Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Ο Ζόρζε Αμάντο για τα χείλη του κορμιού τα ζαχαρωτά και λιμπιστά.



Ο συνειρμός: ο Ζόρζε Αμάντο – η σάμπα – ο Μαρτίνιου ντα Βίλα – οι mulheres / γυναίκες, δυο πολύ ερωτικές σελίδες από το μυθιστόρημα του πρώτου Η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους.  
(Δεν αλλαξοπίστησα. Ως ακραιφνής φιλελεύθερος επιδεικνύω και ερωτική ανεξιθρησκία –παρακαλώ να μου αναγνωριστεί.)

»»Ύστερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπάρχουν γυναίκες άσχημες που είναι ακαταμάχητες. Έχουν ένα δικό τους μυστήριο, όπως είχε εξηγήσει και ο Ραντουάν Μουράντ όταν άκουσε σε κάποια περίσταση τον Ζαμίλ να σχολιάζει απορημένος την ιδιορρυθμία του Σαλίμ Χαντάντ, εκατομμυριούχου συμπατριώτη του, που η σοδειά των φυτειών του δεν έπεφτε, βρέξει χιονίσει, κάτω από τέσσερις χιλιάδες αρόμπες. Παντρεμένος λοιπόν με μια ξαδέρφη του, τη Γιασμίνα, μπουκιά και συχώριο, σωστή φρεγάτα, ήταν σπιτωμένος με τη μεγαλύτερη σκυλομούρα της οδού Ουμπουζέιρο, τη Σαλβίνια, κακομούτσουνη, χαμηλοκώλα, στήθια κρεμαστάρια, μια αντρογυναίκα. Ξόδευε μια περιουσία για χάρη της, πώς εξηγείται τούτο το παράλογο;
«Έχει ένα δικό της μυστήριο, Ζαμίλ μου. Ένα θηλυκό, όσο άσχημο κι αν είναι στη θωριά κι ακόμα χειρότερο στην κοψιά, αν έχει χείλη του κορμιού ζαχαρωτά και λιμπιστά, τότε είναι διαμάντι καθαρό και ανεκτίμητο. Και, μεταξύ μας, αυτό μπορώ να σ’ το εγγυηθώ, σαν την πύλη της Σιλβίνια δεν έχω γνωρίσει άλλη…» και πλατάγισε τη γλώσσα του για να το επιβεβαιώσει με νοσταλγία.
Ποιος ξέρει, θα μπορούσε άραγε να είναι κι η Άντμα μια απ’ αυτές τις προνομιούχες, με φωλίτσα θεϊκή, ζαχαρωτή; Όχι πως το πίστευε αυτό ο Ζαμίλ, αλλά δεν ήταν και απίθανο. Στο Ιταγκουάσου μάλιστα είχε το ζωντανό παράδειγμα της Λαουρίνια, που της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι μάγισσα. Μάγισσα για την πολλή ασχήμια της: και όμως, μόλις έσβηνε η λάμπα, μέσα στο σκοτάδι και με τη σκέψη σ’ άλλη, καμιά δεν συγκρινόταν μαζί της, διαμαντάκι σφιχτό μικρής κοπέλας, μια σπαρταριστή πύλη για να γευτεί.
(…)
Όταν ο Αντίμπ έβαλε το χέρι του να την ψαχουλέψει εκείνη την αλησμόνητη μέρα που αφήνιασαν τα μουλάρια, ανακάλυψε πως δεν ήταν έτσι τα πράγματα: είχε στήθη σκληρά και στητά. Φτάνουν όμως δυο βυζιά για να συγκαλύψουν τα υπόλοιπα; Ή μήπως τυχόν η Άντμα ήταν, όπως υπέθεσαν και υπονόησαν κάποιοι στο αποκορύφωμα των θυελλωδών συζητήσεων, μια απ’ αυτές τις επίλεκτες που είχε ο Θεός προικίσει με τη χάρη μιας θεϊκής φωλίτσας, λιμπιστής και νόστιμης;
Ποτέ κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα. Αλλά ο Ραντουάν Μουράντ, καθώς αναπολούσε τα πραγματικά και μαγικά στοιχεία της ιστορίας των αρραβώνων της Άντμα, εφιστούσε την προσοχή των ακροατών του στο γεγονός ότι, όπως είναι γνωστό, ο Θεός είναι Βραζιλιάνος. (…) Η Άντμα δεν είχε κληρονομήσει από τη Σάλουα την κορμοστασιά και το πρόσωπο, τις ομορφιές του κορμιού της, αλλά, για να της το ξεπληρώσει, ο Θεός τής είχε χαρίσει το καλύτερο κομμάτι της κληρονομιάς, το πιο βασικό: αυτό το ασύγκριτο μυστήριο που κάνει ακαταμάχητες κάποιες σπάνιες γυναίκες, όμορφες ή άσχημες, τη Σάλουα ή την Άντμα, δεν έχει σημασία. Ένα θαύμα πάνω, ένα θαύμα κάτω: θαύματα συνέβαιναν κάθε τρεις και λίγο εκείνους τους ωραίους καιρούς της ανακάλυψης της Αμερικής από τους Τούρκους.»»

[Ζόρζε Αμάντο, Η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, μυθιστόρημα (το έγραψε σε ηλικία 79 χρόνων!), στην έξοχη μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη (συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο), Αθήνα 1999, σελ. 115, τα παραπάνω αποσπάσματα από τις σελ. 90-92 και 114-115.]