαμαρτυρήθηκε ο Αθηνών Ιερώνυμος-, οι γραφικότεροι κάνουν και περισσότερο θόρυβο, βέβαια. Συνενώνουν τις δυνάμεις τους με τους υπόλοιπους προοδευτικούς Έλληνες, όσους αγωνίζονται να μην αλλάξει απολύτως τίποτα, εωσότου σε συνθήκες ηθικής ουτοπίας κάποιος ηθικά άμεμπτος κάπως εισηγηθεί ίσως να βελτιωθεί λιγάκι κάτι, -γιατί όχι;
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013
Γιώργος Ζαμπέτας, Βίκυ Μοσχολιού: αλήτη.
Ο Ζαμπέτας με τα χρόνια κλέβει χώρο του Χατζιδάκι μέσα μου, η Μοσχολιού αγαπημένη, οι πιο αυθεντικοί φθόγγοι -ιδιαίτερα τα σύμφωνα- της ελληνικής λαλιάς και των αισθημάτων μας, βέβαια.
Κυριακή 9 Ιουνίου 2013
Χτες, στη μεγάλη γιορτή της Αθήνας.
Με την πολύ καλή φίλη Βασιλική Ζάππη και τον επίσης φίλο, μπλόγκερ Θωμά Ξωμερίτη.
Κόσμος πολύς, συγκίνηση, νεαρόκοσμος με εντυπωσιακά σύγχρονο καλό ήθος, συγκρίνοντας με τις αντίστοιχες γιορτές της Λισαβόνας όπου βρέθηκα αρκετές φορές, επιτέλους σε κάτι η Αθήνα πιο συναρπαστική, κι αν χωράει να πω πιο ποιοτική ανάμεσα στις δύο πόλεις.
Καλή περηφάνια. Και του χρόνου.
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013
Ιωάννα Χατζηνικολή (1931-2013).
Πέθανε η γυναίκα που μας χάρισε μερικά από τα ωραιότερα βιβλία της νεότητάς μας. Ιδίως της Γιουρσενάρ και του Τσάτουιν. Αγαπημένοι συγγραφείς και οι δυο και μέσα μου τόσο συνδεδεμένοι με την εκλιπούσα, που δύσκολα θα αγόραζα βιβλίο τους άλλων εκδόσεων.
Γνώμη το μίσος;
Αντώνης Νικολής
Γνώμη το μίσος;
Athens Voice, 7 Ιουνίου 2013.
Το μίσος δεν είναι γνώμη∙ είναι συναίσθημα. Και, όπως συμβαίνει γενικά με τα συναισθήματα, εκφρασμένο στους τεράστιους πολλαπλασιαστές ισχύος που αποτελούν τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης απολήγει σε πράξη, ειδικότερα σε βία. Αναφέρομαι στο ρατσιστικό μίσος, στη δημόσια έκφρασή του.
Όταν κάποιος, ιδιαίτερα αξιωματούχος, διακηρύσσει το μίσος ή την απέχθειά του προς μια ομάδα του πληθυσμού, υποθάλπει τη βία ενάντια στα μέλη αυτής της ομάδας, ουσιαστικά βιαιοπραγεί. Πρόκειται για τη ρητορική του μίσους, συνήθως προς αλλογενείς ή αλλόφυλους, αλλόδοξους ή αλλόθρησκους, ομοφυλόφιλους ή αμφιφυλόφιλους ή διεμφυλικούς – μίσος ρατσιστικό και μόνο από τη συχνότητα των: άλλος, φύλο, φυλή στα συνθετικά των λέξεων.
Ο ρατσισμός, όπως τον είδαμε στον ευρωπαϊκό εικοστό αιώνα, αναπτύσσεται κυρίως στα μικροαστικά στρώματα σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Λόγω της ανασφάλειάς τους αυτά τα στρώματα επιζητούν μέσ’ από στερεότυπα και προκαταλήψεις έναν ή περισσότερους τελετουργικούς σχεδόν εχθρούς, διόλου πραγματικούς, αποδιοπομπαίους τράγους, προς τους οποίους εκτονώνουν τυφλή βία. Αν προσέξετε τα αφρισμένα στόματα κάτι διαπρύσιων παπάδων μας, η πιο μύχια αγωνία τους είναι μην και ξεμείνουν από εχθρό, γενικά από την άνεση να στρέφουν το γεμάτο φοβίες ποίμνιο ενάντια στον εκάστοτε τράγο, «αν δε μου επιτρέπετε εμένα να διασύρω τον ομοφυλόφιλο, τον αιρετικό, το Σλαβομακεδόνα, τότε πώς θα υπάρξω, τι θα λέω;».
Ο ρατσισμός προξένησε το φρικτότερο έγκλημα όλων των εποχών. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν είναι μόνο μια γενοκτονία. Μπορεί άλλες γενοκτονίες ή εθνοκαθάρσεις ή καθεστωτικές εκκαθαρίσεις να ήταν εξίσου ή και πιο φονικές, εξυπηρετούσαν ωστόσο πολιτικές ή εθνικές στρατηγικές, αποκρουστικές, όμως που διέπονταν από κάποια λογική. Το Ολοκαύτωμα υπήρξε η πλέον παράλογη εκδοχή συλλογικής επιθετικότητας: οι φούρνοι, τα αέρια, η επινόηση του οικονομικότερου και μαζικότερου τρόπου θανάτωσης εκατομμυρίων ανθρώπων που δε συνιστούσαν καμιά απειλή για τη γερμανική επικράτεια, δεν έγειραν αίτημα αυτοδιάθεσης ούτε είχε εισβάλει στη Γερμανία «όμαιμο» εβραϊκό στράτευμα διεκδικώντας να αποσπάσει τμήμα της χώρας στο όνομα αυτής της μειονότητας. Ήταν απλώς διαφορετικοί, αλλόθρησκοι και αλλογενείς.
Το Ολοκαύτωμα είναι το τερατώδες μέγιστο έγκλημα στην παγκόσμια ιστορία. Έτυχα με φίλους Γερμανούς, άσημους ανθρώπους, κι εκεί πάνω στην κουβέντα να ξεσπάνε σε λυγμούς αναγνωρίζοντας τη συλλογική συνενοχή των προγόνων τους, και θεωρώ ότι αυτή τους η ομολογία τούς τιμά. Δε θα ’πρεπε να μας πιέσει κάποιο λόμπι για να αποφασίσουμε ότι η ιστορική αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί βάναυση προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Για όλες τις άλλες μέριμνες ενός αντιρατσιστικού νόμου, με δεδομένη την πολύ περιορισμένη πρόσληψη του πολιτικού φιλελευθερισμού αλλά και τη δικομανία των Ελλήνων, άκουσα από πολλούς και πείστηκα ότι πολιτικά φρονιμότερη θα ήταν η ψήφιση θετικών νόμων παρά ενός ακόμα απαγορευτικού, σύμφωνου κιόλας με το παλιομοδίτικο μοντέλο της πολιτικής προστασίας προς τις διάφορες ομάδες του πληθυσμού. Νόμοι που να αίρουν ανισότητες, να αποκαθιστούν αδικίες. Ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας, ένα σύγχρονο ξεκάθαρο πλαίσιο για τους μετανάστες σε ζητήματα όπως η ιθαγένεια των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα, οπωσδήποτε ο γάμος ομοφύλων (τα ίσα αστικά δικαιώματα) αλλά και η επίλυση αιτημάτων των διεμφυλικών ατόμων. Κι επειδή προτάσεις όπως οι παραπάνω εκτιμώνται ως ζητήματα δίχως πολιτικό όφελος, θα ήθελα να σημειώσω τρία πράγματα.
Πρώτον –ρωτήστε τους επαγγελματίες της οικοδομής–, παρά την τεράστια κρίση του κλάδου, ζουν με το επιπλέον άγχος να εξασφαλίσουν έστω μικροδουλειές στους μετανάστες ειδικούς εργάτες (πετράδες, πλακατζήδες, σοβατζήδες κ.λπ.), γιατί ο ένας μετά τον άλλον, άνθρωποι του μεροκάματου, παίρνουν το δρόμο της επιστροφής στις πατρίδες τους. Χάνουμε τους ίδιους αλλά και τα παιδιά τους, που είναι στη γλώσσα και στο νου Ελληνόπουλα. Που δεν έχουμε και άλλη εργατική τάξη και που όσο οι ανάλγητοι Ευρωπαίοι μάς κρατάνε αργόμισθους με τα καταραμένα τους μνημόνια, κανένας δικός μας δε θα επιστρέψει στην παραγωγή ή στο χωράφι ως εργάτης. Κανένας.
Δεύτερον, ακόμα και τη συντηρητικότερη εκτίμηση να κάνουμε στον πληθυσμό των Ελλήνων με ομοφυλόφιλο προσανατολισμό (μαζί με αμφιφυλόφιλους και λοιπούς), έστω ένα 5%, ελάτε να υπολογίσουμε τους άμεσα ενδιαφερόμενους: γονείς, αδέρφια, δώστε εσείς όποιο συνολικό ποσοστό θέλετε. Αυτοί πάντα ξέρουν, ιδίως όταν κάνουν ότι δεν ξέρουν, υποφέρουν και αγωνιούν, ακόμα και όταν φέρονται σκληρά. Αν ερωτηθούν σε μια δημοσκόπηση ή δε θα απαντήσουν ή με την ψυχολογία του Απόστολου Πέτρου θα αρνηθούν εμφατικά την αγωνία τους. Όταν θα ψηφίζεται ο γάμος ομοφύλων, δηλαδή το δικαίωμα της κανονικότητας για το παιδί ή τον αδερφό τους, πάλι δε θα πουν τίποτα, όπως όταν με την άκρη του ματιού παρακολουθείς κάτι και παριστάνεις ότι δε σε αφορά. Και την άλλη μέρα της ψήφισης, αν τους ρωτήσουν σε μια δημοσκόπηση, πάλι θα αρνηθούν να απαντήσουν. Όμως στις επόμενες εκλογές θα ζυγίσουν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να ψηφίσουν τον εισηγητή του, θα πουν μ’ ένα παράξενα βαθύ βλέμμα, «Γιατί ξέρει να ακούει», δε θα πουν ότι τους πήρε από την πλάτη το περισσότερο από ένα πολύ βαρύ φορτίο πόνου.
Τρίτον, ανάμεσα στους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής είναι ελάχιστοι οι δεξιοί, καν οι ακροδεξιοί. Είναι στην πλειονότητά τους λούμπεν μικροαστοί που ψάχνουν πότε δω πότε κει από πού θα βγάλουν την πιο μεγάλη γλώσσα. Να βγάλουν γλώσσα στη λογική, κάτι που μπορούν να κάνουν ακόμα. Ούτε υπάρχει περίπτωση τα στελέχη της να ηρωοποιηθούν. Οι περισσότεροι που τους ψηφίζουν ντρέπονται και να το ομολογήσουν.
Υ.Γ. 1: Τι πάθατε όλοι με τη λέξη εχθροπάθεια; Αντιγράφω από το λεξικό της Πρωίας, έκδοση του 1940, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών: [εχθροπάθεια (η)∙ εχθρικόν πάθος κατά τινός, εχθρική διάθεσις, ισχυρά ή έμμονος], λέξη κιόλας αναλογική προς τις: αντιπάθεια, εμπάθεια κ.τ.ό., και το κυριότερο τόσο περιεκτική σ’ αυτό που σημαίνει.
Υ.Γ. 2: Εδώ και καιρό πέφτει ένα βαρύ δυνατό φως στη σκηνή του κόσμου. Ο ομοφυλόφιλος προσανατολισμός νομιμοποιείται, γίνεται ορατός. Στον τόπο μας δυστυχώς βγήκαμε ελάχιστοι σ’ αυτό το φως. Δεν είναι καριέρες ούτε καπρίτσιο, απόδειξη πόσοι λίγοι είμαστε. Κι επειδή μπορώ να δω, γύρω στο ημίφως περιμένει πολύς κόσμος, με πολλή αγωνία, συγγραφείς, καλλιτέχνες, μα κι απ’ όλα τα επαγγέλματα, άλλος κάνει δειλά διστακτικά ένα βήμα μπροστά, άλλος δυο πίσω, τόσο σημαντικό να ’ρθουν όσο γίνεται περισσότεροι στη σκηνή. Θα παρακαλούσα όσους από τους συναδέλφους δεν ανήκουν στους άμεσα ενδιαφερόμενους, αν θέλουν να πουν μια ουσιαστική κουβέντα, καλώς να ορίσουν, διαφορετικά προς τι οι μεταμοντέρνες τσιρίδες, τα νάζια, οι ακκισμοί. Δε χρειάζεται να ζηλεύουν. Σε λίγα χρόνια θα είμαστε όλοι στη σκηνή, κανείς δε θα θυμάται ποιος βγήκε πρώτος ή ποιος τελευταίος. Δεν έχει ήρωες ούτε καριέρες εδώ. Έχει φόβο, έχει αγωνία, έχει ζωή αληθινή, όχι την επιτήδευσή της.
Γνώμη το μίσος;
Athens Voice, 7 Ιουνίου 2013.
Το μίσος δεν είναι γνώμη∙ είναι συναίσθημα. Και, όπως συμβαίνει γενικά με τα συναισθήματα, εκφρασμένο στους τεράστιους πολλαπλασιαστές ισχύος που αποτελούν τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης απολήγει σε πράξη, ειδικότερα σε βία. Αναφέρομαι στο ρατσιστικό μίσος, στη δημόσια έκφρασή του.
Όταν κάποιος, ιδιαίτερα αξιωματούχος, διακηρύσσει το μίσος ή την απέχθειά του προς μια ομάδα του πληθυσμού, υποθάλπει τη βία ενάντια στα μέλη αυτής της ομάδας, ουσιαστικά βιαιοπραγεί. Πρόκειται για τη ρητορική του μίσους, συνήθως προς αλλογενείς ή αλλόφυλους, αλλόδοξους ή αλλόθρησκους, ομοφυλόφιλους ή αμφιφυλόφιλους ή διεμφυλικούς – μίσος ρατσιστικό και μόνο από τη συχνότητα των: άλλος, φύλο, φυλή στα συνθετικά των λέξεων.
Ο ρατσισμός, όπως τον είδαμε στον ευρωπαϊκό εικοστό αιώνα, αναπτύσσεται κυρίως στα μικροαστικά στρώματα σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Λόγω της ανασφάλειάς τους αυτά τα στρώματα επιζητούν μέσ’ από στερεότυπα και προκαταλήψεις έναν ή περισσότερους τελετουργικούς σχεδόν εχθρούς, διόλου πραγματικούς, αποδιοπομπαίους τράγους, προς τους οποίους εκτονώνουν τυφλή βία. Αν προσέξετε τα αφρισμένα στόματα κάτι διαπρύσιων παπάδων μας, η πιο μύχια αγωνία τους είναι μην και ξεμείνουν από εχθρό, γενικά από την άνεση να στρέφουν το γεμάτο φοβίες ποίμνιο ενάντια στον εκάστοτε τράγο, «αν δε μου επιτρέπετε εμένα να διασύρω τον ομοφυλόφιλο, τον αιρετικό, το Σλαβομακεδόνα, τότε πώς θα υπάρξω, τι θα λέω;».
Ο ρατσισμός προξένησε το φρικτότερο έγκλημα όλων των εποχών. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων δεν είναι μόνο μια γενοκτονία. Μπορεί άλλες γενοκτονίες ή εθνοκαθάρσεις ή καθεστωτικές εκκαθαρίσεις να ήταν εξίσου ή και πιο φονικές, εξυπηρετούσαν ωστόσο πολιτικές ή εθνικές στρατηγικές, αποκρουστικές, όμως που διέπονταν από κάποια λογική. Το Ολοκαύτωμα υπήρξε η πλέον παράλογη εκδοχή συλλογικής επιθετικότητας: οι φούρνοι, τα αέρια, η επινόηση του οικονομικότερου και μαζικότερου τρόπου θανάτωσης εκατομμυρίων ανθρώπων που δε συνιστούσαν καμιά απειλή για τη γερμανική επικράτεια, δεν έγειραν αίτημα αυτοδιάθεσης ούτε είχε εισβάλει στη Γερμανία «όμαιμο» εβραϊκό στράτευμα διεκδικώντας να αποσπάσει τμήμα της χώρας στο όνομα αυτής της μειονότητας. Ήταν απλώς διαφορετικοί, αλλόθρησκοι και αλλογενείς.
Το Ολοκαύτωμα είναι το τερατώδες μέγιστο έγκλημα στην παγκόσμια ιστορία. Έτυχα με φίλους Γερμανούς, άσημους ανθρώπους, κι εκεί πάνω στην κουβέντα να ξεσπάνε σε λυγμούς αναγνωρίζοντας τη συλλογική συνενοχή των προγόνων τους, και θεωρώ ότι αυτή τους η ομολογία τούς τιμά. Δε θα ’πρεπε να μας πιέσει κάποιο λόμπι για να αποφασίσουμε ότι η ιστορική αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί βάναυση προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Για όλες τις άλλες μέριμνες ενός αντιρατσιστικού νόμου, με δεδομένη την πολύ περιορισμένη πρόσληψη του πολιτικού φιλελευθερισμού αλλά και τη δικομανία των Ελλήνων, άκουσα από πολλούς και πείστηκα ότι πολιτικά φρονιμότερη θα ήταν η ψήφιση θετικών νόμων παρά ενός ακόμα απαγορευτικού, σύμφωνου κιόλας με το παλιομοδίτικο μοντέλο της πολιτικής προστασίας προς τις διάφορες ομάδες του πληθυσμού. Νόμοι που να αίρουν ανισότητες, να αποκαθιστούν αδικίες. Ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας, ένα σύγχρονο ξεκάθαρο πλαίσιο για τους μετανάστες σε ζητήματα όπως η ιθαγένεια των παιδιών που γεννιούνται στην Ελλάδα, οπωσδήποτε ο γάμος ομοφύλων (τα ίσα αστικά δικαιώματα) αλλά και η επίλυση αιτημάτων των διεμφυλικών ατόμων. Κι επειδή προτάσεις όπως οι παραπάνω εκτιμώνται ως ζητήματα δίχως πολιτικό όφελος, θα ήθελα να σημειώσω τρία πράγματα.
Πρώτον –ρωτήστε τους επαγγελματίες της οικοδομής–, παρά την τεράστια κρίση του κλάδου, ζουν με το επιπλέον άγχος να εξασφαλίσουν έστω μικροδουλειές στους μετανάστες ειδικούς εργάτες (πετράδες, πλακατζήδες, σοβατζήδες κ.λπ.), γιατί ο ένας μετά τον άλλον, άνθρωποι του μεροκάματου, παίρνουν το δρόμο της επιστροφής στις πατρίδες τους. Χάνουμε τους ίδιους αλλά και τα παιδιά τους, που είναι στη γλώσσα και στο νου Ελληνόπουλα. Που δεν έχουμε και άλλη εργατική τάξη και που όσο οι ανάλγητοι Ευρωπαίοι μάς κρατάνε αργόμισθους με τα καταραμένα τους μνημόνια, κανένας δικός μας δε θα επιστρέψει στην παραγωγή ή στο χωράφι ως εργάτης. Κανένας.
Δεύτερον, ακόμα και τη συντηρητικότερη εκτίμηση να κάνουμε στον πληθυσμό των Ελλήνων με ομοφυλόφιλο προσανατολισμό (μαζί με αμφιφυλόφιλους και λοιπούς), έστω ένα 5%, ελάτε να υπολογίσουμε τους άμεσα ενδιαφερόμενους: γονείς, αδέρφια, δώστε εσείς όποιο συνολικό ποσοστό θέλετε. Αυτοί πάντα ξέρουν, ιδίως όταν κάνουν ότι δεν ξέρουν, υποφέρουν και αγωνιούν, ακόμα και όταν φέρονται σκληρά. Αν ερωτηθούν σε μια δημοσκόπηση ή δε θα απαντήσουν ή με την ψυχολογία του Απόστολου Πέτρου θα αρνηθούν εμφατικά την αγωνία τους. Όταν θα ψηφίζεται ο γάμος ομοφύλων, δηλαδή το δικαίωμα της κανονικότητας για το παιδί ή τον αδερφό τους, πάλι δε θα πουν τίποτα, όπως όταν με την άκρη του ματιού παρακολουθείς κάτι και παριστάνεις ότι δε σε αφορά. Και την άλλη μέρα της ψήφισης, αν τους ρωτήσουν σε μια δημοσκόπηση, πάλι θα αρνηθούν να απαντήσουν. Όμως στις επόμενες εκλογές θα ζυγίσουν πολύ σοβαρά την πιθανότητα να ψηφίσουν τον εισηγητή του, θα πουν μ’ ένα παράξενα βαθύ βλέμμα, «Γιατί ξέρει να ακούει», δε θα πουν ότι τους πήρε από την πλάτη το περισσότερο από ένα πολύ βαρύ φορτίο πόνου.
Τρίτον, ανάμεσα στους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής είναι ελάχιστοι οι δεξιοί, καν οι ακροδεξιοί. Είναι στην πλειονότητά τους λούμπεν μικροαστοί που ψάχνουν πότε δω πότε κει από πού θα βγάλουν την πιο μεγάλη γλώσσα. Να βγάλουν γλώσσα στη λογική, κάτι που μπορούν να κάνουν ακόμα. Ούτε υπάρχει περίπτωση τα στελέχη της να ηρωοποιηθούν. Οι περισσότεροι που τους ψηφίζουν ντρέπονται και να το ομολογήσουν.
Υ.Γ. 1: Τι πάθατε όλοι με τη λέξη εχθροπάθεια; Αντιγράφω από το λεξικό της Πρωίας, έκδοση του 1940, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών: [εχθροπάθεια (η)∙ εχθρικόν πάθος κατά τινός, εχθρική διάθεσις, ισχυρά ή έμμονος], λέξη κιόλας αναλογική προς τις: αντιπάθεια, εμπάθεια κ.τ.ό., και το κυριότερο τόσο περιεκτική σ’ αυτό που σημαίνει.
Υ.Γ. 2: Εδώ και καιρό πέφτει ένα βαρύ δυνατό φως στη σκηνή του κόσμου. Ο ομοφυλόφιλος προσανατολισμός νομιμοποιείται, γίνεται ορατός. Στον τόπο μας δυστυχώς βγήκαμε ελάχιστοι σ’ αυτό το φως. Δεν είναι καριέρες ούτε καπρίτσιο, απόδειξη πόσοι λίγοι είμαστε. Κι επειδή μπορώ να δω, γύρω στο ημίφως περιμένει πολύς κόσμος, με πολλή αγωνία, συγγραφείς, καλλιτέχνες, μα κι απ’ όλα τα επαγγέλματα, άλλος κάνει δειλά διστακτικά ένα βήμα μπροστά, άλλος δυο πίσω, τόσο σημαντικό να ’ρθουν όσο γίνεται περισσότεροι στη σκηνή. Θα παρακαλούσα όσους από τους συναδέλφους δεν ανήκουν στους άμεσα ενδιαφερόμενους, αν θέλουν να πουν μια ουσιαστική κουβέντα, καλώς να ορίσουν, διαφορετικά προς τι οι μεταμοντέρνες τσιρίδες, τα νάζια, οι ακκισμοί. Δε χρειάζεται να ζηλεύουν. Σε λίγα χρόνια θα είμαστε όλοι στη σκηνή, κανείς δε θα θυμάται ποιος βγήκε πρώτος ή ποιος τελευταίος. Δεν έχει ήρωες ούτε καριέρες εδώ. Έχει φόβο, έχει αγωνία, έχει ζωή αληθινή, όχι την επιτήδευσή της.
Τρίτη 4 Ιουνίου 2013
Το άρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής.
Ο Στέφανος Κασιμάτης (εδώ και σε παλιότερη ανάρτηση) είναι ο πνευματώδης, καλλιεργημένος, και με ιδιαίτερα φροντισμένο ύφος αρθρογράφος της Καθημερινής. Την Κυριακή 2 Ιουνίου με το άρθρο του (The pursuit of happiness: η επιδίωξη της ευτυχίας) υπενθύμισε ακόμα μια φορά ότι ο ουσιαστικός (όχι ο πολιτικάντικος) πολιτικός φιλελευθερισμός είναι όχι μόνο η αυθεντική ιδεολογία αλλά και το ζωτικό πολιτιστικό περιβάλλον της αστικής τάξης. Βεβαίως, το θύμισε αυτό σε μια χώρα η οποία -να το πω μετριοπαθώς- σοβαρή αστική τάξη δε διέθετε ποτέ...
Μεταφέρω ως δείγμα την κατακλείδα του εν λόγω άρθρου: "...η μελέτη της Ιστορίας -κάτι στο οποίο επιδίδομαι χωρίς υψηλές αξιώσεις, αλλά για την προσωπική μου απόλαυση και μόνον- μου έχει μάθει ένα πράγμα: ότι, στις ανοιχτές κοινωνίες, η εξέλιξη των πραγμάτων θέλει χρόνο και προσπάθεια και υπομονή. Θέλει κυρίως το θάρρος να μιλήσεις ανοιχτά για τα θέματα που καταλαβαίνεις ότι υφίστανται και να είσαι έτοιμος να δεχθείς τη γνώμη των άλλων, εφόσον τίθεται με την ίδια ευθύτητα και εντιμότητα. Ας μη φοβόμαστε, παιδιά! Δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε χαρωποί, αν δούμε δύο άνδρες να φιλιούνται. Εκτός και αν κάποιοι το έχουν μέσα τους και το καταπιέζουν..."
Μεταφέρω ως δείγμα την κατακλείδα του εν λόγω άρθρου: "...η μελέτη της Ιστορίας -κάτι στο οποίο επιδίδομαι χωρίς υψηλές αξιώσεις, αλλά για την προσωπική μου απόλαυση και μόνον- μου έχει μάθει ένα πράγμα: ότι, στις ανοιχτές κοινωνίες, η εξέλιξη των πραγμάτων θέλει χρόνο και προσπάθεια και υπομονή. Θέλει κυρίως το θάρρος να μιλήσεις ανοιχτά για τα θέματα που καταλαβαίνεις ότι υφίστανται και να είσαι έτοιμος να δεχθείς τη γνώμη των άλλων, εφόσον τίθεται με την ίδια ευθύτητα και εντιμότητα. Ας μη φοβόμαστε, παιδιά! Δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε χαρωποί, αν δούμε δύο άνδρες να φιλιούνται. Εκτός και αν κάποιοι το έχουν μέσα τους και το καταπιέζουν..."
Πέμπτη 30 Μαΐου 2013
Rodrigo Leão, Rosa.
Rosa, του Ροντρίγκο Λιάου, από το άλμπουμ Cinema, τραγουδάει η σπουδαία Βραζιλιάνα Rosa Passos (Ρόζα Πάσος /1952-).
[Ο Ρ. Λ. γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1964. Συνιδρυτής το 1985 των Madredeus / Μαντρεντέους, σταδιοδρομεί μόνος από το 1994. Το άλμπουμ Cinema / Σινέμα κυκλοφόρησε το 2004.]
Παρασκευή 24 Μαΐου 2013
Μπόλικοι ευφημισμοί και λίγος Ροΐδης.
athens voice, 24/05/2013
Μπόλικοι ευφημισμοί και λίγος Ροΐδης
Ο ευφημισμός είναι σχήμα του λόγου.
Όταν χρησιμοποιούμε καλές λέξεις για έννοιες με κακή σημασία, για
παράδειγμα ευλογιά για την αρρώστια που μόνο ευλογία δεν είναι. Ο
ανθρώπινος λόγος επιλέγει τον ευφημισμό για να αποτρέψει ή να προλάβει
ένα κακό, εμείς οι Νεοέλληνες επιπλέον, γιατί δίχως ευφημισμούς δε θα
συνεννοούμασταν πολιτικά.
Από πού να πρωταρχίσει κανείς. Ευφημισμοί ο ένας καλύτερος από τον άλλον: ελληνικό κράτος, τρίτη ελληνική δημοκρατία, δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, ασφαλιστικά ταμεία, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κεντρική διοίκηση, ελεύθερη οικονομία (που είναι και ανέκδοτο)... Τόσες πολλές σημασίες λέξεων αποσπασμένες από τις έννοιές τους, κάτι που ίσως δεν είναι άσχετο με την επίσης γενικευμένη ψυχολογική τάση να δηλώνουμε το αντίθετο απ’ αυτό που σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε.
Πολλές φορές κιόλας δυσκολεύεσαι να αποφανθείς: ευφημισμός ή οξύμωρο. Το ότι σε μπλογκ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης Έλληνες φιλελεύθεροι (είμαστε που είμαστε ένα από τα συντομότερα ανέκδοτα) επιτίθενται λάβροι κατά του «αντιρατσιστικού», όχι γιατί είναι νόμος δυσεφάρμοστος, ή γιατί συμφύρει πολλά με σχετική ασάφεια, αλλά γιατί θα φίμωνε κάτι μητροπολίτες «ελληνόψυχους», γνωστούς κήνσορες, όπως φέρ’ ειπείν τον Αιγιαλείας ή τον Πειραιώς, είναι οξύμωρο ίσως, αλλά οπωσδήποτε ευφημισμός (δηλαδή θα ήταν οξύμωρο αν επρόκειτο όντως για φιλελεύθερους, άρα επιστρέφουμε και πάλι στον ευφημισμό). Ή παλιότερα όταν επικροτούσαν την τροπολογία 84(!) βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας (άλλοι φιλελεύθεροι και τούτοι) να αποκλείονται από τις στρατιωτικές σχολές οι αλλογενείς, οι μη Έλληνες κατά το γένος σπουδαστές.
Όταν εν έτει 2013 κάποιος χαρακτηρίζει τους ομοφυλόφιλους διεστραμμένους, τον ομοφυλόφιλο προσανατολισμό διαστροφή, και προσφωνείται σεβασμιότατος ή άγιος, τότε έχουμε σχήμα υπερβολής, σχήμα ειρωνείας ή και πάλι ευφημισμό; Αλλά πάντως το ότι δεν μου επιτρέπεται εμένα που υφίσταμαι την προσβολή, που γνωρίζω πολύ καλά τι βόμβα διασποράς μίσους συνιστούν ανάλογες δηλώσεις, να σύρω αυτό τον άνθρωπο στη δικαιοσύνη, είναι ακόμα μία απόδειξη ότι ζω σε κατ’ ευφημισμόν δημοκρατία. Όχι πως η ελληνική αριστερά πάει πίσω. Κάθε άλλο.
Ένα δροσερό απόγευμα το καλοκαίρι του 1992 ήμασταν μεγάλη συντροφιά σε παραθαλάσσιο ασκηταριό στην Πάτμο. Στους επισκέπτες συγκαταλεγόταν ένας λαϊκός παπάς από μικρό γειτονικό νησί, πάνω στην κουβέντα με ρώτησε με τι ασχολούμαι. Του απάντησα φιλόλογος φροντιστής, ότι εργαζόμουν σκληρά, αλλά και ότι ήμουν πολύ ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Κούνησε το κεφάλι, «και η κόρη μου τα ίδια, φιλόλογος και κάνει φροντιστήρια, και της λέω, όσα χρόνια και να δουλέψεις, κοριτσάκι μου, όσα και να κερδίσεις, μα όσα πολλά και να κερδίσεις, θα είναι πάντα λιγότερα από όσα αν διοριστείς καθηγήτρια στο δημόσιο». Έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου αυτή η ρήση, ιδίως τα τρία τελευταία χρόνια, νομίζω αποδίδει πολύ περιεκτικά τη νεοελληνική αντίληψη για την οικονομία, ένα κρατικίστικο μοντέλο βαθιά ριζωμένο, αλλά και επαληθευμένο από την εμπειρία πολλών δεκαετιών.
Μοντέλο που προκειμένου να μη χάσει την ισχύ του, είδαμε πρωθυπουργούς να ταπεινώνονται, να εκπαραθυρώνονται, κυβερνήσεις και κόμματα να συνθλίβονται, ολόκληρη την πολιτική τάξη να λουφάζει ζαρωμένη στις οπισθοφυλακές του λαϊκισμού, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να καταρρέει. Και το χειρότερο, δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό ότι ακριβώς λόγω αυτού του μοντέλου δίχως τρόικα δεν μπορούμε πια να κυβερνηθούμε. Είναι θέμα ώσμωσης. Τόσο καλύτερα μέσα στο δημόσιο απ’ όσο έξω απ’ αυτό, που αν πείθονταν οι ξένοι να μας αδειάσουν τη γωνία, η πίεση για διορισμούς θα ήτανε τέτοια, θα αρκούσαν λίγοι μήνες διακυβέρνησης και το έλλειμμα θα εκτινασσόταν ξανά σε διψήφια νούμερα. Και αν τα λεγόμενα αστικά κόμματα είναι καταδικασμένα να υποφέρουν γονιδιακά σχεδόν από την κληρονομιά πολλών γενιών πολιτικάντηδων, η αριστερά άραγε για ποιο λόγο υπερασπίζεται αυτή την ανισότητα; Και μάλιστα την καλύπτει ιδεολογικά, ιδεοληπτικά είναι το σωστότερο να πω.
Και μια που το ’φερε ο λόγος, μια χαρά ευφημισμοί και οι διάφορες ιδεολογικές ταυτότητες και διαφορές. Δηλαδή, από τη λαϊκή λεγόμενη δεξιά ως τη δημοκρατική λεγόμενη αριστερά, τι άλλο, παρά μια και η ίδια σοσιαλδημοκρατική σούπα, επιπέδου έκθεσης ιδεών μαθητή τρίτης λυκείου – αν εξαιρεθούν ορισμένα ρητορικά σχήματα, στην πραγματικότητα μικροπολιτικές τακτικές προς τους ψηφοφόρους των γειτονικών άκρων. Ύστερα φοράει ο καθένας τον ευφημισμό του, το ιδεολογικό του καπελάκι, και πορεύεται. Οι φωτογενείς από τη μια τηλεοπτική ρούγα στην άλλη, μερικοί και στις συνεδριάσεις της βουλής όπου τελευταία γίνεται και λίγος τζερτζελές.
Όμως στον τίτλο υποσχέθηκα και λίγο Ροΐδη. Δύο αποσπάσματα.
«Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν∙ αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου». [Εμ. Ροΐδης, άπαντα, Ερμής 1978, τόμος Β’ σελ. 138]
«Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη. Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν’ αναγκάζεται η κυβέρνησις να συντηρή δι’ οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι’ ένα τάγμα πυροβολικού εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;» [Όπως παραπάνω, σελ. 187]
Τα αποσπάσματα είναι από τον Ασμοδαίο, το σατιρικό περιοδικό που εξέδιδε ο Ροΐδης, το πρώτο από το Πολιτικόν Δελτίον (8-6-1875), το δεύτερο από επιστολή (7-3-1876). Τότε το νεοελληνικό κράτος ήταν μόλις 33 χρόνων, έκτοτε κύλησαν άλλα περίπου 138 χρόνια. Η κακοδαιμονία στην καρδιά της νεοελληνικής διοίκησης, το αδέσποτο πολιτικό προσωπικό και η εξ αυτού πελατειοκρατία, μοιάζει να μην άλλαξε και πολύ. Διαβάζοντας τον Ροΐδη αυτό που φαίνεται να άλλαξε, και δη προς το χειρότερο, είναι η δυνατότητα να στηλιτεύσει κανείς την εν λόγω κακοδαιμονία. Αλλά και γι’ αυτό ακόμα, νομίζω, δεν είναι δίχως ευθύνες οι λογής καθησυχαστικοί ευφημισμοί.
Από πού να πρωταρχίσει κανείς. Ευφημισμοί ο ένας καλύτερος από τον άλλον: ελληνικό κράτος, τρίτη ελληνική δημοκρατία, δημόσια δωρεάν εκπαίδευση, ασφαλιστικά ταμεία, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κεντρική διοίκηση, ελεύθερη οικονομία (που είναι και ανέκδοτο)... Τόσες πολλές σημασίες λέξεων αποσπασμένες από τις έννοιές τους, κάτι που ίσως δεν είναι άσχετο με την επίσης γενικευμένη ψυχολογική τάση να δηλώνουμε το αντίθετο απ’ αυτό που σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε.
Πολλές φορές κιόλας δυσκολεύεσαι να αποφανθείς: ευφημισμός ή οξύμωρο. Το ότι σε μπλογκ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης Έλληνες φιλελεύθεροι (είμαστε που είμαστε ένα από τα συντομότερα ανέκδοτα) επιτίθενται λάβροι κατά του «αντιρατσιστικού», όχι γιατί είναι νόμος δυσεφάρμοστος, ή γιατί συμφύρει πολλά με σχετική ασάφεια, αλλά γιατί θα φίμωνε κάτι μητροπολίτες «ελληνόψυχους», γνωστούς κήνσορες, όπως φέρ’ ειπείν τον Αιγιαλείας ή τον Πειραιώς, είναι οξύμωρο ίσως, αλλά οπωσδήποτε ευφημισμός (δηλαδή θα ήταν οξύμωρο αν επρόκειτο όντως για φιλελεύθερους, άρα επιστρέφουμε και πάλι στον ευφημισμό). Ή παλιότερα όταν επικροτούσαν την τροπολογία 84(!) βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας (άλλοι φιλελεύθεροι και τούτοι) να αποκλείονται από τις στρατιωτικές σχολές οι αλλογενείς, οι μη Έλληνες κατά το γένος σπουδαστές.
Όταν εν έτει 2013 κάποιος χαρακτηρίζει τους ομοφυλόφιλους διεστραμμένους, τον ομοφυλόφιλο προσανατολισμό διαστροφή, και προσφωνείται σεβασμιότατος ή άγιος, τότε έχουμε σχήμα υπερβολής, σχήμα ειρωνείας ή και πάλι ευφημισμό; Αλλά πάντως το ότι δεν μου επιτρέπεται εμένα που υφίσταμαι την προσβολή, που γνωρίζω πολύ καλά τι βόμβα διασποράς μίσους συνιστούν ανάλογες δηλώσεις, να σύρω αυτό τον άνθρωπο στη δικαιοσύνη, είναι ακόμα μία απόδειξη ότι ζω σε κατ’ ευφημισμόν δημοκρατία. Όχι πως η ελληνική αριστερά πάει πίσω. Κάθε άλλο.
Ένα δροσερό απόγευμα το καλοκαίρι του 1992 ήμασταν μεγάλη συντροφιά σε παραθαλάσσιο ασκηταριό στην Πάτμο. Στους επισκέπτες συγκαταλεγόταν ένας λαϊκός παπάς από μικρό γειτονικό νησί, πάνω στην κουβέντα με ρώτησε με τι ασχολούμαι. Του απάντησα φιλόλογος φροντιστής, ότι εργαζόμουν σκληρά, αλλά και ότι ήμουν πολύ ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Κούνησε το κεφάλι, «και η κόρη μου τα ίδια, φιλόλογος και κάνει φροντιστήρια, και της λέω, όσα χρόνια και να δουλέψεις, κοριτσάκι μου, όσα και να κερδίσεις, μα όσα πολλά και να κερδίσεις, θα είναι πάντα λιγότερα από όσα αν διοριστείς καθηγήτρια στο δημόσιο». Έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου αυτή η ρήση, ιδίως τα τρία τελευταία χρόνια, νομίζω αποδίδει πολύ περιεκτικά τη νεοελληνική αντίληψη για την οικονομία, ένα κρατικίστικο μοντέλο βαθιά ριζωμένο, αλλά και επαληθευμένο από την εμπειρία πολλών δεκαετιών.
Μοντέλο που προκειμένου να μη χάσει την ισχύ του, είδαμε πρωθυπουργούς να ταπεινώνονται, να εκπαραθυρώνονται, κυβερνήσεις και κόμματα να συνθλίβονται, ολόκληρη την πολιτική τάξη να λουφάζει ζαρωμένη στις οπισθοφυλακές του λαϊκισμού, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να καταρρέει. Και το χειρότερο, δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό ότι ακριβώς λόγω αυτού του μοντέλου δίχως τρόικα δεν μπορούμε πια να κυβερνηθούμε. Είναι θέμα ώσμωσης. Τόσο καλύτερα μέσα στο δημόσιο απ’ όσο έξω απ’ αυτό, που αν πείθονταν οι ξένοι να μας αδειάσουν τη γωνία, η πίεση για διορισμούς θα ήτανε τέτοια, θα αρκούσαν λίγοι μήνες διακυβέρνησης και το έλλειμμα θα εκτινασσόταν ξανά σε διψήφια νούμερα. Και αν τα λεγόμενα αστικά κόμματα είναι καταδικασμένα να υποφέρουν γονιδιακά σχεδόν από την κληρονομιά πολλών γενιών πολιτικάντηδων, η αριστερά άραγε για ποιο λόγο υπερασπίζεται αυτή την ανισότητα; Και μάλιστα την καλύπτει ιδεολογικά, ιδεοληπτικά είναι το σωστότερο να πω.
Και μια που το ’φερε ο λόγος, μια χαρά ευφημισμοί και οι διάφορες ιδεολογικές ταυτότητες και διαφορές. Δηλαδή, από τη λαϊκή λεγόμενη δεξιά ως τη δημοκρατική λεγόμενη αριστερά, τι άλλο, παρά μια και η ίδια σοσιαλδημοκρατική σούπα, επιπέδου έκθεσης ιδεών μαθητή τρίτης λυκείου – αν εξαιρεθούν ορισμένα ρητορικά σχήματα, στην πραγματικότητα μικροπολιτικές τακτικές προς τους ψηφοφόρους των γειτονικών άκρων. Ύστερα φοράει ο καθένας τον ευφημισμό του, το ιδεολογικό του καπελάκι, και πορεύεται. Οι φωτογενείς από τη μια τηλεοπτική ρούγα στην άλλη, μερικοί και στις συνεδριάσεις της βουλής όπου τελευταία γίνεται και λίγος τζερτζελές.
Όμως στον τίτλο υποσχέθηκα και λίγο Ροΐδη. Δύο αποσπάσματα.
«Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν∙ αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου». [Εμ. Ροΐδης, άπαντα, Ερμής 1978, τόμος Β’ σελ. 138]
«Τούτο όμως, κ. συντάκτα, δυσκολεύομαι να το πιστεύσω, διότι πλουσιώτερον της Ελλάδος έθνος δεν πιστεύω να υπάρχη εν τη οικουμένη. Είπατέ μου, αν γνωρίζετε, εις ποίον άλλον τόπον υπάρχει τοσαύτη πληθώρα χρημάτων, ώστε προς εξάντλησιν αυτών ν’ αναγκάζεται η κυβέρνησις να συντηρή δι’ οκτώ στρατιώτας ένα αξιωματικόν ή δι’ ένα τάγμα πυροβολικού εννέα ταγματάρχας; Ποίον άλλο του κόσμου μέρος έχει αναλόγως του πληθυσμού του το δέκατον των υπαλλήλων μας;» [Όπως παραπάνω, σελ. 187]
Τα αποσπάσματα είναι από τον Ασμοδαίο, το σατιρικό περιοδικό που εξέδιδε ο Ροΐδης, το πρώτο από το Πολιτικόν Δελτίον (8-6-1875), το δεύτερο από επιστολή (7-3-1876). Τότε το νεοελληνικό κράτος ήταν μόλις 33 χρόνων, έκτοτε κύλησαν άλλα περίπου 138 χρόνια. Η κακοδαιμονία στην καρδιά της νεοελληνικής διοίκησης, το αδέσποτο πολιτικό προσωπικό και η εξ αυτού πελατειοκρατία, μοιάζει να μην άλλαξε και πολύ. Διαβάζοντας τον Ροΐδη αυτό που φαίνεται να άλλαξε, και δη προς το χειρότερο, είναι η δυνατότητα να στηλιτεύσει κανείς την εν λόγω κακοδαιμονία. Αλλά και γι’ αυτό ακόμα, νομίζω, δεν είναι δίχως ευθύνες οι λογής καθησυχαστικοί ευφημισμοί.
Δευτέρα 20 Μαΐου 2013
Τα καλοκαίρια το laptop κατεβαίνει στον κήπο.
Τα καλοκαίρια το λάπτοπ κατεβαίνει στον κήπο.
Βρίσκομαι στη μέση της δουλειάς, στο μέσον του δεύτερου
μυθιστορήματος. Φαντάζομαι θα μου πάρει κάνα χρόνο ακόμα. Εμπεδώνω
τα κεκτημένα της Διονυσίας, κυρίως τον αφηγητή, ίσως προχωρήσω και λίγο
παραπέρα. Σε μια πραγματικότητα όπως η τωρινή νεοελληνική (που δε σ’ αφήνει
απερίσπαστο ούτ’ ανάμεσα σε ιβίσκους και μπουκαμβίλιες), δεν είν’ εύκολο πράγμα
ν’ αφηγείσαι ιστορίες.
(Οι φωτογραφίες από τον αδελφό μου Θανάση.)
(Οι φωτογραφίες από τον αδελφό μου Θανάση.)
Πέμπτη 16 Μαΐου 2013
Maria Bethânia: Movimento dos Barcos / η κίνηση των καραβιών.
Η κίνηση των καραβιών
Είμαι κουρασμένη όπως κι εσύ
Θα βγω δίχως ν’ αφήσω ανοιχτή την πόρτα
Δε θα γυρίσω ποτέ πια
Συγγνώμη που σου έκλεψα την ησυχία
Το μέλλον που περίμενες που δε σου έδωσα
Δεν παίρνεις ένα καράβι δίχως προθεσμίες
Να υπομένεις μια ζωή
Σαν μια στιγμή
Μακριά απ’ την προβλήτα
Που περνά μακριά απ’ τα σώματά μας
Δε θέλω να μείνω αποχαιρετώντας
Τα πράγματα που φεύγουν, θέλω
Να φύγω μαζί τους, θέλω
Να μην αφήσω τίποτα πίσω
Πέρα από τις στάχτες του τσιγάρου
Το σημάδι μιας αγκαλιάς στο κορμί σου
Όχι, όχι, δεν είμαι ’γώ αυτή που θα κλαίει στο λιμάνι, όχι
Θρηνώντας την ατέρμονη κίνηση
Την κίνηση των καραβιών
Την κίνηση
Την κίνηση των καραβιών
Την κίνηση.
(Από τη συλλογή: Dentro do mar tem rio / Μέσα
στη θάλασσα τρέχει ένα ποτάμι.)
[Η Μαρία Μπετάνια (18 Ιουνίου 1946-), η πολύ μεγάλη Βραζιλιάνα μουσικός, είναι
αδελφή του Caetano Veloso. Να σημειώσω, η μητέρα τους, η Dona Canô / Ντόνα Κανό, έφτασε τα
εκατόν πέντε (1907-2012), μητέρα συνολικά οκτώ παιδιών. Βρήκα σε βραζιλιάνικο μπλοκ τους τρεις τους, δεν αναφέρεται
πότε, από τα πρόσωπα εικάζω σχετικά πρόσφατα, ούτε πού, να υποθέσω στο κατώφλι του πατρικού τους στο Σάντο Αμάρο της Μπαΐα, να τραγουδούν μια τρυφερή προσευχή. Τρεις ωραίοι
άνθρωποι.]
Κυριακή 5 Μαΐου 2013
Vanessa da Mata, História de uma Gata.
(εορταστικό)
Ιστορία μιας γάτας
Ο κόσμος μου
ήτανε το διαμέρισμα
Μουσικούλα,
μαξιλάρα και περιποίηση
Καθημερινά
φιλέτο μινιόν
Ειδικά το
μπον φιλέ για γάτες
Μου λέγανε
συνεχώς
Να μένεις
μέσα, μη βγαίνεις έξω
Μα είναι
δύσκολο να κάτσεις ήσυχος
Όταν στο
φεγγαρόφωτο
Τόσοι γάτοι
στο δρόμο
Όλη νύχτα
τραγουδάνε και λένε
Εμείς
οι γάτοι γεννηθήκαμε φτωχοί
Όμως γεννηθήκαμε ελεύθεροι
Εξοχότατο, εξοχοτάτη, λόρδο
Στους γάτους δε θα βρεις
Το πρωινό
γύρισα σπίτι
Βρήκα την
πόρτα κλειστή
Δίχως φιλέτο
και δίχως μαξιλάρα
Κι αιτία η
χορωδία
Μα τώρα κάθε
μου μέρα
Την περνώ
γατίσια
Στο δρόμο
γυρνώντας αδέσποτη
Είμαι
περισσότερο εγώ, περισσότερο γάτα
Σε μια τρελή
σερενάτα
Που σαν
νυχτώσει τραγουδάει και λέει
Εμείς
οι γάτοι γεννηθήκαμε φτωχοί
Όμως γεννηθήκαμε ελεύθεροι
Εξοχότατο, εξοχοτάτη, λόρδο
Στους γάτους δε θα βρεις.
[Τραγουδάει
η Βανέσα ντα Μάτα το σκωπτικό τραγουδάκι του σπουδαίου Chico Buarque / Σίκου Μπουάρκε. Στη
Βραζιλία οι γατούλες είναι λιγότερο ναζιάρες, επίσης λιγότερο μικροαστές.]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)