Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 18) Η έκπτωση.




Τύποις απείχα δύο μόρια από τους ισοψηφήσαντες πρώτους των Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Είχα δηλώσει πρώτα τα Γιάννενα, και για τη φοιτητική μου παρέα εκεί, ακόμα και γιατί θα με ενοχλούσε και μόνη η υπόνοια πως όλο αυτό μπορεί να το επιχείρησα και για να φύγω απ’ τα Γιάννενα –όλοι θυμόντουσαν τη δυσφορία μου απ’ την πόλη τρία χρόνια νωρίτερα. Όσο για το πρωτείο, δεν αποδείκνυε παρά την ορμή και τον ζήλο του διαβήματος –την έντασή τους. Αντιθέτως, το ότι δεν είχα τελειώσει κλασικό λύκειο / δευτεροβάθμια εκπαίδευση θεωρητικής κατεύθυνσης, παρά την έφεση ή το ταλέντο ή τη δύναμη του γλωσσικού αισθήματος -όπως κι αν το ονομάσει κανείς-, ισοδυναμούσε με σοβαρές ελλείψεις στην κατάρτισή μου, που μάλιστα θα έσερνα μέχρι και το πτυχίο ή και μετά από αυτό. Βασικές γνώσεις σε γραμματική, σε συντακτικό, στον χειρισμό ενός αρχαίου κειμένου, που αγνοούσα κιόλας τη σημασία τους, και που αναγκάστηκα να συμπληρώσω μόνος μου, όχι και τόσο εύκολα, και τότε που ο ίδιος πια έπρεπε να τις διδάξω, για να συνειδητοποιήσω και πόσο καλύτερα θα έκανα τις σπουδές μου, αν δεν τις στερούμουν. 
Αλλ' ας επιστρέψω στο καλοκαιράκι του 1982, για μερικά επιπλέον στιγμιότυπα.
Οι λίστες των επιτυχόντων ανακοινώνονταν από το ραδιόφωνο, την επομένη δημοσιεύονταν και στις εφημερίδες, και εκτός λίστας, διακεκριμένοι, οι αριστεύσαντες κάθε σχολής. Οι γονείς μου, οι παρέες τους, ένας συγκεκριμένος κόσμος της πόλης - όσοι διέθεταν μεταφορικό μέσο, παρόλο που σε απόσταση όχι μακρινή, σύχναζε για κολύμπι στη Μεροπίδα, παραλία εκεί όπου σήμερα η μαρίνα, στην ανατολικότερη πλευρά της, μετά το γεφύρι του Πλατύ. Κάποιος, λοιπόν, που δεν έμαθα ποτέ ποιος, πήγε στους γονείς μου και τους ρώτησε τι τον έχουν έναν Αντώνη Νικολή που πέρασε πρώτος στη φιλολογία Ιωαννίνων. «Εμάς, ο μεγάλος είναι φοιτητής της ιατρικής στα Γιάννενα, και ο τωρινός υποψήφιος, ο δεύτερος, είναι για το μαθηματικό Αθηνών», απάντησε η μάνα μου.  Υπόψη, και ο Θανάσης είχε συγκεντρώσει μονάδες για γιατρός, επέμεινε ωστόσο κι αυτός στην κλίση του, τις σπουδές στα μαθηματικά. Με το που γύρισαν σπίτι στρίμωξαν τον Θανάση στην ανάκριση μην είχα κάνει καμιά τρέλα, η μάνα μου επίσης τηλεφώνησε στη Νίτσα, κανείς τους δεν το επιβεβαίωσε. Την άλλη μέρα, μεσημέρι, και ξανά στη θάλασσα, ο ίδιος ο οποίος την προηγουμένη τούς ρωτούσε απλώς, σήμερα προσκόμιζε ως αποδεικτικό και την εφημερίδα: «Ιδού: Νικολής Αντώνιος του Χαραλάμπους, πρώτος στη φιλοσοφική σχολή των Ιωαννίνων». Δεν χώραγαν άλλες διαψεύσεις, ο Θανάσης πια θα τους το ομολογούσε. Έσπασε στα νεύρα του ο μπαμπάς διάφορα, όμως, κι εδώ που τα λέμε, δεν υπήρχε και πολύ περιθώριο για χειρότερη αντίδραση. Με ειδοποίησαν, «Έλα, όλα εντάξει, μόνο μη θυμίσεις του μπαμπά αυτό που σου είπε το Πάσχα». 
Νομίζω είναι στοιχείο του χαρακτήρα μου, θα έλεγα και συνολικά της πορείας μου. Ούτε ένιωθα, ούτε καμώθηκα ποτέ μου τον αντισυμβατικό ή τον επαναστάτη ή με όποιο σχετικό άλλο όνομα να με ονομάσω. Μέσα από κρίσεις πολλές και συχνά αλλεπάλληλες έβρισκα (ή και βρίσκω) τον εαυτό μου, γιατί να αφορούσε αυτό τους άλλους, γιατί να τους διαμήνυα ή να ζητούσα να μου αναγνωρίσουν κάτι. Το έλεγα με πολλούς τρόπους: μακάρι να μπορούσα να γινόμουν γιατρός, να γινόμουν έστω ένας καλούτσικος γιατρός, θα ήμουνα στ’ αλήθεια ευτυχισμένος, όμως δεν μ’ άφηνε, πήγαινε κόντρα η κλίση μου, επίμονη και λίαν ισχυρή. Κάπως έσκυψα το κεφάλι, απομακρύνθηκα απ’ τον προβολέα, έκανα εκούσια στην άκρη. Διαισθανόμουν άλλωστε πόσο πολύ ενοχλούσε η περίπτωσή μου τον νεοέλληνα μικροαστό της εποχής. Οιηματίας, δοκησίσοφος, επιθετικός, και παρά ή και λόγω των συμπλεγμάτων του φουσκωμένος απ’ τις εθνικοσοσιαλίζουσες κολακείες των λαϊκιστών του ’80. Ποιος είσαι συ που θες να έχεις κλίσεις, που νομίζεις θα πας κόντρα σε ποιον; Η στάση μου διαισθητικά ήτανε σωστή, τους επέτρεπα να με μειώσουν, θα συνέχιζα ανάμεσά τους κατά την παραίνεση λάθε βιώσας (άλλωστε είτε με το καλό είτε με το κακό δεν είχαν να μου δώσουν παρά βαρβαρότητα). Έγινα, λοιπόν, ο… Αντωνάκης, ο… έλα, μωρέ, τώρα, ο… Αντωνάκης. Όταν τρία χρόνια νωρίτερα κατακτούσα την κορωνίδα των αξιών τους, την εισαγωγή στην ιατρική σχολή, είχα γίνει ο Αντώνης – τι στιβαρές, τι καθαρές συλλαβές, μα να γεμίζει το στόμα τους, Ο Α-ΝΤΩ-ΝΗΣ, ακόμα κι όσων δεν τους γέμιζα καθόλου, μα καθόλου, το μάτι. Τώρα ξέπεφτα σε Αντωνάκης. «Από δήμαρχος, κλητήρας», που σχολίασε και ο καλός μου φιλόλογος.
Δεν ήξερα ότι διατύπωνα, ακούσια ασφαλώς, τη διαφορά: τη συνείδηση ή το αίτημα της ατομικότητας. Το διαρκές χωλό και σισύφειο διάβημα του ατόμου που διεκδικεί ζωτικό χώρο σε χώρες και περιοχές που υστερούν, που ακολουθούν με στρεβλές και ασυνεχείς δοκιμές τον βηματισμό του αναπτυγμένου κόσμου. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται για κάτι απλό. Αναλογίστηκα πρόσφατα πως κατά σύμπτωση λίγους μήνες μετά τις εισαγωγικές μου, κατεβαίνοντας Αθήνα στον αδελφό μου τον Θανάση -φοιτητής πια κι εκείνος στο μαθηματικό-, με την έντονη προτροπή του, είχε συγκλονιστεί σαν θεατής, πήγα να δω την παράσταση των «Αγροίκων» του Γκολντόνι στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Κωμωδία ηθών στη Βενετία του 18ου αιώνα, όπου οι γόνοι των πρώτης γενιάς αστών, των αγροίκων, δυσφορούν με τα στερεότυπα του συλλογικού / αγροίκου βίου που εννοούν να τους επιβάλουν οι πατεράδες τους, διεκδικούν τον δικό τους ζωτικό χώρο. Χρόνια αργότερα θα σχετιζόμουν με τους περισσότερους από τους συντελεστές εκείνης της παράστασης, με ορισμένους πολύ στενά. Τι απόγιναν κι εκείνοι, τι το θέατρο ή η δυναμική της κοινωνίας που έκφραζαν, η ίδια η νεοελληνική κοινωνία του τέλους του ’70 - αρχών του ’80, άλλος πολύ – άλλος λίγο, τι απογίναμε όλοι μας, είναι μια μεγάλη, πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, που όπως και άλλες πολλές ανάλογες, σε χώρες στο περιθώριο της ιστορίας, είναι μοιραίο να μην μπορούν ούτε στο περίπου να συζητηθούν...   
Για να εγγραφώ στη φιλοσοφική έπρεπε να πάρω αποφοιτήριο από την ιατρική. Οι γραμματείες των δύο σχολών βρίσκονταν, αν θυμάμαι καλά, στο ίδιο κτήριο και όροφο, κάπου κοντά τη Νομαρχία. Η γραμματέας της ιατρικής έβαλε τα κλάματα, αρνιόταν να μου δώσει το έγγραφο που της ζητούσα, «Όχι, παιδί μου, δεν θα σε βοηθήσω εγώ να κάνεις αυτό το κακό στον εαυτό σου». Εκείνη έκλαιγε, εγώ γελούσα.
Να σημειώσω, τέλος, υπήρχαν στη σχολή, στην ιατρική, κάποια παιδιά, συμφοιτητές μου, που τους ζήλευα. Αγαπούσαν με πάθος τις σπουδές τους, πρόσεχα την προσήλωσή τους στα εργαστήρια, το μυαλό τους, τη σκέψη τους που ρούφαγε και διαμορφωνόταν απ’ αυτή την επιστήμη, ειλικρινά τούς ζήλευα, μακάρι να συγκαταλεγόμουν σ’ αυτούς. Ήταν και οι υπόλοιποι, οι πολύ περισσότεροι βέβαια, που υπάκουαν απλώς στην κοινωνική σύμβαση, που σαφέστατα σπούδαζαν… πλούσιοι. Ε, λοιπόν, μέγα μάθημα ζωής, ποτέ δεν το ξεχνώ, όλοι οι παλιοί συμφοιτητές μου της πρώτης κατηγορίας ήρθαν με πασίδηλη εγκαρδιότητα να με συγχαρούν. Οι άλλοι, οι πολλοί άλλοι, έπαψαν και να με βλέπουν, με προσπέρναγαν σαν να μην υπήρχα…
Δεν έλεγα ακόμα ότι ήμουν συντηρητικός, που ήμουν. Δεν επιδίωξα τίποτε που δεν ανήκει στις αξίες της αστικής δύσης, που να μην είναι κατ’ αρχάς αίτημα εφικτό ή που να μην εδραιώνει τους θεμελιώδεις θεσμούς. Ήμουν πραγματιστής, συντηρητικός, όταν αγωνιζόμουν, φέρ’ ειπείν, να εξαλειφθούν οι διακρίσεις σε βάρος των ατόμων με ομόφυλο προσανατολισμό, ή για τα ίσα αστικά δικαιώματά τους, ιδίως τη δημιουργία ομόφυλων οικογενειών, -τα χρόνια που κύλησαν και οι σύγχρονες κοινωνίες, δικαιούμαι να πω, επικύρωσαν τον πραγματισμό μου. Δεν υπήρξα ούτε μια στιγμή επαναστάτης ή αριστερός, όπως και δεν φλέρταρα ούτε λεπτό με τον από τότε διάχυτο λαϊκισμό. Αν είσαι πρώτης γενιάς μικροαστός, είσαι αγροίκος, δώσε τον αγώνα μέσα σου να ξεπεράσεις την πολιτιστική ανασφάλεια και την εξ αυτής βαρβαρότητα. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχουν στεγανά. Και κανένας πρίγκιπας όσο εκείνος που, αυτοδημιούργητος και πρώτης γενιάς, ολοκληρώνει μόνος αυτή τη μετάβαση.
Αρχές του 2000, στο φροντιστήριο, ένα απόγευμα, γονιός μαθήτριάς μου, δάσκαλος (και από τους αποσπασμένους σε γραφεία, συνδικαλιστής… λαϊκοδεξιός ετούτος), μου περιέγραφε τις οικονομικές δυσκολίες της μάνας του, χήρας, όταν εκείνος ήτανε μαθητής λυκείου, ότι φίλευε κανένα πιάτο αυγά τηγανητά με πατάτες σε φτωχά φανταράκια – φυσικούς ή μαθηματικούς ή φιλολόγους, για να του κάνουν κάνα ιδιαίτερο, ότι τέλος πάντων δεν είχανε τα μέσα για κανονικό φροντιστήριο, και γι’ αυτό δεν είχε περάσει στη φιλολογία που θα προτιμούσε, αλλά στην παιδαγωγική ακαδημία (οι φιλόλογοι τότε ακόμη είχαμε πολλή δουλειά – ιδιαίτερα μαθήματα ή φροντιστήρια). Κατένευα συγκαταβατικά, τι να του έλεγα, «δύσκολα χρόνια, πράγματι». Ο αδελφός μου μας άκουγε δυο μέτρα παρά πέρα, σαν έφυγε, μου λέει, «Καλά στους άλλους, αλλά να πουλάνε και σε σένα αυτές τις κοινοτοπίες! Τα δικά σου… τα φροντιστήρια, καημένε, ποιος τα πλήρωσε»! Θυμάμαι την έκπληξή μου, που δεν είμαι και βραδύς, ούτε που τον είχα φανταστεί τον αντίλογο –ο λαϊκισμός γαρ ήτανε ήδη στερεότερος κι απ’ αυτό το έδαφος που πάνω του πατούσαμε…