Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

O Jorge Amado dança saba / Ο Ζόρζε Αμάντο χορεύει σάμπα.


[Ζόρζε Αμάντο, ο συγγραφέας της Μπαΐα. Υπάρχει καταγεγραμμένη σε φιλμ η στιγμή που σε συναυλία του ο Καετάνο Βελόζο, το βράδυ της 6ης Αυγούστου του 2001, πληροφορείται και πληροφορεί το κοινό ότι ο Αμάντο δε ζει πια. Ήταν παρά τέσσερις μέρες 89 χρόνων (γεννημένος στις 10 Αυγούστου του 1912). Και πράγματι, τέσσερις μέρες αργότερα, θα σκορπίσουν την τέφρα του στο αίθριο του κήπου του, στη ρίζα του αγαπημένου του δέντρου, μιας mangueira / δέντρου μάγκο, εκεί όπου του άρεσε ν’ αποσπερίζει. Τόσο ταιριαστή η ζωή, ακόμα και ο θάνατός του, με το έργο του.]
 
Γλαφυρός λαϊκός παραμυθάς, ευαίσθητος καταγραφέας αισθημάτων και συγχρόνως κατά το βραζιλιάνικο τρόπο ανάλαφρος, δομεί την αφήγησή του σαν με παραγράφους - ομόκεντρους κύκλους. Μετά μία πρώτη, μία επόμενη παράγραφος ξεκινά από το ίδιο αφηγηματικό κέντρο, απλώνεται όμως μακρύτερα, και μία τρίτη το ίδιο, με μεγαλύτερη και αυτή διάμετρο ή επιμερίζεται σε κάποιο δεύτερο στοιχείο, και πάει λέγοντας, κάπως σαν τους ομόκεντρους κύκλους όταν πέσει ένα λιθάρι στην επιφάνεια του νερού. Στην αρχή νομίζεις θα σε κουράζει, σύντομα σταματάς να το σκέφτεσαι, γίνεται ρυθμός, κείμενο γεμάτο αφηγηματική κίνηση, παρόλο που μετατοπίζεται συνήθως αργά και με κυκλικά βήματα, περίπου σαν στο χορό σάμπα. Δε χρειάζεται να ψάξει κανείς ιδιαίτερα, ιδίως στην υπέροχη Ντόνα Φλορ, ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, από το στιγμιότυπο του θανάτου του Βαντίνιου:

««Ο Βαντίνιου, ο πρώτος σύζυγος της ντόνα Φλορ, πέθανε μια Κυριακή της Αποκριάς, το πρωί, την ώρα που, ντυμένος γυναίκα της Μπαΐα, χόρευε με μεγάλο ενθουσιασμό σάμπα στην πλατεία Ντόις ντι Ζούλιου, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του. Δεν ήταν μέλος της καρναβαλικής ομάδας, είχε μόλις τρυπώσει ανάμεσά τους, παρέα με τέσσερις φίλους του, όλους μασκαρεμένους σε Μπαϊάνας. Έρχονταν από ένα μπαρ της Καμπέσα, όπου το ουίσκι έρεε άφθονο, κερασμένο από κάποιον Μωυσή Άλβις, ιδιοκτήτη κακαοφυτείας, πλούσιο και ανοιχτοχέρη.
Η ομάδα συνοδευόταν από μια μικρή, καλοσυντονισμένη ορχήστρα με κιθάρες και φλάουτα ∙ την τετράχορδη κιθάρα έπαιζε ο Καρλίνιους Μασκαρένιας, ένας ψηλόλιγνος τύπος πασίγνωστος στα μπορντέλα -α, ένας υπέροχος μουσικός. Οι άντρες ήταν ντυμένοι Τσιγγάνοι και τα κορίτσια Ουγγαρέζες ή Ρουμάνες χωρικές, αλλά ποτέ καμιά Ουγγαρέζα ή Ρουμάνα, ή ακόμα και Βουλγάρα ή Σλοβάκα, δεν είχε λικνίσει τους γοφούς της όπως το έκαναν αυτές οι μαύρες, στο άνθος της ηλικίας και της κοκεταρίας τους.
Όταν ο Βαντίνιου, ο πιο ζωηρός απ’ όλους, είδε την ομάδα να κάνει την εμφάνισή της από τη γωνία και άκουσε το σκελετωμένο Μασκαρένιας να γρατζουνάει τη θεϊκή τετράχορδη κιθάρα του, έτρεξε βιαστικά και διάλεξε για ντάμα του μια βαριά βαμμένη Ρουμάνα, χοντρή και ογκώδη σαν εκκλησία –την Εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου, γιατί ήταν ολόκληρη σκεπασμένη με χρυσές πούλιες –δηλώνοντας:
«Να ’μαι, ωραία μου Ρωσίδα από το Τορορό.»
Ο Τσιγγάνος Μασκαρένιας, που ήταν κι αυτός στολισμένος με γυάλινες χάντρες και στρας και από τ’ αυτιά του κρέμονταν φανταχτερά σκουλαρίκια, άρχισε να παίζει την τετράχορδη κιθάρα του ακόμα πιο δυνατά, τα φλάουτα και οι ισπανικές κιθάρες βόγκηξαν και ο Βαντίνιου πήρε τη θέση του ανάμεσα στους χορευτές της σάμπα μ’ εκείνο τον υποδειγματικό ενθουσιασμό που τον χαρακτήριζε σ’ ό,τι έκανε, εκτός από τη δουλειά. Στριφογύριζε στη μέση της ομάδας, χτυπούσε τα πόδια του μπροστά στη μιγάδα, την πλησίαζε με φιοριτούρες και κουνήματα της κοιλιάς, όταν ξαφνικά άφησε κάτι σαν βραχνό μουγκρητό, ταλαντεύτηκε, έγειρε στο ένα πλάι και έπεσε κατάχαμα, με κίτρινο σάλιο να τρέχει από το στόμα του, πάνω στο οποίο ο επιθανάτιος μορφασμός δεν μπορούσε να σβήσει εντελώς το χαμόγελο ικανοποίησης του τέλειου αγιογδύτη που πάντα υπήρξε.
Οι φίλοι του νόμισαν ότι ήταν από το πιοτό: όχι από τα ουίσκι που τους είχε κεράσει ο ιδιοκτήτης της φυτείας –εκείνα τα τέσσερα πέντε ποτηράκια ελάχιστα θα επηρέαζαν έναν πότη της κλάσης του Βαντίνιου- αλλά από το ρούμι που είχε ρουφήξει από το προηγούμενο βράδυ και μέχρι το μεσημέρι, οπότε είχε επίσημα δοθεί το σήμα της έναρξης του καρναβαλιού στο μπαρ Θρίαμβος, στη Δημοτική Πλατεία- και το οποίο τον είχε χτυπήσει όλο κατακούτελα, ρίχνοντάς τον αναίσθητο. Αλλά η χοντρή μιγάδα δεν ξεγελάστηκε ∙ νοσοκόμα το επάγγελμα, αναγνώριζε το θάνατο όταν τον συναντούσε, ήταν γι’ αυτήν συνηθισμένο θέαμα στο νοσοκομείο. Όχι, πάντως, μέχρι σημείου να της κουνάει την κοιλιά του, να της κλείνει το μάτι, να χορεύει σάμπα μαζί της. Έσκυψε πάνω από τον Βαντίνιου, έβαλε το χέρι της στο λαιμό του και ανατρίχιασε, μ’ ένα ρίγος που διέτρεξε το στομάχι της και ανέβηκε στη ραχοκοκαλιά της: «Θεούλη μου, είναι πεθαμένος».
Κι άλλοι άγγιξαν το σώμα, ψηλάφησαν το σφυγμό του, σήκωσαν το κεφάλι του με τα ξανθά μαλλιά, αφουγκράστηκαν την καρδιά του. Ήταν ανώφελο, χάσιμο χρόνου. Ο Βαντίνιου είχε εγκαταλείψει το καρναβάλι της Μπαΐα για τα καλά.»»

[Jorge Amado, Η Ντόνα Φλορ και οι δύο σύζυγοί της, μυθιστόρημα, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδόσεις Περίπλους, 2001, σελ. 646.]