LUCID DARKNESS Subjectivity, Desire, and Guilt in Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary
1. Introduction
Antonis Nikolis’s The Death of the Mercenary is a novel of radical interiorization, in which desire, guilt, trauma, and corporeality are organized into a narrative of remarkable aesthetic density and acute existential charge. Its narrative movement follows the fluid and disordered experience of the protagonist’s consciousness, persistently unsettling the boundaries between reality, memory, fantasy, and vision. The work thus exceeds the limits of a dramatic story of erotic obsession or guilt and emerges, instead, as a complex literary elaboration of the subject’s relation to desire, the Other, the body, mourning, and death. The aim of the present essay is to examine the novel both as a narrative and dramaturgical construction and as a work of philosophical and interpretive depth. Within this framework, the discussion addresses the plot and its internal dynamic, the narrative and stylistic architecture of the work, the organic relation between form and meaning, and the theoretical horizon that makes possible a substantive reading of it. From this perspective, The Death of the Mercenary appears as a novel in which literary form gives inward shape to the experience of trauma, transforming desire, guilt, and memory into the constitutive centers of a consciousness struggling to preserve its unity. Before turning to the interpretive and theoretical investigation of the work, however, a concise presentation of its plot is necessary, since the internal articulation of its episodes is directly bound up with its existential and formal economy.
Death as the Horizon Narrative, Interpretive, and Literary Approaches Antonis Nikolis, Peregrinus. Novel. Armos, Athens, 2023, 512 pp.
Antonis Nikolis’s Peregrinus is not merely a novel of modern Greek literature, but a work that lays claim to a place within World Literature. It draws on the ancient Greek novel, Roman historiography, and the philosophical tradition, while incorporating narrative techniques associated with modernism and postmodernism. Its ironic distance and thematic complexity lend it both historical depth and universal reach. By bringing antiquity into dialogue with contemporary narrative, philosophical inquiry, and metafiction, it enters the international literary conversation with marked originality and considerable literary weight.
By Dimitrios Bosnakis
Just as we wash our bodies, so too ought we to wash our destiny; we ought to change our lives as we change our clothes, not in order to preserve our lives, as when we eat and sleep,but out of that respect which others have for us, and which we rightly call cleanliness. Fernando Pessoa, The Book of Disquiet, passage 42
Introduction
Antonis Nikolis’s prose fiction constitutes an exemplary literary case. Beneath the authority of form and the evident pursuit of artistic perfection, his devotion to style and his ceaseless search for the right word express, if nothing else, an obsessive passion, one that might equally be understood as a desperate struggle against the absurdity of existence, a vision that appears to inform each of his works. His ascetic dedication to writing conveys not only severity and absolute artistic control, but also a distinctive combination of lyrical attentiveness, stark realism, metaphysical unease, and irony, drawing on some of the richest resources of literary expression. Nikolis’s work to date is distinguished both by its continuous structural inventiveness in narrative discourse, from the trilogy of love and suffering, Daniel Goes to the Sea, Dionysia, and The Death of the Mercenary, to the dystopian elegies The Dark Island and The Gym, and by the demands it places on language in matters of economy, plasticity, and rhythm. It is equally marked by an almost quixotic search for an ecstatic transcendence of reality, to which his narratives are subjected without compromise. It therefore becomes a particular challenge for the reader or critic to relate local detail to broader structures and to explore the difficult, at times paradoxical, relations between language and ideas. Literary criticism, in my view, ought precisely to attend to textual strategies and to the exact determination of linguistic and narrative codes, in order to approach as closely as possible the implicit discourse, the layered stratigraphy of the composition. The analysis that follows examines in detail the plot and structure of the work, the author’s narrative techniques, including sensory narration, the scenography of space and the use of historical and cultural context, as well as the psychography of the central character. It also suggests possible interpretive avenues through theoretical, philological, aesthetic, and even psychoanalytic approaches that, in my judgement, are especially useful for a fuller understanding and assessment of Peregrinus. Finally, the novel’s relation to Greek and foreign literary tradition, classical, modern, and postmodern alike, is traced through elective affinities and productive influences in narrative architecture, syntactic patterning, and the texture and stratification of its language.
Ο Θάνατος του Μισθοφόρου του Αντώνη Νικολή συνιστά
μυθιστόρημα ακραίας εσωτερίκευσης, στο οποίο η επιθυμία, η ενοχή, το
τραύμα και η σωματικότητα οργανώνονται σε μια αφήγηση υψηλής αισθητικής
πυκνότητας και έντονης υπαρξιακής φόρτισης. Η αφηγηματική του κίνηση
ακολουθεί τη ρευστή και αποδιοργανωμένη εμπειρία της συνείδησης του
ήρωα, διασαλεύοντας διαρκώς τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό, στη μνήμη,
στη φαντασίωση και στο όραμα. Το έργο διευρύνεται έτσι πέρα από τα όρια
μιας δραματικής ιστορίας ερωτικής εμμονής ή ενοχής και αναδεικνύεται σε
σύνθετη λογοτεχνική επεξεργασία της σχέσης του υποκειμένου με την
επιθυμία, τον Άλλον, το σώμα, το πένθος και τον θάνατο.
Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι η εξέταση του μυθιστορήματος τόσο
ως αφηγηματικής και δραματουργικής κατασκευής όσο και ως έργου
φιλοσοφικού και ερμηνευτικού βάθους. Στο
πλαίσιο αυτό, αναλύονται η πλοκή και η εσωτερική της δυναμική, η
αφηγηματική και υφολογική αρχιτεκτονική του έργου, η οργανική σχέση
μορφής και νοήματος, καθώς και το θεωρητικό υπόβαθρο που επιτρέπει μια
ουσιαστική ανάγνωσή του. Κατά την ανάπτυξη αυτής της προσέγγισης, ο Θάνατος του Μισθοφόρου
προβάλλει ως μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνική μορφή μορφοποιεί εκ
των ένδον την εμπειρία του τραύματος, μετασχηματίζοντας την επιθυμία,
την ενοχή και τη μνήμη σε πυρήνες μιας συνείδησης που αγωνίζεται να
συγκρατήσει την ενότητά της.
Πριν από την ερμηνευτική και θεωρητική διερεύνηση του έργου, κρίνεται
αναγκαία μια συνοπτική παρουσίαση της πλοκής του, καθώς η εσωτερική
διάρθρωση των επεισοδίων συνδέεται άμεσα με την υπαρξιακή και μορφική
του οικονομία.
Πλοκή
Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την πορεία του Ηλία Πετρή από μια ζωή
εσωστρεφή, επαναληπτική και συναισθηματικά αδρανή προς μια σταδιακή,
οδυνηρή απορρύθμιση που καταλήγει στην αυτοχειρία. Στην αρχή, ο ήρωας
εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε μια μονότονη καθημερινότητα, ορισμένη από
τη διδακτική ρουτίνα, τη φροντίδα των ηλικιωμένων γονιών του και μια
μάλλον άνευρη σχέση με τη Μερόπη. Η εμφάνιση, όμως, του Γιούρι, νεαρού
οπλίτη και μαθητή νυχτερινού σχολείου, διαταράσσει ριζικά αυτή τη
στατικότητα, καθώς αφυπνίζει μέσα του μια άρρητη επιθυμία και μια
βαθύτερη υπαρξιακή ταραχή. Με αφορμή τα ιδιαίτερα μαθήματα αρχαίων
ελληνικών, η σχέση των δύο αποκτά σταδιακά συναισθηματική και ερωτική
ένταση, ώσπου η αδυναμία επικοινωνίας, η αυξανόμενη αμηχανία και η
εμμονική προσκόλληση του Ηλία οδηγούν σε μια κρίσιμη απορρύθμιση, η
οποία κορυφώνεται στη νυχτερινή τους συνάντηση στην παραλία και κατόπιν
στο σπίτι του, όπου η σωματική εγγύτητα και η ψυχική αστάθεια εκβάλλουν
στον αιφνίδιο θάνατο του Γιούρι.
Το καθαροδευτεριάτικο κολύμπι στα Μάταλα έγινε
πλέον τελετουργία –ρίτσουαλ που λέμε και στα κρεολέζικα αγγλοελληνικά. 54ο απ’ την αρχή της
χρονιάς, 5ο στην Κρήτη, 1ο στο Λιβυκό. Και με την ίδια
περσινή παλιά ευχή: και του χρόνου!
Στα ΝΕΑ / Weekend Πρόσωπα / Σαββατοκύριακο 21-22 Φεβρουαρίου 2026.
(Από το αφιέρωμα ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΤΑΙΝΙΕΣ της Μαίρης Αδαμοπούλου.)
Δύο ταινίες που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι «Ο γατόπαρδος» του Λουκίνο Βισκόντι από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, αδιαμφισβήτητα ανάμεσα στις καλύτερες μεταφορές, και αντίστοιχα «Η γιορτή του τράγου» του Λουίς Λιόσα, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάριο Βάργκας Λιόσα, στις πιο ατυχείς. Στην πρώτη, ο Βισκόντι, με αριστοκρατική καταγωγή κι ο ίδιος και με ικανή αισθητική σκευή, αποδίδει τη συγκίνηση απ’ την ανάγνωσή του περισσότερο, παρά αυτό καθαυτό το αριστουργηματικό κείμενο του Λαμπεντούζα, εν τέλει σέβεται το πνεύμα και το ύφος αυτού του νεωτερικού και ιδιότυπου ρέκβιεμ στη σικελική αριστοκρατία. Στη δεύτερη, ο και ξάδερφος του συγγραφέα σκηνοθέτης δεν φαίνεται να διαθέτει τον ποιητικό στοχασμό να εκφράσει με τον τρόπο του μύθου τη βαρβαρότητα ελλείψει του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε την τεχνική ευελιξία για μια πολύπλοκη αφηγηματική δομή, ανάλογη του μυθιστορηματικού «Τράγου».
Όσοι αγαπάμε τη λογοτεχνία, πάμε στο σινεμά με σφιγμένο το στομάχι κάθε φορά που κάποιος σκηνοθέτης αναμετριέται με λογοτεχνικό έργο, μα κι αν ακόμη δεν ενοχληθούμε, με τίποτε δεν συγκρίνουμε την αναγνωστική μεταρσίωση με την αντίστοιχη κινηματογραφική. Από την άλλη, βέβαια, ούτε θ’ αγόραζα ποτέ το πόνημα ενός που θα μετέγραφε σε λογοτεχνικό κείμενο την ταινία «Λα στράντα» του Φελίνι...
Νομίζω οι «διακαλλιτεχνικές» μεταφορές σπάνια ευτυχούν.
Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδόσεις Ποταμός 2018
Η τραυματική μήτρα της αφήγησης:
Ο χώρος του οικείου, του πένθους και της ταυτότητας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η νουβέλα Το Γυμναστήριο
του Αντώνη Νικολή αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές και τολμηρές
αφηγηματικές καταθέσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Πρόκειται
για ένα σκοτεινό, υπνωτικό κείμενο που διερευνά τον οικιακό χώρο ως
πεδίο τραύματος, πένθους και αποδόμησης της ταυτότητας. Η αφήγηση
εκκινεί από την απώλεια της μητέρας των δύο ηρωίδων και εξελίσσεται σε
ένα τοπίο ψυχικής αποσύνθεσης, όπου σώμα, μνήμη και γλώσσα φθείρονται
παράλληλα.
Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει τη νουβέλα μέσα από τη φεμινιστική
ψυχαναλυτική θεωρία (Kristeva, Irigaray, Grosz) και τη θεωρία της queer
αρνητικότητας (Edelman, Halberstam), υποστηρίζοντας ότι Το Γυμναστήριο διαμορφώνει μια λογοτεχνική αντίσταση απέναντι στις ετεροκανονικές και χρονικά καθορισμένες δομές.
Η άρνηση γραμμικής εξέλιξης, η αναστολή του μέλλοντος και η εμμονική
επιστροφή στο τραύμα διαμορφώνουν μια αφήγηση που υπονομεύει τη λογική
της αποκατάστασης και της προόδου. Παράλληλα, η συγγένεια του ύφους του
Νικολή με συγγραφείς όπως η Woolf, ο Beckett, η Lispector, η Jean Rhys
και η Καραπάνου τοποθετεί το έργο σε μια παράδοση εσωτερικής, διαλυτικής
γραφής.
Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
Η ΠΛΟΚΗ
Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη συμβίωση δύο ηλικιωμένων ετεροθαλών
αδελφών, της Ράνιας και της Ρούλας, οι οποίες ζουν απομονωμένες μετά
τον θάνατο της μητέρας τους. Ο χρόνος επανέρχεται σε κύκλους,
εγκλωβισμένος σε έναν κλειστό οικιακό χώρο, όπου η καθημερινότητα
διαρρηγνύεται από μνήμες και τραυματικές αναδρομές.
Η μητέρα, αν και νεκρή, παραμένει καθοριστική μορφή, καθώς η απουσία
της στον παρελθόν, υπαρκτή και συναισθηματική, διαμόρφωσε τη θηλυκότητα
των κοριτσιών μέσα από αστάθεια και έλλειψη. Πριν από κάθε τραυματικό
γεγονός, προηγείται η αρχική μητρική ρωγμή.
Κεντρικός άξονας είναι το «γυμναστήριο» στο απέναντι κτίριο, το οποίο
η Ράνια παρατηρεί από τη μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος, όπου τα δύο
πρόσωπα σκηνοθετούν τις καθημερινές αφηγηματικές εσπερίδες τους. Ο χώρος
του «γυμναστηρίου» λειτουργεί ως επιφάνεια προβολής της επιθυμίας αλλά
και ως επανενεργοποίηση του σεξουαλικού τραύματος. Στη νεότητά της, η
Ράνια υπήρξε θύμα ομαδικού βιασμού, ένα γεγονός που έχει διαρρήξει τη
σχέση της με το σώμα και τη μνήμη. Η αφήγησή της παραμένει διαρκώς
κατακερματισμένη, ασταθής, συχνά αμφίσημη ως προς τα όρια μεταξύ
φαντασιακού και πραγματικού.
Η Ρούλα, λιγότερο εκρηκτική αλλά σταθερά παρούσα, λειτουργεί ως
αντιστικτική φωνή: συγκρατεί το τραύμα μέσα σε μια πρακτική
καθημερινότητα. Η μεταξύ τους σχέση συγκροτεί έναν κλειστό μικρόκοσμο
συνεξάρτησης, όπου η γλώσσα αντικαθιστά την εξωτερική κοινωνική ζωή.
Ο νεαρός άνδρας από το γυμναστήριο, ο «Βασίλης», εισβάλλει στον
οικιακό χώρο και λειτουργεί ως καταλύτης. Η παρουσία του πυροδοτεί τη
μετάβαση από τη μνημονική αναβίωση στη βίαιη πράξη, οδηγώντας στη σκηνή
του φόνου, μια ακραία χειρονομία που δεν προσφέρει λύτρωση, αλλά
επιβεβαιώνει τη βαθύτερη αποσύνθεση της υπαρξιακής συνθήκης των δύο
γυναικών.
ΚΟΜΒΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ
Η σκηνή της λίμνης
Η αφήγηση της λίμνης ταλαντεύεται ανάμεσα στο φαντασιακό και στο
πραγματικό. Η αισθησιακή ατμόσφαιρα και οι αφηγηματικές αστάθειες
δημιουργούν αρχικά την εντύπωση μιας σκηνής επιθυμίας. Ωστόσο, τα
αποσπάσματα ωμής βίας αποκαλύπτουν τον ομαδικό βιασμό ως βαθύ πρωταρχικό
τραύμα. Η αφηγηματική αμφισημία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το
τραύμα διαστρέφει τη μνήμη και τη γλωσσική του απόδοση.
Ο φόνος και η μεταφορά του σώματος
Η δολοφονία του «Βασίλη» συμπυκνώνει επιθυμία, εκδίκηση και ψυχική
διάλυση. Η πράξη έχει χαρακτήρα παροξυσμικό και συμβολικό, ούτε
αποκαθιστά το παρελθόν ούτε θεραπεύει το τραύμα. Η Ρούλα συμμετέχει στη
συγκάλυψη μέσω της μεταφοράς των «δεμάτων» με το τεμαχισμένο σώμα,
γεγονός που υποδηλώνει μια σιωπηρή συνενοχή. Η βία επιβεβαιώνει την
αδυναμία υπέρβασης και δεν επιφέρει κάθαρση.
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Το Γυμναστήριο αναπτύσσεται σε παραισθησιακό ρυθμό, όπου το
παρόν διαπλέκεται με βίαιες μνημονικές εκρήξεις. Η αφήγηση είναι
θραυσματική, με επαναλήψεις και χρονικές συγχύσεις που αναπαριστούν τη
δομή του τραύματος ως αδιάκοπη επιστροφή και όχι ως αναμνηστική αναφορά.
Η νουβέλα αρνείται την κλασική δραματουργική εξέλιξη. Ο χώρος παραμένει
στατικός, οι χειρονομίες επαναλαμβάνονται, και η απουσία τελικής λύσης
μετατρέπει το έργο σε «στατικό δράμα», συγγενές με το θέατρο του
παραλόγου. Η αφήγηση περιορίζεται στην εσωτερική εστίαση των δύο
γυναικών· η εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη,
υπάρχει μόνο η ψυχική εμπειρία.
ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ
Εισαγωγή
Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια
έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που, χωρίς να απολέσουν την
ιστορική και γλωσσική τους ιδιοπροσωπία, υπερβαίνουν εξαρχής το εθνικό
τους πλαίσιο και εγγράφονται οργανικά στον ορίζοντα της παγκόσμιας
λογοτεχνίας. Όχι επειδή αντλούν το υλικό τους από ένα αναγνωρίσιμο
ιστορικό παρελθόν, αλλά επειδή ενεργοποιούν με αισθητική συνέπεια και
στοχαστικό βάθος θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης: την
αστάθεια της ταυτότητας, τη σχέση τραύματος και αυτοπροσδιορισμού, τη
συνάρθρωση βίου και αφήγησης, καθώς και το όριο ανάμεσα στην πράξη και
το νόημά της.
Ο Περεγρίνος δεν αναπαρίσταται ως ιστορικό πρόσωπο της ύστερης
αρχαιότητας, αλλά ανασυγκροτείται ως υπαρξιακή μορφή διαχρονική: ένα
υποκείμενο που καίγεται μέσα στη διαρκή του προσπάθεια να αποκτήσει
σχήμα. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή λογοτεχνική αξία του
έργου εδράζεται σε τρεις αλληλένδετους άξονες: (α) στη ριζικά
αισθητηριακή και ρυθμικά επεξεργασμένη γλώσσα, (β) στη σύνθετη
αφηγηματική αρχιτεκτονική που παράγει ένα ανοιχτό, πολυφωνικό κείμενο,
και (γ) στη βαθιά σύγχρονη προβληματική της ταυτότητας ως ρευστής,
τραυματισμένης και διαρκώς εκκρεμούς διαδικασίας. Μέσα από αυτούς τους
άξονες, ο Περεγρίνος αρθρώνεται ως έργο όχι απλώς επίκαιρο, αλλά ουσιωδώς σύγχρονο.
Πλοκή, κυκλική αφήγηση και εσωτερική αρχιτεκτονική
Η μυθοπλασία του Νικολή αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια («Λόγους») και ένα καταληκτικό excursus,
ακολουθώντας μια κυκλική αφηγηματική κίνηση που δεν αποσκοπεί στην
εξιστόρηση μιας ζωής με γραμμική συνοχή, αλλά στη χαρτογράφηση μιας
διαρκούς περιπλάνησης. Η μνήμη του νεκρού κεντρικού ήρωα λειτουργεί ως
παρουσία εν τη απουσία, μετατρέποντας το τέλος σε σημείο επιστροφής και
επανεγγραφής.
Ο Περεγρίνος —με τις διαδοχικές του μετωνυμίες, Πρωτέας και Φοίνικας—
κινείται ανάμεσα σε πόλεις, φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά ρεύματα
του 2ου αιώνα μ.Χ., μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Β΄ Σοφιστικής. Ο
συγγραφέας αντλεί τον πυρήνα της «ιστορικής» βιογραφίας από
αποσπασματικές αρχαίες μαρτυρίες (κυρίως τον Λουκιανό και συμπληρωματικά
τον Αύλο Γέλλιο), τις οποίες μεταπλάθει ελεύθερα, οικοδομώντας ένα έπος
εσωτερικής διάλυσης και αυτοσκηνοθεσίας. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω
από γεγονότα, αλλά γύρω από μεταμορφώσεις· κάθε στάση αποτελεί και μια
απόπειρα σταθεροποίησης που εκ των προτέρων είναι καταδικασμένη να
αποτύχει.
Η γλώσσα ως αισθητηριακή εμπειρία και γνωσιολογικό εργαλείο
Η πρώτη εμπειρία του αναγνώστη από τον Περεγρίνο είναι η
εμπειρία της γλώσσας. Η γραφή του Νικολή είναι έντονα αισθητηριακή,
πλαστική και μουσική· συγκροτεί έναν τρισδιάστατο κόσμο όπου ο χώρος και
το σώμα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Ο αέρας, η θερμότητα, οι οσμές των
πόλεων και των σωμάτων, η υλικότητα των μνημείων και των τελετών ή η
αποπνικτική ένταση του πλήθους δεν λειτουργούν ως φόντο της αφήγησης,
αλλά ως πρωτογενή στοιχεία γνώσης.
Η αισθητηριακή πυκνότητα δεν υπηρετεί έναν συμβατικό ρεαλισμό, αλλά
παράγει νόημα: καθιστά την εμπειρία του κόσμου αδιάσπαστη από την
εμπειρία του εαυτού. Η ρυθμική οργάνωση της πρόζας —με επιταχύνσεις,
παύσεις και θραύσεις— μιμείται τους παλμούς μιας συνείδησης σε κρίση. Ο
λόγος μοιάζει να αναπνέει ασθματικά, να συγκρατείται και να εκρήγνυται,
ενσαρκώνοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά την εσωτερική τους ένταση. Η
λογοτεχνία εδώ δεν αφηγείται απλώς· βιώνεται.
Στις λιμνούλες του Λονδίνου οι χειμερινοί βιώνουν τα ίδια συναισθήματα, λένε σχεδόν τα ίδια λόγια μ' εμάς, τους χειμερινούς στην νοτιοανατολική άκρη του Αιγαίου -με εντυπωσίασε, εκτός που με συγκίνησε.
(…) Πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να κάνουμε σαφή διάκριση ανάμεσα
στον «συναισθηματισμό» και στην «ευαισθησία». Ένας συναισθηματικός άνθρωπος
μπορεί να είναι εξαιρετικά βάναυσος στην ιδιωτική του ζωή. Από την άλλη, ένας ευαίσθητος
άνθρωπος δεν είναι ποτέ βίαιος ή σκληρός στη συμπεριφορά του. Ο συναισθηματικός
Ρουσσό, που μπορούσε να δακρύσει αν άκουγε μια προοδευτική ιδέα, παρατούσε τα
εξώγαμα παιδιά του σε ορφανοτροφεία και δεν έδινε δεκάρα για την τύχη τους. Μια
συναισθηματική κυρία μιας κάποιας ηλικίας μπορεί να λατρεύει τον παπαγάλο της,
αλλά να δηλητηριάσει την ανιψιά της. Ένας συναισθηματικός πολιτικός δεν ξεχνάει
ποτέ τη Γιορτή της Μητέρας, αλλά δεν έχει ενδοιασμούς να συντρίψει αμείλικτα
έναν αντίπαλό του. Ο Στάλιν λάτρευε τα μωρά. Ο Λένιν έβαζε τα κλάματα στην
όπερα, και ιδιαίτερα στην Τραβιάτα. Γενεές ολόκληρες συγγραφέων εκθείαζαν την
απλή ζωή των φτωχών και όλα τα σχετικά. Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, πως όταν
γίνεται λόγος για συγγραφείς που δίνουν έμφαση στο συναισθηματικό στοιχείο, όπως
είναι ο Ρίτσαρντσον, ο Ρουσσό ή ο Ντοστογιέφσκι, εννοούμε την ελάχιστης
καλλιτεχνικής αξίας έμφαση σε συναισθήματα ικανά να προκαλέσουν αυτόματα τη
συγκίνηση και τη συμπόνια του αναγνώστη. (…)
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία,
(Γκόγκολ, Γκόρκι, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ, Τσέχοφ), μετ. Ανδρέας Παππάς,
εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 188-189.