Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ολόκληρα εξήντα έξι!

 

Οδοιπόρος της τρίτης (ηλικίας) πια, γιόρτασα και τα ολόκληρα εξήντα έξι. Με τον εθιμικό των γενεθλίων μου μπαμπά με ρούμι-τούρτα με σύκα. Ευγνώμων, όλα καλοδεχούμενα, δόξα τω Θεώ, μα την Αδράστεια, την κούφια ώρα και τα συναφή. 

Ευχαριστώ πολύ και αντεύχομαι με θέρμη στις χτεσινές ευχές σας (σε fb, timeline και msg, email και sms).

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας Φαινομενολογία του ανέκφραστου στη Διονυσία του Αντώνη Νικολή.

Αντώνης Νικολής, Διονυσία ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Διονυσία, Το Ροδακιό, 2012

«When beggars die there are no comets seen.
The heavens themselves blaze forth the death of princes.»

«Όταν πεθαίνουν οι ζητιάνοι, κανένας κομήτης δεν εμφανίζεται.
Οι ίδιοι οι ουρανοί φλέγονται προμηνύοντας τον θάνατο των πριγκίπων.»

William Shakespeare, Julius Caesar, II, 2, 30–31

Εισαγωγή
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα ασκούν κάποτε μια μεθοδική σκληρότητα, οδηγώντας το βλέμμα προς εκείνες τις όψεις της ανθρώπινης και κοινωνικής εμπειρίας που η συνείδηση προτιμά να αφήνει στο σκοτάδι. Η Διονυσία ανήκει σε εκείνα τα κείμενα όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας πραγματικότητας δύσκολης στην αναγνώρισή της, καθώς μέσα της η σύγχρονη κοινωνία διακρίνει, με μια δυσφορία που μόλις κατορθώνει να συγκαλύψει, το ίδιο της το πρόσωπο.

Η Διονυσία του Αντώνη Νικολή τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης μια ανθρώπινη ύπαρξη από εκείνες που η κοινωνική πραγματικότητα απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στις λειτουργίες της. Η ηρωίδα παντρεύεται, γεννά, φροντίζει, επιθυμεί, υπομένει, εγκαταλείπει και εγκαταλείπεται, μετακινείται από την Κω στην Αθήνα και από τους αναγνωρίσιμους κοινωνικούς ρόλους στην ακραία επισφάλεια του δρόμου. Σε αυτή τη διαδρομή χάνει σταδιακά τα στηρίγματα που επιτρέπουν σε έναν άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως πρόσωπο με διάρκεια, θέση και δικαίωμα στον χώρο. Ο γάμος, η οικογένεια, η μητρότητα, η εργασία, η ερωτική σχέση, η κατοικία και τελικά η ίδια η πόλη προσφέρουν προσωρινές μόνο μορφές ένταξης. Με αυτή την έννοια η Διονυσία είναι μια ηρωίδα χωρίς πεδίο, μια μορφή που διέρχεται μέσα από τους κυριότερους θεσμούς της κοινωνικής ζωής χωρίς να κατορθώνει να τους μετατρέψει σε τόπους κατοίκησης του εαυτού.

Η λογοτεχνική ιδιαιτερότητα του προσώπου της βρίσκεται και στην απόσταση ανάμεσα σε όσα βιώνει και σε όσα μπορεί να αρθρώσει. Η Διονυσία σπανίως μετασχηματίζει την εμπειρία της σε ολοκληρωμένο λόγο ή σε συνειδητή αφήγηση του εαυτού. Όσα της συμβαίνουν εγγράφονται πρώτα στο σώμα, στη μνήμη, στις αισθήσεις, στις ασύνδετες εικόνες, στο κρινολίνο και στα μικρά κουτιά. Σε αυτή την περιοχή σχηματίζεται η φαινομενολογία του ανέκφραστου που διατρέχει το μυθιστόρημα. Καθώς οι σταθερές της ζωής της υποχωρούν, η αφήγηση πλησιάζει ολοένα περισσότερο στο σώμα και στις αισθήσεις, ο χρόνος γίνεται λιγότερο ευθύγραμμος, η μνήμη εισβάλλει στο παρόν και η πόλη προσλαμβάνεται ως ροή αποσπασματικών ερεθισμάτων.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή αναδύεται η αθόρυβη ιερότητα της Διονυσίας. Η ηρωίδα διαθέτει μια ιδιότυπη δεκτικότητα απέναντι στους άλλους, μια σχεδόν σωματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ανάγκη, τη μοναξιά και την ευάλωτη περιοχή τους. Η ίδια ποιότητα που την αφήνει εκτεθειμένη στην εισβολή και στην εκμετάλλευση την καθιστά παράξενα παρηγορητική. Η χάρις που της αποδίδεται μετά θάνατον έχει την προϊστορία της σε αυτή την καθημερινή διαθεσιμότητα, στη σωματική εγγύτητα προς τον πόνο και στην εξοικείωση με τις μορφές της ανθρώπινης έκπτωσης. Η κοινωνική κάθοδος, η αποσύνδεση της συνείδησης, η μνήμη, το σώμα, η δεκτικότητα, το κρινολίνο και τα κουτιά, ο θάνατος στο κατώφλι της Νταίζης και η μεταθανάτια διασπορά αποτελούν έτσι μέρη μιας ενιαίας αφηγηματικής αρχιτεκτονικής, όπου η απώλεια της προσωπικής συνοχής οδηγεί σε μια νέα, συλλογική μορφή παρουσίας.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς» / Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο.

Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο

ΠΕΡΙ ΟΥ, 1 Αυγούστου 2026. 

 

Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:

«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».