Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Το θάρρος των αισθημάτων / Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.



Αντώνης Νικολής
Το θάρρος των αισθημάτων
 
(απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα - δημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο, τεύχος 104 - υπό έκδοση / Τὸ Ροδακιὸ)

(…) ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, προκειμένου να αποφύγω τις εξηγήσεις στο κυρίως σπίτι, έμπαινα στο χτήμα από τα κομμένα σύρματα στο φράχτη πίσω από το σπιτάκι του Θρασύβουλου. Τον βρήκα στα καλά του, με θυμόταν κιόλας.
«Βρε καλώς τον Μιχαλάκη.»
«Ήρθα να βάλουμε τάξη, να σας καθαρίσω.»
Με κοίταζε ανέκφραστος.
«Δεν είπαμε θα μαζέψω τη σαβούρα, τα χοντρά τουλάχιστον;»
«Δεν έχω σκούπα ούτε φαράσι. Τίποτα δεν έχω.» Μίλαγε και χτύπαγε το πόδι με παιδικό πείσμα.
Δεν ήθελα να με δουν στο σπίτι προτού τελειώσω τη δουλειά, αλλά και τι να έκανα. Θα ζήταγα τα απαραίτητα από το Διασουνιώ. Τους βρήκα σε μια άκρη της αυλής, ο Δανιήλ έσχιζε μ’ ένα τσεκούρι κάτι κούτσουρα ελιάς, εκείνη νοικοκύρευε τα πελεκούδια, περίμενε να σκουπίσει το πριονίδι. Τους χαιρέτησα, τους είπα τι ήθελα, και ήμουν επίσης σίγουρος ότι έκρυβα καλά την υστεροβουλία μου, το να ξετρυπώσω κρυμμένα μυστικά μέσα στην ακαταστασία και τις ακαθαρσίες του Θρασύβουλου. Ή μήπως ήταν κι αυτό ακόμα ένα πρόσχημα, ήτανε πάλι ο εαυτός μου που έλεγε σ’ εμένα τον ίδιο το πραγματικό ψέμα (ότι με ενδιέφερε το οικογενειακό παρελθόν του Δανιήλ), στους άλλους το επινοημένο (ότι τάχα νοιαζόμουν για τις συνθήκες υγιεινής στο περιβάλλον του γέρου); Αλλά και τότε τι έψαχνα εγώ εκειπέρα, τι γύρευα στο σπιτάκι παλεύοντας με την κόπρο του Θρασύβουλου; Μ’ ένα νεύμα του Δανιήλ, η ολιγόλογη υπηρέτρια με οδήγησε στην αποθήκη, βρήκε γαλότσες στο νούμερό μου, παλιόρουχα μη λερώσω τα δικά μου, αλλά και από το πλυσταριό τα εργαλεία για το καθάρισμα, και πολλά σακιά, να τα γέμιζα με το σκουπιδαριό. Άλλαξα ρούχα, φορτώθηκα τα σύνεργα και κινούσα.
«Άμα τα καταφέρεις.» Η γριά γυναίκα αμφέβαλλε. «Θα σου ’χω αναμμένο το θερμοσίφωνο. ’Κούεις; Μην ντυθείς και φύεις βρόμικος!»
«Άκουσα», της φώναζα μέσ’ απ’ το περιβόλι.
Βρήκα τον Θρασύβουλο σε μία αλλόκοτη αναμονή. Καθιστός σε μια πέτρα στην αυλή του, με το κεφάλι στητό, τα μάτια ακίνητα. Του μιλούσα, δε μου απαντούσε. Ακόμα και τα γατιά του έμοιαζαν εξαφανισμένα, ανεξήγητο για ποιο λόγο. Δεν είχε νόημα να περιμένω να συναινέσει, μπήκα μέσα κι έπιασα αμέσως δουλειά. Κατά διαστήματα εμφανιζόταν στην άκρη της εξώπορτας, μου έριχνε μια έντρομη ματιά, γινόταν άφαντος μετά. Πετάχτηκα μια – δυο φορές πίσω του, να τον προλάβω κάτι να του πω, κρυβόταν μάλλον.
Όταν ένα χράμι, ένα ρούχο είχε μόνο χώματα ή τρίχες, δεν ήταν φαγωμένο ή λιωμένο και με φριχτές στάμπες, το τίναζα, το καταχώριζα στα καθαρά, το τακτοποιούσα σε μια από τις στοίβες τα ομοειδή που έφτιαχνα σύρριζα στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι. Ό,τι άλλο αντικείμενο, αν όχι προφανές σκουπίδι, επίσης το συμμάζευα σε μια άκρη. Θέλω να πω, κατανοούσα ότι το αναγκαίο εκεί μέσα, σεβόμενος το ταραγμένο μυαλό εκείνου του ανθρώπου, όφειλα να το εκτιμώ διαφορετικά. Έτσι δεν πέταγα τίποτα που είχε κάποιο σχήμα ή κάποια ελάχιστα πιθανή χρηστικότητα. Καθάριζα -και αυτό ως ένα βαθμό μόνο-, κυρίως έβαζα τάξη.
Και αφότου, γρήγορα, συνήθισα την μπόχα, άρχισα να μην εκπλήσσομαι ούτε από τα είδη της ακαθαρσίας το ένα μετά το άλλο: ξερές μερίδες φαγητού πεταμένες εδώ κι εκεί, ρουκέτες εμετού, κόπρανα του ίδιου σκεπασμένα με ό,τι έβρισκε γύρω του -αλλά και δεν τα είχα δει ακόμα όλα. Στο διπλανό κουζινί, κάτω από τα δίδυμα μικρά τοξωτά παράθυρα, υπήρχαν τέσσερα κοφίνια παραγεμισμένα με κουρέλια. Άδειαζα το πρώτο αφηρημένος, λίγο πάνω από τον πάτο του κάτι μαλακό, η δυσωδία παράλληλα να αναδίδεται αφόρητη, το αναποδογυρίζω από αηδία και τι να δω, ένα γατί σε σήψη, τα άσπρα σκουλήκια μέσ’ απ’ την προβιά, μέσ’ απ’ τα ρουθούνια, τις κόγχες του κουφαριού του, «Ο Θεός φυλάξοι», φωνάζω τρελαμένος και με τον εμετό στο φάρυγγα, «το κοφίνι είναι τάφος», κι όπως αναποδογυρίζω και τα επόμενα, «τα κοφίνια είναι τάφοι».
Ξερνούσα στο φράχτη.
Πουθενά ο Θρασύβουλος. Έκανα λίγα βήματα τρεκλίζοντας. Χάζευα τον εαυτό μου, σαστισμένος. Τι ήθελα εγώ εδωπέρα; Τι έκανα; Ο άνθρωπος ήταν τρελός. Προκειμένου να μην αποχωρίζεται τα νεκρά γατιά, τα έθαβε μέσα σε κοφίνια, δυο μέτρα από το κρεβάτι του! Αλλά γιατί ανέλαβα να καθαρίσω ένα τέτοιο αχούρι; Δε με υποχρέωσε κανένας. Ήθελα τάχα, που το προφασιζόμουν στον εαυτό μου, να μαζέψω πληροφορίες για τον Δανιήλ, γιατί; Να μου χρησίμευαν, εδώ που τα λέμε, σε τι; Ήθελα να παραστήσω το καλό παιδί, ίσως; Τι φοβόμουν;
Κοίταζα το τοιχίο στο εξωτερικό υπόστεγο, τα επιχρίσματα των αλάτων από την υγρασία στους σαθρούς σοβάδες. Τα γατιά είχαν κι αυτά εξαφανιστεί.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί όρθιος. Βυθίστηκα. Θρασύβουλος και γατιά εξακολουθούσαν άφαντοι. Στεκόμουν πολύ κοντά στους δύο σάκους που είχα ήδη γεμίσει με σκουπίδια και βρομιές. Πήρα βαθιά ανάσα, παρ’ όλ’ αυτά θα συνέχιζα. Μέχρι να τελειώσω, πρέπει να τίγκαρα άλλους τέσσερις – πέντε σάκους. Δούλευα αφηρημένος, όπως αν έσερνα άνευρα τα πόδια μου σ’ ένα βουρκότοπο.
Κάποια στιγμή προς το τέλος σηκώνω το στρωματάκι πάνω από το σομιέ του κρεβατιού, να το τινάξω από τα χοντρά, χώματα πέτρες σκουπίδια, βρίσκω μια κίτρινη νάιλον σακούλα κρυμμένη στη μέσα – μέσα γωνία, περιείχε γράμματα μάλλον, κλεισμένη με πολλούς κόμπους. Να ήταν μια καλή ανταμοιβή για τον κόπο μου; Ξανάβρισκα την έξαψή μου, όλο και κάποια μυστικά θα ξετρύπωνα από κει μέσα. Παρ’ όλη τη βρόμα ξέσχισα τη σακούλα με τα δόντια μου, επρόκειτο για μια στοίβα γράμματα σε φακέλους ή σκέτα επιστολόχαρτα, η αλληλογραφία ανάμεσα στον Θρασύβουλο από το νησί, με περισσότερα από ένα προσχέδια για κάθε του επιστολή, και τον Φώτη, τον πατέρα του Δανιήλ, εκείνος τού απαντούσε από το Τζάκσον του Μισισιπή. Ήταν υλικό με υποδειγματική τάξη αρχειοθετημένο, ανακάλυπτα έναν Θρασύβουλο ακριβολόγο, καθαρολόγο συχνά, ξεκίναγε τις επιστολές του, ας πούμε, ‘Αγαπητέ γαμβρέ μου, χαίρε’, τις ολοκλήρωνε ‘σε ασπάζομαι θερμώς’, δίχως ίχνος ορθογραφικού λάθους παρά τις περισπωμένες, τα πνεύματα, ακόμα και παρότι άνθρωπος του δημοτικού, από το ένα προσχέδιο στο άλλο ότι τον διακατείχε ένα είδος σχολαστικής τελειοθηρίας. Διάβαζα με την απόλαυση που χαρίζει στον αναγνώστη το αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο.
Η αλληλογραφία περιοριζόταν ανάμεσα στο 1954 και 1955, κάπου τριάντα με σαράντα ο Δανιήλ τότε, ο πατέρας του ζούσε στην Αμερική ξαναπαντρεμένος, δίχως να διευκρινίζεται το πώς ή το γιατί, δε φαινόταν να κρατάει πια επαφή με την παλιά οικογένειά του, απαντούσε απλώς στα διαβήματα του άλλοτε κουνιάδου του, τίποτα περισσότερο, ο τελευταίος τού ζητούσε επίμονα να μεσολαβήσει, να κάνει συστάσεις ή να φοβερίσει το γιο του, τον αλήτη, τον ‘ακόλαστο, τον ξέρεις δα’. Ο θείος ισχυριζόταν ότι ο ανεψιός καταχράστηκε το μερίδιο, που ήταν το μεγαλύτερο, της ανάπηρης αδελφής του στην οικογενειακή περιουσία. Και ότι εξαιτίας του ‘πήρε δρόμο το τυχερό του ανάπηρου’, κάποιος επίδοξος γαμπρός για τη Μαριγώ. Συμπλήρωνε βέβαια εδώ ότι ‘μην ακούς τον αλήτη τι λέγει’, ότι ‘αυτός είναι που σέρνεται κάτω εις την Σκάλα όποτε αράξει πολεμικό με ναυτάκια και ρεζιλεύεται από την κάψαν του, όχι το καλό το παιδί, που και να το ’καμε καμίαν φοράν, ε δεν το έχει και συνεχώς εις τον νουν του’. Και άλλα και άλλα, λεπτομέρειες για την ανάπηρη, τα κλάματα, τις στενοχώριες της, που ντρέπεται να κατέβει στο λιμάνι για μία πάστα σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, αλλά και για την αδελφή του την Τέρπω, που ό,τι της πει ο «λατρευτός υιός της» κάνει, που αυτή της η αδυναμία στον αλήτη τα φταίει όλα, και άλλα παρόμοια. Σύμφωνα με όσα τού καταμαρτυρούσε, ο Δανιήλ είχε πείσει τη μάνα του να του μεταβιβάσει όχι μόνο το χαμάμ που δικαιούνταν, αλλά και το κυρίως σπίτι και το περβόλι, τα προικώα της Μαριγώς, κι ύστερα με τις ‘γαλιφιές του, τον ξέρεις δα’ αντί ισόβιου ενοικίου για το σπιτάκι, ανταλλαγή όμως που δεν έγινε παρά μόνο στα λόγια, και τον ίδιο τον Θρασύβουλο να του πουλήσει εικονικά το αμπέλι του στο χωριό.
Ο Φώτης τού απαντούσε βιαστικά και με φτωχή γλώσσα. Το έκανε γιατί του έξυναν μια πληγή, το ανάπηρο κορίτσι του, διαφορετικά ‘είχε ρίξει μαύρη πέτρα’. Άλλωστε τα ‘φίλησέ μου το Μαριγάκι’, ‘το Μαριγάκι μου και τα μάτια σου’, ‘το αδικημένο μου’ και γενικότερα οι αναφορές του στη Μαριγώ ήταν τα μόνα ζεστά του λόγια και η αιτία που έμπαινε στον κόπο της αλληλογραφίας με τον πρώην κουνιάδο του, στην Τέρπω αναφερόταν περιφραστικά μόνο, ‘η μάνα του’, ‘η αδερφή σου’, για τον Δανιήλ πάλι έλεγε στην καλύτερη περίπτωση ‘ο άλλος’, κυρίως όμως ξέρναγε πολλή και πηχτή χολή. Ο γιος του ήτανε η ‘όχεντρα που θήλασε η αδερφή σου’, ‘η κατάντια της γενιάς μου’, ‘ο λόγος που πήρα των ομματιών μου’ και άλλα παρόμοια.
Αναφερόταν σ’ ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: ο Δανιήλ, παιδί, έπαιζε στον οντά με την κούκλα της Μαριγώς. Η μάνα με την αδελφή του καθάριζαν χόρτα στη γούρνα έξω στην αυλή. Γυρνάει ο Φώτης αναπάντεχα νωρίτερα στο σπίτι, τρέχει φουριόζος στην κάμαρα, προτού προλάβει η Τέρπω να ειδοποιήσει το παιδί να παρατήσει την κούκλα, το πιάνει επ’ αυτοφώρω με το κοριτσίστικο παιχνίδι, κάτι που τον ανακατεύει και το απαγόρευσε ρητά προ πολλού. ‘Μα να παίζει άντρας – πράμα με κούκλες; Γίνεται;’ Αρχίζει να τον βαράει, ο Δανιήλ ούτε καν μαζεύεται, παρά το ξύλο τού βγάζει με αυθάδεια τη γλώσσα, επιπλέον τον απειλεί θα τον διώξει από το «σπίτι μας». «Μια μέρα, εγώ σ’ το λέω, θα φύεις ’πό το σπίτι μας.» Κι ο Φώτης στα νεύρα του πιάνει να τον κλοτσάει, να τον χτυπάει, κοντεύει να τον σακατέψει, η μάνα εντωμεταξύ να εκλιπαρεί, να φωνάζει, στριμώχνεται ανάμεσά τους, τρώει μια βαριά στο αυτί, σωριάζεται στο πάτωμα. «Ησκότωσες τη μάνα μου, α το πω του χωροφύλακα να σε χώσουνε στη φυλακή, να φύεις ’πό το σπίτι μας!»
Και για την πρώην γυναίκα του, την Τέρπω, μια γοητευτική επίκριση, νομίζω. Τη χαρακτήριζε τρελή για το λόγο ότι την έπιανε καμιά φορά τα απογεύματα, καθισμένη στο παράθυρο να κοιτάζει έξω προς το περβόλι και δίχως αιτία κι αφορμή να τρέχουνε τα μάτια της.
Όταν σήκωσα τα μάτια μου από τα γράμματα, ήτανε αργά το απόγευμα, σε λίγο θα νύχτωνε, τα δίπλωσα ξανά με προσοχή, τα επέστρεψα στη γωνία κάτω από το στρώμα του κρεβατιού εκεί όπου τα είχα βρει. Τελείωνα και με το καθάρισμα. Κουβάλαγα τον τελευταίο σάκο με τα σκουπίδια έξω στην αυλή, όταν νάσου και ο Θρασύβουλος. Καθόταν δίπλα στους υπόλοιπους σάκους σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα, ασάλευτος, με το βλέμμα ακίνητο. Τα γατιά συνέχιζαν άφαντα.
«Τελείωσα, κύριε Θρασύβουλε…»
Δε μου απαντούσε.
«Λάμπει το σπιτάκι σας…»
Ύστερα από λίγο σηκώνεται πράγματι, με αργά βήματα φτάνει, μπαίνει στην κάμαρη. Ετοιμαζόμουν να φύγω, όταν τον ακούω πίσω μου, έτρεχε να με προλάβει, εντελώς σαστισμένος ξανά.
 «Θα σε περιμένω να με πάεις στο σπίτι μου. Ήχασα το δρόμο.» Κι έψαχνε την καρέκλα.
«Εδώ μένεις, κύριε Θρασύβουλε, εδώ. Αυτό είναι το σπίτι σου. Απλώς, σου το καθάρισα…»
Είχε ξανακαθίσει στην καρέκλα, πάλι ασάλευτος.
Πρέπει να τον παρακινούσα για κάμποσο να μπει μέσα, δεν τα κατάφερα. Κάποιο από τα επόμενα Σαββατοκύριακα, έμαθα, πήγε βρήκε τους σάκους στην άκρη στο περβόλι, προτού τους κάψουν, τους άδειασε ξανά στην αυλή και στην κάμαρά του, ξανάκανε το σπιτάκι αχούρι. Και όλο αυτό το αφηγούνταν οι υπόλοιποι για ανέκδοτο, δε γνοιαζόταν κανένας να συνετίσει τον Θρασύβουλο.
Στο πλυσταριό το νερό από το θερμοσίφωνο που θερμαινόταν με ξύλα, με περίμενε καυτό. Χώθηκα στη βαθιά γούρνα και τριβόμουν μ’ ένα κομμάτι λούφφα και μια πλάκα πράσινο σαπούνι. Τον τρίφτη, το σαπούνι και την καθαρή πετσέτα μού τα ’χε οικονομήσει η Διασουνιώ. Σκουπιζόμουν, όταν εμφανίστηκε απρόσμενα μπροστά μου ο Δανιήλ. Με επέπληξε πρώτα με τη ματιά του. Μου ’κοψε σχεδόν την ανάσα.
«Τι ήθελες να μάθεις; Γιατί δεν ερχόσουνα να ρωτήσεις εμένα τον ίδιο; Φοβόσουνα;»
Δεν έβγαλα κιχ, τον κοίταζα αμίλητος.
«Αυτός που δεν έχει το θάρρος των αισθημάτων του, μένει σακάτης. Να το καταλάβεις μια μέρα αυτό.»
Έσκυψα το κεφάλι. Όχι μόνο τότε, ακόμα και σήμερα όταν τον θυμηθώ στα λόγια του αυτά, το σκύβω. Ούτε είμαι και πολύ σίγουρος ότι το κατάλαβα ποτέ αυτό το ‘θάρρος των αισθημάτων’ μου. (…)

(Η νουβέλα «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» γράφτηκε την άνοιξη του 2009.)