Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Αίλιος Αριστείδης: Ιεροί Λόγοι.



Οι Ιεροί Λόγοι του ρήτορα Αίλιου Αριστείδη είναι η καταγραφή 130 ενυπνίων και οραμάτων, ιαματικών όπως πίστευε για τις αρρώστιες του, και ότι του στάλθηκαν από τον Ασκληπιό, ο οποίος και του υπέδειξε να τα καταγράψει.
Ο Πόπλιος Αίλιος Αριστείδης (117 μ.Χ. -180 ή 181) καταγόταν από τη Μυσία της Μικράς Ασίας. Ρωμαίος πολίτης (με την εύνοια του αυτοκράτορα Αδριανού) ο πατέρας του Ευδαίμων, και ο ίδιος, αλλά με πολιτιστική συνείδηση Έλληνα. Για τις σπουδές του πέρασε και από την Αθήνα, μαθήτευσε ανάμεσα σε άλλους και στον Ηρώδη τον Αττικό. Το 141 στην Αλεξάνδρεια εκφωνεί λόγους, ασχολείται ενεργά με τη ρητορική. Από το 142 οι ταλαιπωρίες (ή η υποχονδρία) με την υγεία του θα τον κάνουν το διασημότερο ασθενή της αρχαιότητας –σωστότερα το διασημότερο νευρωσικό του αρχαίου κόσμου. Φτάνει στη Ρώμη το Δεκέμβριο του 143 για να επιδοθεί στη ρητορική, όμως ασθενεί, και το Νοέμβριο του 144 επιστρέφει στη Σμύρνη. Το Δεκέμβριο του 144, ενώ βρίσκεται στις θερμές πηγές της Σμύρνης για τη θεραπεία του αναπνευστικού του, έχει τις πρώτες ενύπνιες εμφανίσεις του θεού Ασκληπιού. Λατρεύει τους Ίσιδα – Σέραπη, αργότερα αποκλειστικά τον Ασκληπιό. Οι ασθένειες –κατά τους μελετητές του- από τις οποίες νόσησε ήταν η επιληψία, νευρώσεις, η ευλογιά, η φυματίωση (με την οποία μάλλον απεβίωσε).
Ο Αίλιος Αριστείδης ανέπτυξε ένα ιδιαίτερα περίτεχνο νεοαττικό ύφος και αντιτάχθηκε στο κίνημα του ασιανισμού τόσο, που θεωρείται ο «καθαρότερος» αττικιστής ρήτορας. Επηρέασε τους μεταγενέστερους ως και τη βυζαντινή αναγέννηση. Ο Φώτιος στη Βιβλιοθήκη του εξαίρει τα έργα του. Οι Ιεροί Λόγοι, εντούτοις, παρέμειναν υποτιμημένοι μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. 
Ο δραματικός / αφηγηματικός χρόνος του κειμένου διαρκεί περίπου 26 χρόνια, χονδρικά από το 144 έως το χειμώνα του 170/171.
Ο Γαληνός, ο δεύτερος μετά τον Ιπποκράτη σπουδαίος γιατρός του ελληνορωμαϊκού κόσμου, παρά τη γενική εντύπωση πως ο Αίλιος Αριστείδης περισσότερο βασανιζόταν από νευρώσεις, στο Υπόμνημά του για τον πλατωνικό Τίμαιο σημειώνει: «Όμως λίγους είδα να έχουν από φυσικού τους δυνατή ψυχή, αλλά σώμα αδύναμο. Ένας από αυτούς ήταν ο Αριστείδης από τη Μικρά Ασία.»
Στην πολύ καλή έκδοση με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια του Γιώργη Γιατρομανωλάκη επισυνάπτεται διπλό επίμετρο, ο συσχετισμός των Ιερών Λόγων με τα Οράματα και θάματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και ένα ευσύνοπτο σημείωμα Οι Ιεροί Λόγοι και η υπερρεαλιστική ποιητική.
Από το δεύτερο, μικρό απόσπασμα (σελ. 418):
“Για ποιο λόγο λοιπόν, συνεχίζει ο Μπρετόν, να μην περιμένουμε από τις «ενδείξεις του ονείρου» περισσότερα από όσα περιμένουμε από τη συνειδητή «πραγματικότητα»; Ακόμη πιο σημαντικό: η ημερήσια «πραγματικότητα» είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πραγμάτων και το πνεύμα δείχνει τάση αποπροσανατολισμού. Έτσι, εάν καταφέρουμε κάποτε να ερευνήσουμε τα όνειρα όπως πρέπει (μέσα από την «αγωγή της μνήμης»), τότε τα ανύπαρκτα μυστήρια θα δώσουν τη θέση τους στο μεγάλο Μυστήριο. «Πιστεύω», συνεχίζει ο Μπρετόν, «στη μελλοντική συγχώνευση (résolution) αυτών των δύο καταστάσεων, του ονείρου και της πραγματικότητας, που μόνο κατ’ επίφαση είναι αντιφατικές, σε ένα είδος απόλυτης πραγματικότητας, σε μια υπερπραγματικότητα (surréalité), αν μπορεί κάποιος να το πει έτσι».
Παρατηρώντας την ονειρική και την ημερήσια δραστηριότητα του Αριστείδη και του Μακρυγιάννη, προφανώς –και τηρουμένων των αναλογιών- μπορούμε να δεχτούμε ότι ο ρήτοράς μας βίωνε, πολύ συχνά, αυτή τη «διπλή», υπερρεαλιστικής τάξεως πραγματικότητα.”

Και ένα εκτενέστερο απόσπασμα από τους Ιερούς Λόγους (Ιερών Λόγων Τέταρτος, παράγραφοι 55-57, σελ. 304-307):
“Μου αποκάλυψε επίσης ο θεός την ιδιαίτερη φύση του, άλλοτε εμφανιζόμενος ενώπιόν μου, άλλοτε μιλώντας μου. Ιδού πώς έγιναν τα πράγματα. Το πρωινό άστρο είχε ανατείλει, όταν εμφανίστηκε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκα πως βάδιζα έναν συγκεκριμένο δρόμο μέσα στο υποστατικό μου, και παρατηρούσα το άστρο που μόλις είχε εμφανισθεί καθώς η πορεία μου ήταν προς ανατολάς. Βρέθηκε τότε παρών ο Πυραλλιανός από τον Ναό, ένας άνδρας που ήταν σύντροφος μου και ήταν εξαιρετικά ασκημένος στους διαλόγους του Πλάτωνα. Αστειευόμενος τότε και πειράζοντάς τον, καθώς περπατούσαμε ήσυχα, του είπα: «Μπορείς να μου πεις, για το όνομα των θεών –είμαστε παντελώς μόνοι μας-για ποιο λόγο εσείς οι πλατωνιστές δείχνετε τόση αλαζονεία και τρομάζετε τους ανθρώπους;» Η συγκεκριμένη παρατήρησή μου σχετιζόταν με τους περί φύσεως και όντων διαλόγους του Πλάτωνα. Εκείνος τότε με πρόσταξε να δώσω προσοχή και να τον ακολουθώ. Προχωρούσε λοιπόν εκείνος μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Ύστερα, αφού προχώρησε λιγάκι, σήκωσε το χέρι του και μου έδειξε κάποιον τόπο του ουρανού. Και την ώρα που έδειχνε μου είπε: «Αν σ’ ενδιαφέρει λοιπόν, αυτός είναι ο τόπος που ο Πλάτων αποκαλεί Ψυχή του Παντός». Ανασηκώνω τότε τα μάτια και βλέπω τον Ασκληπιό της Περγάμου εγκαθιδρυμένο στον ουρανό. Και αμέσως ξύπνησα και εννόησα πως ήταν ακριβώς εκείνη η ώρα που ονειρευόμουν ότι βλέπω αυτά τα πράγματα.
Εκτός από αυτά τα όνειρα θυμούμαι και τα παρακάτω. Ονειρεύτηκα ότι είδα τον ίδιο τον Πλάτωνα να στέκει στο δωμάτιό μου, ακριβώς απέναντι στο κρεβάτι μου και σε μένα. Έτυχε να συντάσσει την επιστολή του προς τον Διονύσιο και ήταν πολύ θυμωμένος. Με κοίταξε τότε και μου είπε: «Δε μου λες, πώς σου φαίνομαι σαν επιστολογράφος; Μήπως και χειρότερος από τον Κέλερο;» Εννοώντας τον αυτοκρατορικό γραμματέα. Κι εγώ του είπα: «Για όνομα του θεού! Να είσαι τόσο μεγάλος και να αναρωτιέσαι ποιος είσαι;» ’Εκείνος εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως κι εγώ μπήκα σε βαθιά συλλογή. Όμως ένας που ήταν δίπλα μού είπε: «Αυτός που σου μίλησε μόλις τώρα σαν Πλάτωνας ήταν ο Ερμής ο δικός σου» -εννοώντας εκείνον που με μοίρανε τη μέρα της γέννησής μου- «που πήρε τη μορφή του Πλάτωνα».” 

Ένα κείμενο που δύσκολα διαβάζεται δίχως κάποιο ειδικό ενδιαφέρον, συναρπαστικό ωστόσο αν ιδωθεί ως η πρώτη και διεξοδική καταγραφή των ονείρων ενός ιδιαίτερου όσο και καλλιεργημένου ανθρώπου.

(Πάνω: το εξώφυλλο της έκδοσης (στο ψηφιδωτό η άφιξη του Ασκληπιού στην Κω), κάτω: ο Αίλιος Αριστείδης, μουσείο του Βατικανού.)

[Αίλιος Αριστείδης Ιεροί Λόγοι, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2012, σελ. 443]