Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

Isaac Bashevis Singer: Ο σκλάβος.


Για την εργοβιογραφία και το ύφος του Σίνγκερ έκανα ήδη λόγο σε παλιότερα «υπομνήματα» (1,2,3,4). Τον ιδιότυπο μυθολογικό κόσμο του, τις ιστορίες των εβραίων της Πολωνίας, τον χρησιμοποιεί περίπου ως μία δεξαμενή από όπου αντλεί πραγματολογικά στοιχεία, υλικό της αφήγησης, ποτέ ως τον ιδεολογικό ή ηθικό πυρήνα των ιστοριών του, ποτέ δεν τον "στρογγυλεύει", δεν τον εξωραΐζει, γι' αυτήν άλλωστε τη χρήση του τον βοηθάει το υποδόριο (εξαιρετικής ποιότητος, του τύπου του εβραϊκού) χιούμορ του. Επίσης, ούτε απαιτείται να γνωρίζεις τι είναι το Γιομ Κιπούρ, για να παρακολουθήσεις την περιπέτεια της ζωής των ηρώων του, του Ιακώβ ή της Βάντα / Σάρας, ούτε θα μάθεις τι είναι η Τορά, αφότου θα έχεις διαβάσει το μυθιστόρημα.
Το έργο του Σίνγκερ (που φίλος, καλός γνώστης της γερμανικής, και του πώς προφέρεται το όνομα του συγγραφέα διεθνώς, επιμένει να τον ονομάζει Ζίνγκερ) είναι αδιαμφισβήτητα ένα πολύ καλό παράδειγμα για να μελετήσει κανείς πώς η ηθογραφία περιορίζεται σε σκηνογραφία μόνο, δε γίνεται ποτέ το περιεχόμενο της αφήγησης.

Στον «Σκλάβο» ο Σίνγκερ επαναδιαπραγματεύεται ένα από τα προσφιλή του θέματα: αυτός που θα προσπαθήσει να ζήσει με την αφέλεια της καλοσύνης και με όση μπορέσει ηθική συνέπεια, αυτός και θα υποφέρει περισσότερο από την ανοησία ή τη διαστροφή των συλλογικών κοινωνικών θεσμών. Εύλογη θεματική εμμονή –μπορεί να πει κανείς- για έναν εβραίο που μάλλον από τύχη γλίτωσε το Ολοκαύτωμα. Η σοφία του Σίνγκερ έγκειται στο ότι στις ιστορίες του αθώοι δεν είναι εξάπαντος οι εβραίοι και το παράλογο δε θεσπίζεται από τους λογής διώκτες εθνικούς (πολωνικής ή ρωσικής ή γερμανικής καταγωγής) μόνο. Η αλήθεια ανιχνεύεται κάπου στη φύση ή στην τύχη, στην αταξία ή το χάος που καραδοκεί λίγο πιο πέρα ή και δίπλα στη λογική, αλλά από την άλλη, επειδή αφηγούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να φιλοσοφεί ή να παιδαγωγεί, αντίθετα, να φτιάχνει μύθους, τις δυο καλές ψυχές των ηρώων του, τις καταδικασμένες να βιώσουν τον παραλογισμό, στο τέλος θα τις ανταμείψει με ποίηση (την ποίηση της υψηλής λογοτεχνίας, διανθισμένη με λεπτότατη ειρωνεία, εννοείται).
Σπουδαία λογοτεχνία και μαζί απολαυστική.

Μερικά αποσπάσματα.

Σελ. 34: «Ο Ντζιόμπακ, ο παπάς, μπήκε μέσα. Ήταν ένας άντρας κοντός με φαρδείς ώμους ∙ έμοιαζε σαν να τον έχουν κόψει στη μέση με πριόνι και να τον έχουν κολλήσει και καρφώσει ξανά.»

Σελ. 172: «προχωρούσε σ’ ένα ανάχωμα ανάμεσα σε χωράφια και έντομα και άλλα μικρά πλάσματα που έτρεχαν κάτω απ’ τα πόδια του καθώς προχωρούσε. Είχαν πάρει το μερίδιό τους σε φρόνηση, αλλά ο Δημιουργός είχε αφήσει τα σώματά τους απροστάτευτα. Όποιος είχε παπούτσια τα πατούσε ∙ σκοτωνόντουσαν μεταξύ τους και το ένα έτρωγε το άλλο. Παρ’ όλα αυτά ο Ιακώβ δε βρήκε θλίψη πουθενά, μονάχα μέσα του. Η καλοκαιριάτικη νύχτα έσφυζε από χαρά ∙ μουσική ερχόταν από παντού.»

Σελ. 185: «Όσο για τη Σάρα, αυτή έκανε κρυφά τα μαγικά του χωριού της. Παρόλο που τώρα ήταν μια θυγατέρα του Ισραήλ που είχε μάθει τις προσευχές που λένε στις Μεγάλες Εορτές, φορούσε ακόμη στο λαιμό της ένα κομμάτι από μετεωρίτη ∙ έπαιρνε το σκελετό από νεογέννητο κοτόπουλο, τον ανακάτευε με ξεραμένη κοπριά αλόγου και στάχτες βατράχων, έριχνε το παρασκεύασμα σ’ ένα ποτήρι γάλα και έπινε το αφέψημα. Ένα άλλο μαγικό την υποχρέωνε να καθίσει γυμνή πάνω σ’ ένα δοχείο μέσα στο οποίο καιγόντουσαν σπόροι μουστάρδας, επιτρέποντας έτσι στον καπνό να μπει μέσα της.»

Σελ. 261: «Συνήθως το πρωί πήγαινε να ουρήσει, σήμερα όμως ούτε και γι’ αυτό δεν είχε ανάγκη. Με μισόκλειστα βλέφαρα κοίταζε τις γυναίκες και τα παιδιά που έτρωγαν και το θέαμα του φάνηκε ξένο. Τελικά συγκέντρωσε τις δυνάμεις του για να μπορέσει να σηκωθεί. Έπλυνε τα χέρια του στο βαρέλι και βγήκε έξω με πόδια που έτρεμαν, για να καθαριστεί από τα ούρα πριν από τις προσευχές. Καθώς στάθηκε μπροστά στον τοίχο, ζόρισε τον εαυτό του να βγάλει μερικές σταγόνες. Η ζέστη ήταν κιόλας αποπνικτική. Ο ήλιος είχε πάρει φωτιά. Κοντά στο πτωχοκομείο, ανάμεσα σε σκουπίδια και περιττώματα, φύτρωναν γρασίδι και αγριόχορτα – λευκά λουλούδια, κίτρινα λουλούδια, κλέφτες, πράσινα τριχοειδή κρόσσια. Πεταλούδες κυμάτιζαν και χρυσόμυγες βούιζαν πάνω από ένα σωρό από σβουνιές λες και είχαν συνεδρίαση. Ένα σκυλί κατέβαινε κουτσαίνοντας το δρόμο και μύριζε το χώμα. Για μια στιγμή ο αέρας έφερε το καθαρό άρωμα των αγρών, ύστερα όμως αλλάζοντας κατεύθυνση έφερε μόνο τη μυρωδιά των αποχωρητηρίων. Φτερά στροβιλιζόντουσαν στον αέρα όπως και στα σφαγεία. Πετεινοί λαλούσαν, κοτόπουλα κακάριζαν ∙ χήνες έκρωζαν. Σ’ ένα παρτέρι με γρασίδι και ζιζάνια ένας κόρακας τσιμπολογούσε τα εντόσθια ενός κοτόπουλου. Ο Ιακώβ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτός ήταν ο κόσμος που σύντομα έπρεπε να εγκαταλείψει.»

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ο σκλάβος, μυθιστόρημα, μετ. Τάσος Δενέγρης, εκδόσεις Καστανιώτη – FAQ (στη συλλογή Βραβεία Νόμπελ), σελ. 269, 2010.