Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Βενέδικτος ο Μέλας*.

 

Μου προσκολλήθηκε το περσινό φθινόπωρο. Μαύρος, κατάμαυρος, προφανώς εξημερωμένος. Τον κοίταζα από πίσω, δεν κρέμονταν αρχ@δια, άρα θηλυκός, μολονότι κάπως μεγαλόσωμος. Και μια που τότε έβλεπα τη σειρά Yellowstone, με τον πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο, της Μπεθ, να τον υποδύεται μια δίμετρη ομορφογυναίκα, τον βάφτισα Μπεθ. Μπέθανυ, ελληνιστί Βηθανία. Μπεθ, Μπεθ, τον φώναζα, πού είναι η γυναικάρα μου, η κουκλάρα μου, και άλλα πιο στη δημοτική. Με περίμενε στο πάρκινγκ, έτρεχε να χώσει τη μούρη πρώτος μέσ’ απ’ την αυλόπορτα, ανέβαινε τα σκαλοπάτια σεινάμενος-κουνάμενος, ολόρθη η ουρά, κοίτα να δεις τι σου είναι η θηλυκή φύση, στοχαζόμουν. Εωσότου, καθώς ως κηδεμόνας είπα να τον πάω σε κτηνίατρο για εμβόλια και ό,τι άλλο, πάνω στην προσπάθεια να τον κλείσω στο καλάθι του, που όλο το διέλυε, να το, τι να δω: το πέος του –προφανώς το είχαν στειρώσει/ευνουχίσει–, η Μπεθ έχει πο@τσο, η Μπεθ έχει πο@τσο! Τηλεφωνούσα και φώναζα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, φοιτητής συγκατοικούσα μ’ έναν Κωστάκη που εγκυμονούσε τέσσερις φορές τον χρόνο. Σύνηθες πάντως στους γατόφιλους –δεν είναι που με κυνηγάει εμένα ειδικά το κουΐρ. Είχε συνηθίσει το Μπεθ, το άλλαξα σε Μπεν, στο βιβλιάριό του του κτηνιάτρου, βιαστικά εκείνο το απόγευμα γιατί έπρεπε, τον δήλωσα Μπένο, Μπένος, όνομα ενταγμένο στο ελληνικό κλιτικό σύστημα εννοείται, έκτοτε, πρώτον, επανόρθωσα στις προσφωνήσεις το gender/ την ταυτότητα φύλου του, πού είναι ο γάταρός μου, ο κούκλος μου, και άλλα, και ετούτα… πιο στη δημοτική. Με το Μπεν, πάλι, έπρεπε να ξεκαθαρίσω, Μπεν από το Βενιαμίν ή από το Βενέδικτος –πρόκρινα το Βενέδικτος, είναι και πιο μεγαλοπρεπές, λατινιστί Benedictus (Μπενεντίκτους), και στις λατινογενείς Μπένεντικτ, Μπενουά, Μπενίνιου, Μπενίτο. Ο Μπενάκος μου. Η Αυτού Εξοχότης, βέβαια, Βενέδικτος ο Μέλας*! Τα ακούει όλα, αναλόγως των νεύρων μου, και όταν με φέρει στο αμήν το Ντροπή ή ξεφτίλα των αιλουροειδών. Γενικά, πάντως, πρόκειται για γάτο καλού χαρακτήρα. Θα έλεγα μάλιστα, πολύ καλού. Τώρα του μαθαίνω ελληνικά. Όταν του λέω πάμε να σε βουρτσίσω, κουνάει την ουρά, γυρνάει αλλού τα μούτρα. Μόλις του δείξω τη βούρτσα, τρέχει και με περιμένει στο σημείο του κήπου, που κάνα δεκάλεπτο σχεδόν τελετουργικά μέρα παρά μέρα τού καλλωπίζω τη γούνα ενώ εκείνος ρονρονίζει πανευτυχής. Πρέπει να συνδέσει τη λέξη με την ενέργεια, το εργαλείο με το όνομά του. Μου λένε οι γάτοι δεν μαθαίνουν εθνικές γλώσσες. Οι άλλοι∙ ο δικός μου θα μάθει.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Από τον ατμό στον ορίζοντα / Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη.

 

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα ― από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Δημοσιεύτηκε στις Στάχτες, 27/8/2026 .  

Από τον ατμό στον ορίζοντα

Σώμα, μνήμη και ο μέλλοντας της αφήγησης στη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα του Αντώνη Νικολή

Εισαγωγή: Μνήμη, αφήγηση και επιστροφή

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα την ώρα που ξημερώνει και ο Μιχάλης, ύστερα από σχεδόν τριάντα χρόνια απουσίας, κοιτάζει από το κατάστρωμα το νησί της εφηβείας του. Οι γραμμές του τοπίου διαφεύγουν, η πόλη μοιάζει περισσότερο χτισμένη, οι πλαγιές του Δίκαιου περισσότερο μαντεύονται παρά φαίνονται, ενώ λίγα σταθερά σημεία, οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών, ο βραχίονας του παλιού λιμανιού, επιμένουν ως βεβαιότητες ενός τόπου που έχει μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. Στην πρώτη αυτή εικόνα υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ολόκληρη η νουβέλα. Ο άνθρωπος που επιστρέφει θα αναζητήσει έναν τόπο και έναν εαυτό που διατηρούνται μέσα του με την ίδια αβέβαιη καθαρότητα, και η χαρακτηριστική διατύπωση «περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα» υπερβαίνει γρήγορα την περιγραφή μιας πρωινής άφιξης για να προαναγγείλει μια αφήγηση όπου η όραση συναντά διαρκώς τη μαντεψιά, το πραγματικό ίχνος τη μνημονική ανασύνθεση, το γεγονός την εικόνα που εξακολουθεί, δεκαετίες αργότερα, να γεννά.

Η επίσημη αιτία του ταξιδιού διαθέτει όλη την πεζότητα της ώριμης ζωής. Ένα οικόπεδο εξ αδιαιρέτου, μια συμβολαιογραφική πράξη, η επικείμενη πώληση, τα χρήματα που αναλογούν στον Μιχάλη. Ο άνδρας που επιστρέφει πλησιάζει τα πενήντα, έχει οικογένεια, εργασία, δύο γιους, εξοχικό, ταξίδια, μια ζωή που έχει αποκτήσει τη δική της γεωγραφία και τη δική της τάξη. Κάτω από αυτή την τακτοποιημένη βιογραφία κινείται ωστόσο μια άλλη ανάγκη, για την οποία ο ίδιος αρχικά μιλά με υπεκφυγές, καθώς θέλει να «ξεμπλέξει κάτι ξεφτίδια από μνήμες» της εφηβείας του. Η λέξη είναι ακριβής. Η μνήμη εμφανίζεται σαν ύφασμα φθαρμένο, με χαμένη την αρχική συνοχή του και με αρκετά ακόμη νήματα για να οδηγήσουν εκείνον που τα αγγίζει προς την παλιά ύφανση.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων.

 Η σκυτάλη, μακάρι, από τον έναν Κυριάκο (Μητσοτάκη) στον άλλον Κυριάκο (Πιερρακάκη). Μήπως και κερδηθεί το τρελό στοίχημα κάτι υπεραισιόδοξων πριν από δύο αιώνες πως θα τα κατάφερνε να υπάρξει χώρα και έθνος Νεοελλήνων.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ολόκληρα εξήντα έξι!

 

Οδοιπόρος της τρίτης (ηλικίας) πια, γιόρτασα και τα ολόκληρα εξήντα έξι. Με τον εθιμικό των γενεθλίων μου μπαμπά με ρούμι-τούρτα με σύκα. Ευγνώμων, όλα καλοδεχούμενα, δόξα τω Θεώ, μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή. 

Ευχαριστώ πολύ και αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές σας (σε fb, timeline και msg, email και sms).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή.

Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους κατοίκησης του εαυτού.

Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα, το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα, συλλογική μορφή παρουσίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».