Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Προοικονομία και σασπένς.

Προοικονομία και σασπένς

Athens voice, 13/03/2014 - 13:58


Η προοικονομία όπως και το σασπένς είναι έννοιες που σχετίζονται με την αφήγηση. Ο αφηγητής προοικονομεί, δηλαδή διευθετεί με τέτοιο τρόπο το υλικό του, προϊδεάζει ή προσημαίνει, ώστε να κρατάει αμείωτη και απερίσπαστη την προσοχή του αναγνώστη, ακροατή ή θεατή του. Πριν εμφανιστεί στη σκηνή ο Αίμονας στην «Αντιγόνη», για παράδειγμα, ο Σοφοκλής έχει κάνει και κλιμακώσει νύξεις γι’ αυτόν, έτσι που ο θεατής με το που τον δει να νιώσει ή να σκεφτεί: «Να ο Αίμονας!» Αλλά και δίχως προοικονομία σασπένς δε νοείται. Να θυμηθούμε τον Έντγκαρ Άλαν Πόε ή τον Άλφρεντ Χίτσκοκ.
Με άλλα λόγια, ο δημιουργός οικονομεί στον αφηγηματικό του χρόνο (στις μία - δύο ώρες ή στις τόσες λέξεις) όσα εξιστορεί, τα οποία, παρόλο που φανταστικά συνήθως, εντούτοις τυπικά διαδραματίζονται σε πραγματικό χρόνο. Μερικοί μήνες πραγματικού χρόνου μπορεί να χωρέσουν σε μία παράγραφο μόνο, ενώ λίγα δευτερόλεπτα σε πολλές σελίδες. Στην ουσία, ο δημιουργός δίνει ρυθμό, δίνει μορφή σ’ ένα κομμάτι της μνήμης του. Και είναι μέρος της απόλαυσης του (αφηγηματικού) έργου τέχνης αυτή ακριβώς η οικονομία. Ακολουθώντας τον ειρμό, το νήμα της μνήμης του δημιουργού, χαιρόμαστε τις πέρλες που πέρασε σ’ αυτό το νήμα, την αφήγησή του, όπως θα ’λεγε ο Χένρι Τζέιμς.
Στη ζωή και στον πραγματικό χρόνο είμαστε μόνο επιμέρους πρόσωπα, κι εδώ, αντίθετα, αφηγητής δεν είναι εύκολο να υπάρξει. Μα κι όποιος το αποπειράται (πολιτικός, δημοσιογράφος, δημοσιολόγος, διανοούμενος ακόμα και ο κατεξοχήν αρμόδιος, ο ιστορικός) κυρίως αμφισβητείται και εύλογα. Γιατί πρέπει να εννοήσει ένα σύνολο κοιτάζοντάς το απέξω όντας ταυτόχρονα ο ίδιος μέλος αυτού του συνόλου. Δύσκολα κατανοούμε τις αιτιώδεις σχέσεις, συχνά καν τη χρονική διαδοχή στα σύγχρονα με μας γεγονότα. Όλα μάς φαίνονται αβέβαια, περίπλοκα, μοιάζουν ασυνεχή.
Σε μια ταινία μάς υποβάλλει το σασπένς ο ειρμός της μνήμης του δημιουργού, η εναλλαγή των πλάνων, η μουσική υπόκρουση ή οι παρατεταμένες σιωπές, το μοντάζ. Στην ιστορική ζωή πώς ή πότε γίνεται κάτι ανάλογο; Γιατί δεν έπαιρναν οι Εβραίοι σαν τρελοί το δρόμο της φυγής από τη ναζιστική επικράτεια; Στην ανάγκη πεζοί και προς όποια κατεύθυνση;
Δεν αντιλαμβανόμαστε πραγματικά το χρόνο, και αυτό είναι από μόνο του σωτήριο τουλάχιστον για δύο λόγους. Για να θεωρούμε ασφαλή και στέρεα τη ζωή μας ακόμα και στα ενενήντα, ο ένας, και ο άλλος, για να πιστεύουμε ότι το τερατώδες κακό ή τα ανυπέρβλητα προβλήματα ανήκουν ανεπιστρεπτί στο παρελθόν (που πάντοτε νιώθουμε απώτερο). Ιδίως οι γενιές που είδαμε το παρελθόν σε μαυρόασπρες φωτογραφίες. Οι αυλές του Άουσβιτς, ωστόσο, ήτανε έγχρωμες, την άνοιξη φύτρωναν στους αρμούς των τοίχων άγριες κίτρινες μαργαρίτες, τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού ακουγόταν το τραγούδι του τζίτζικα. Επίσης τα κρεματόρια ήταν σε πλήρη λειτουργία δεκαπέντε χρονάκια μόλις προτού γεννηθεί η αφεντιά μου.
Ποιας σύγχρονης ιστορικής αφήγησης άραγε αποτελούμε πρόσωπα; Ζούμε σε μια κοινωνία σε κρίση; Μου έλεγε Ανατολικοευρωπαία μετανάστρια, κρίση σημαίνει να ’χεις στο πορτοφόλι τα τελευταία ελάχιστα ψιλά σου και στα ράφια του σούπερ μάρκετ να βρίσκεις μονάχα αλάτι και πιπέρι. Αλλά με ενάμισι εκατομμύριο ανέργους και εβδομηντάρηδες μέλη της μέχρι προ τινος μεσαίας τάξης να τινάζουν τους ώμους λέγοντας, «ποια ιδιοκτησία, τελείωσε πια η ιδιοκτησία…» πώς να περιγράψει κανείς την κοινωνία του;
Παραδόξως αρκετοί ανάμεσά μας συμπεριφέρονται σαν αυτό που ζούμε να είναι προσωρινό, πρόσκαιρο. Και το πράγμα ενίοτε θυμίζει την παραδοσιακή νεοελληνική παρωδία. Ό,τι από το ΠΑΣΟΚ δεν κατέφυγε στο ΣΥΡΙΖΑ πήγε face book: εκεί φτερουγίζουνε τα σμήνη των like από κοινοτοπία σε αισθηματολογία ή σε εμβριθή τάχαμου ατάκα, – η παλιά καλή ισοπέδωση στο φόρτε της. Παντού, σε κάθε δημόσια ή ιδιωτική δραστηριότητα, κοντόθωρες και αδιέξοδες μικροπολιτικές τακτικές. Σχεδιασμοί το πολύ εξαμήνου. Μία κοινωνία παραλύει, και οι πολιτικάντηδες που την κυβερνούν κοιτούν ίσαμε την άκρη της μύτης τους.
Αλλά το δυστύχημα είναι ότι τα ίδια μικροπολιτικά τσαλίμια απαντώνται σε κάθε χώρο: νάσου και οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες, οι επαγγελματίες, μα και ο πασαένας. Ποιος θα προκαλέσει, ποιος θα πετάξει την πιο αβανταδόρικη παρόλα, θα σκεφτεί την πιο αριβιστική πόζα, να πουλήσει την πραμάτεια του, να κάνει γνωστό το μαγαζάκι του, να ξεσηκώσει για την πάρτη του τη μεγαλύτερη φασαρία στα κοινωνικά δίκτυα. Τι μίζερη ελευθεριότητα, πόσο φτηνό προοδευτιλίκι. Ο λαϊκισμός σε παροξυσμό πια και στο διαδίκτυο.
Η χρεοκοπία -–γιατί αυτήν εκόντες άκοντες ζούμε– μας δίνει τη μοναδική δυνατότητα να κάνουμε τα βήματα ορθολογικής διαχείρισης του συλλογικού μας βίου που εκκρεμούν εδώ και δύο αιώνες. Σ’ αυτό ας επικεντρωθούμε, δεν είναι καθόλου λίγο. Ο καθείς με τις δυνάμεις του. Με σοβαρότητα και μια κάποια αυταπάρνηση.
Θρίλερ ή παρωδία θρίλερ, εδώ είμαστε. Έχει σασπένς, βέβαια, και η λιγοστή ιστορική μας μοίρα συνεπικουρούμενη από τη διεθνή συγκυρία έτσι κι αλλιώς προοικονομούν το μέλλον μας. Αργά αλλά σταθερά επίσης θα φανούν ο ένας μετά τον άλλο οι χρήσιμοι ηγέτες. Με το που θα κατανοήσουμε, θα ψελλίσουμε με συναίσθηση, με επίγνωση την ανάγκη της παρουσίας τους. Διορατικοί, πραγματιστές, ηγέτες σε κάθε χώρο. Αυτοί που θα βοηθήσουν να σηκώσουμε το βλέμμα σε ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας, που θα περιορίσουν τις ανασχέσεις και τις δυσλειτουργίες, που θα αυξήσουν το ζωτικό χώρο, το χώρο ελευθερίας για τον καθένα μας.
Η πρώτη και ίσως η πιο χαρμόσυνη αγγελία θα ρθει από το δήμο της Αθήνας. Μακάρι από την πρώτη Κυριακή.