Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ: Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες.




Τα τελευταία χρόνια ίσως δεν έχω αγαπήσει άλλον συγγραφέα όσο τον Σίνγκερ. Παραστατικότατες, ολοζώντανες περιγραφές, αφηγηματική δεινότητα, λεπτότατη ειρωνεία, υπαινικτικό χιούμορ. Εξαιρετικός μυθιστοριογράφος, αλλ’ ακόμη καλύτερος διηγηματογράφος. Τα διηγήματά του έχουν αρτιότητα και πυκνότητα που εφάμιλλές τους ως αναγνώστης έχω συναντήσει μόνο στον Έ. Ά. Πόε. Σ’ αυτήν εδώ τη συλλογή, και πάλι το ένα διήγημα καλύτερο απ’ το άλλο, παρόλο που θα ήταν άδικο να μην ξεχωρίσω ανάμεσά τους δύο: το «Κάτι υπάρχει εκεί» και «Το κλειδί», και τα δύο μ’ εκείνη την ιδιαίτερη «ψίχα» του συγγραφέα τους, ένα βαθύ ποιητικό στοχασμό που δεν έχει να διδάξει ή να «πει» κάτι, όμως σε παρασέρνει στην πιο μύχια έξαρση.

Έχω σημειώσει και αλλού πως το έργο του Ι. Μ. Σίνγκερ είναι η καλύτερη απόδειξη ότι δεν είναι τα πραγματολογικά στοιχεία, ο σκηνικός διάκοσμος όσων εξιστορούνται, που δίνει το χαρακτήρα, αλλά τα στοιχεία του ύφους και η δύναμη της αφήγησης του δημιουργού. Στο «Κλειδί» κιόλας, ίσως το καλύτερο, οπωσδήποτε ένα από τα δραστικότερα κείμενα στο συνολικό έργο του συγγραφέα, (εξιστορεί κάπως σαν σε μια εσωτερική περιπλάνηση, μια κρίση άνοιας, μερικής απώλειας της συνείδησης του χώρου και του χρόνου, το δύσκολο βράδυ της ηλικιωμένης χήρας, της Μπέσι Πόπκιν, που κλειδώνεται έξω απ’ το διαμέρισμά της, ψάχνει για κλειδαρά, χάνεται στη νυχτερινή Νέα Υόρκη, μέχρι το μοιραίο άλλο πρωί), δεν πρόκειται καν για ιστορία που διαδραματίζεται στο συνηθισμένο ηθογραφικό φόντο του συγγραφέα, τις εβραϊκές κοινότητες της προπολεμικής Πολωνίας. Είναι τόσο σπουδαίο κείμενο το «Κλειδί» -είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι και να σκεφτώ πως, αν χανόταν όλη η λογοτεχνία και σώζονταν μόνο αυτές οι δώδεκα σελίδες, θα αρκούσαν για να κατανοήσουμε πλήρως το λογοτεχνικό φαινόμενο.    

Μερικά ενδεικτικά αποσπάσματα:

(Σελ. 53) Πέρα από τους ανθρώπινους βασανιστές, η Μπέσι βασανιζόταν κι από δαίμονες, διαβολάκια, κακά πνεύματα. Έκρυβε τα γυαλιά της στο κομοδίνο του κρεβατιού και τα έβρισκε σε μια παντόφλα. Τοποθετούσε το μπουκάλι της βαφής των μαλλιών στο ντουλαπάκι του φαρμακείου, μετά από μέρες το ανακάλυπτε κάτω από το μαξιλάρι. Μια φορά, άφησε μια κατσαρόλα με μπορς στο ψυγείο, τα φαντάσματα την πήραν από κει και –μετά από πολύ ψάξιμο- η Μπέσι τη βρήκε κατά τύχη μέσα στην ντουλάπα με τα ρούχα. Πάνω της, υπήρχε μια παχιά στρώση λίπους που ανέδυε οσμή ταγκισμένου ξιγκιού.
Το τι πέρασε, πόσα κόλπα τής σκάρωσαν και πόσο σκληρά χρειάστηκε να πολεμήσει για να μην ξεψυχήσει ή να μη χάσει τα λογικά της μόνο ένας Θεός το ξέρει.

(Σελ. 93) Ήρθε στην πόλη μας ένας γέροντας. Ήταν γεννημένος στη Βαβυλώνα και γυρνούσε όλο τον κόσμο κάνοντας θαύματα. Αν κάποιος έβαζε το δάχτυλό του μες στις σελίδες ενός βιβλίου, ο γέροντας μπορούσε να πει τι έγραφε εκεί. Έλεγε ότι τα γράμματα έρχονταν σαν όραμα μπροστά στα μάτια του. Θεράπευε και τους αρρώστους. Στην πόλη μας, γιάτρεψε έναν επιληπτικό. Ζήτησε να του φέρουν έναν ζωντανό κόκορα. Ψέλλισε ένα ξόρκι και ο κόκορας έπαθε επιληψία. Όποιος δεν είδε με τα μάτια του το τρέμουλο και τους σπασμούς του κόκορα ποτέ δεν θα καταλάβει τη δύναμη που έχουνε τα μάγια. Υπάρχουν όμως μάγια άγια, υπάρχουν και κακά. Η εξουσία του σκότους είναι σαν τον πίθηκο∙ μαϊμουδίζει την εξουσία του φωτός. Οι ραβίνοι της Πολωνίας έστειλαν διαταγή να τιμωρείται όποιος είχε την παραμικρή σχέση με τον κακό το μάγο.

(Σελ. 99) Με το που κάθομαι σ’ ένα τραπέζι, μου ’ρχονται. «Γεια σου, Ααρών!» με καλωσορίζουν, και μιλάμε για τη γίντις λογοτεχνία, το Ολοκαύτωμα, το κράτος του Ισραήλ και συχνά για γνωστούς που την τελευταία φορά που βρισκόμουν εδώ έτρωγαν πουτίγκα ρυζιού ή κομπόστα δαμάσκηνου και τώρα βρίσκονται κιόλας δυο μέτρα κάτω από τη γη. Επειδή σπάνια διαβάζω εφημερίδα, τα νέα αυτά τα μαθαίνω πάντα καθυστερημένα. Κάθε φορά μένω με το στόμα ανοιχτό, αλλά στην ηλικία μου τέτοια μαντάτα πρέπει κανείς να τα αναμένει. Το φαγητό κάθεται στο λαιμό∙ κοιτάμε ο ένας τον άλλο σαν χαμένοι, και τα μάτια μας ρωτούν βουβά: Ποιος έχει σειρά τώρα; Σύντομα αρχίζουμε να ξαναμασάμε. Συχνά όλα αυτά μού θυμίζουν σκηνή από ταινία για την Αφρική. Το λιοντάρι επιτίθεται σε ένα κοπάδι ζέβρες και σκοτώνει τη μια. Οι τρομαγμένες ζέβρες τρέχουν για λίγο, και ύστερα σταματούν και αρχίζουν και πάλι να βόσκουν. Τι άλλο μπορούν να κάνουν;

(Σελ. 103) «Πείσε τη να τον παντρευτεί», μου είπε ο Μπόρις Μέρκεν. «Θα ’ναι καλό και για μένα».
«Μπορεί να μην τον αγαπά».
«Δεν υπάρχει αγάπη. Δώσε μου ένα τσιγάρο. Στο στρατόπεδο οι άνθρωποι σκαρφάλωναν ο ένας πάνω στον άλλο σαν τα σκουλήκια».

(Σελ. 249) Δύο ώρες μετά, έδινα την ομιλία μου. Μίλησα για την εβραϊκή ιστορία, τη γίντις λογοτεχνία, αλλά, στο ακροατήριο, οι μάλλον άξεστοι άντρες και οι χοντρές γυναίκες δεν φαίνονταν να καταλαβαίνουν τι λέω. Δεν μ’ άκουγαν καν. Έτρωγαν φιστίκια, μιλούσαν, φωνάζαν στα παιδιά τους. Σκαθάρια, πεταλούδες, έντομα κάθε λογής μπαίνανε μέσ’ απ’ τα σπασμένα τζάμια και σχημάτιζαν στους τοίχους πετούμενες σκιές. Κόπηκε το ρεύμα και μετά ξανάρθε. Ένα σκυλί είχε μπει στην αίθουσα και άρχισε να γαβγίζει.

(Σελ. 365) «Δεν φεύγω αν δεν μου πεις το λόγο που’φυγες», είπε η Χίντε Σέβαχ.
«Ήθελα να μάθω τι λένε οι αιρετικοί».
«Και τι λένε;»
«Δεν υπάρχουν αιρετικοί».
«Αλήθεια;»
«Όλος ο κόσμος λατρεύει είδωλα», ψέλλισε ο ραβίνος. «Επινοούν θεούς και τους υπηρετούν».
«Και οι Εβραίοι;»
«Όλοι».
«Μάλιστα, σου έχει στρίψει». Η Χίντε Σέβαχ απέμεινε για λίγο να στέκει εκεί και να κοιτά, έπειτα έκανε μεταβολή και τράβηξε για την κάμαρά της.

Βιογραφικά και άλλες πληροφορίες για το υπόλοιπο μεταφρασμένο στα ελληνικά έργο του Ι. Μ. Σ. σε επτά προηγούμενες αναρτήσεις (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7).

[Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη – εικοστός αιώνας, μετάφραση από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, Αθήνα 2013, σελ. 371.]