Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Αιμόφυρτες φαντασιώσεις / Η Λίνα Πανταλέων στο περιοδικό Εντευκτήριο για το Γυμναστήριο.


(Κριτική για Το γυμναστήριο στο Εντευκτήριο, τεύχος 117-118, Σεπτέμβριος 2019, σελ. 171-172. Γράφει η Λίνα Πανταλέων.)

Αιμόφυρτες φαντασιώσεις

Αντώνης Νικολής. Το γυμναστήριο. Αθήνα, Ποταμός 2018, 102 σελ.

Εγκάθειρκτες στο σπίτι τους, σταματημένες μόλις λίγα βήματα μακριά από την μπαλκονόπορτα, το σύνορο με τον έξω κόσμο, δύο ετεροθαλείς αδελφές ανταλλάσσουν συντρίμμια ιστοριών μέχρι να πέσει η νύχτα. Τα απογεύματά τους τα αποκαλούν εσπερίδες, καθώς αποτελούν τις μοναδικές ιεροτελεστίες του ανεόρταστου βίου τους. Κάθε απομεσήμερο, η Ρούλα, η μεγαλύτερη, κάθεται στην καρέκλα της, παίρνει τις βελόνες και, πλέκοντας το κουβάρι που βρίσκεται στα πόδια της, αρχίζει να κλώθει την ιστορία της. Κοντά της, καθισμένη σε ένα αναπηρικό αμαξίδιο, κληροδότημα της κοινής τους μητέρας, η Ράνια αδημονεί να αδράξει το νήμα της δικής της αφήγησης.
Οι δύο αδελφές γνωρίζουν καλά, μέχρι και τις πιο επώδυνες λεπτομέρειές τους, τις εξιστορήσεις που κάθε απόγευμα εκτυλίσσονται στο καθιστικό τους. Πρόκειται άλλωστε για δυο μονάχα ιστορίες, με απαράλλακτη πλοκή και προδικασμένη έκβαση. Η συνοφρυωμένη Ρούλα διηγείται μια περιπετειώδη υπόγεια διαδρομή με το τρένο, στη διάρκεια της οποίας βρέθηκε στο στόχαστρο μιας άγνωστης γυναίκας, η οποία έδειχνε να αναγνωρίζει το περιεχόμενο του δέματος που κρατούσε στα πόδια της. Ο τελικός προορισμός, ένα νεκροταφείο, επιτείνει την κρισιμότητα της διαδρομής. Η πρόσχαρη Ράνια, από την άλλη, παραδομένη σε γλυκιά ρέμβη, αναβιώνει μία στιγμή της εφηβείας της, μία εκδρομή σε μια λίμνη, που στις όχθες της παραμόνευαν πέντε γυμνοί άντρες.
Ο Αντώνης Νικολής σκηνοθετεί τους παράλογους μονολόγους των ηρωίδων του σαν μπεκετικό δρώμενο. Τίποτε δεν κατονομάζεται απερίφραστα, αλλά και ό,τι λέγεται απλώνεται προς υπόρρητες, ζοφερές παραδηλώσεις. Οι ιστορίες παλινδρομούν ανάμεσα σε έναν μονότονο, πληκτικό ρεαλισμό και σε σκοτεινά φαντασιοκοπήματα που ενεδρεύουν στο χείλος των λέξεων. Οι αφηγήτριες μοιάζουν πολιορκημένες από φάσματα του μυαλού, από στυγερούς, σκιώδεις, αρσενικούς διώκτες. Οι φωνές τους ακούγονται καθυποταγμένες από τον τρόμο. Αφηγούνται διστακτικά, με συνεχείς επαναλήψεις και επάλληλες επισημάνσεις, επουσιώδη στιγμιότυπα της πλοκής που τις αφορά, και αυτός ο δισταγμός και οι δολιχοδρομήσεις, γενικότερα η αφηγηματική τους σχολαστικότητα, μαρτυρούν την προσπάθεια για απόκρυψη. Το σκοτάδι της νύχτας συχνά τις απαλλάσσει από τη διήγηση της τρομερής έκβασης. Καθώς το φως της εσπερίδας τους ολοένα λιγοστεύει, οι δύο γυναίκες επιστρέφουν κουρασμένες στη σιωπή.
Μολονότι οι εξιστορήσεις, που εκδιπλώνονται βασανιστικά, με αποσιωπήσεις και αναβολές, παρουσιάζουν την καταστροφική εμπλοκή των ηρωίδων με τον έξω κόσμο, η μείζων καταστροφή καραδοκεί μέσα στο σπίτι τους και δεν είναι άλλη από την κάμαρα της νεκρής μητέρας τους. Αυτό το μαυσωλείο στοιχειώνει τη σκέψη τους, ενώ βαθμιαία αποκαλύπτει την καθήλωσή τους σε έναν περίτρομο ερωτισμό. «Εκφυλισμένες» τις έλεγε η μητέρα τους, καταλογίζοντάς τους την αποστασία από το φύλο τους. Και εκείνες έμειναν γεροντοκόρες, σαν να ήθελαν να τη δικαιώσουν.
Όταν ήταν παιδιά, η απαραβίαστη κάμαρα αντιβοούσε από τα αγκομαχητά και τους στεναγμούς της μητέρας τους, που σπαρταρούσε από ηδονή. Όπως λέει η Ρούλα: «Της άρεσε το σεξ της μαμάς». Η μικρή Ράνια βίωνε τραυματικά την απόσυρση της μητέρας τους στον οργασμικό της παροξυσμό. Κλαίγοντας χτυπούσε την κλειδωμένη πόρτα, αλλά τα ξεφωνητά από μέσα σκέπαζαν τους λυγμούς της. Έκτοτε, αισθανόταν αποκλεισμένη από τη ζωή που οργίαζε ερήμην της. Μόνο ονειροπολώντας νοσταλγούσε την ερωτική επιθυμία.
Η Ράνια θυμάται τον εαυτό της μαυροφορεμένο να κρατιέται από το πλευρικό τοίχωμα του φερέτρου, όπου ξάπλωνε η μητέρα της. Είχε την αίσθηση πως το κράτημα την προστάτευε από μια δίνη που θα συμπαρέσυρε καθετί μέσα στο νεκρικό δωμάτιο. Παλιά, όταν έμπαινε στην κάμαρα της μητέρας της, ένας άλλος ίλιγγος τη ρήμαζε. Φανταζόταν ότι στο κέντρο του κρεβατιού έχασκε ένας κρατήρας, ο κόλπος της μητέρας, μέσα στον οποίο θα καταποντιζόταν. Κρατιόταν, τρελαμένη από φόβο, «στα χείλη του κόλπου», ανησυχώντας μήπως κουτρουβαλιαστεί μες στο «αδηφάγο βάραθρο».
Τις εξιστορήσεις, που ισορροπούν στο χείλος μιας εφιαλτικής φαντασίωσης, τις διαρρέουν ρανίδες αίματος. Όταν η μητέρα έβγαινε από την κρεβατοκάμαρα και ξαναγινόταν μαμά, με ρόμπα και παντόφλες, “ βαλσάμωνε” βύσσινα για να κάνει γλυκό του κουταλιού. Πάνω από τον νεροχύτη, τα χέρια της έσταζαν «σκούρα κόκκινα ζουμιά». Όταν η Ρούλα ξαναέμπαινε στο υπόγειο τρένο για να φτάσει στο νεκροταφείο, κρατούσε στα χέρια της, όχι πια το μακάβριο δέμα της αλλά ένα κουβάρι μαλλί σε χρώμα πυκνό, «σκούρο κόκκινο», «το χρώμα από το πηχτό αίμα».
Με το βλέμμα της καρφωμένο στην μπαλκονόπορτα, ακροπατώντας με τον νου προς το επίφοβο άνοιγμα, η Ράνια γλιστράει στα αποδυτήρια του αντικρινού γυμναστηρίου και πλησιάζει έναν ημίγυμνο άντρα. «Μοιράζομαι την ομορφιά του με τους καθρέφτες», συλλογίζεται λιγωμένη από λαγνεία. «Όμως… βλέπει άλλος κανένας αυτόν που βλέπω εγώ;» Παρά τη δύναμη της υποβολής της, η φαντασίωση δεν κατατροπώνει την πραγματικότητα. Η Ράνια ξέρει ότι κανείς άλλος δεν βλέπει το πλησίασμά τους. «Χα, μα είμαι αόρατη εγώ, αλίμονο, εγώ είμαι μονάχα λέξεις.»
Οι ηρωίδες του Νικολή δεν έχουν παρά λέξεις για να παρεισδύσουν στον έξω κόσμο. Ο νεαρός του γυμναστηρίου μπαίνει στο σπίτι τους σαν αποκύημα ανείπωτων λέξεων. Όταν η Ράνια τον καλεί στην κάμαρα της μητέρας της και του δείχνει τον κρατήρα στο κέντρο του κρεβατιού, ο νεαρός άντρας μετοικεί ακαριαία στην επικράτεια του μύθου. Αργότερα, το αιμόφυρτο κουβάρι του στο καθιστικό, κείτεται σαν σκιά μιας ξεψυχισμένης φαντασίωσης. Όπως το κρανίο που κουβαλά η Ρούλα μέχρι το νεκροταφείο.
Στη νουβέλα του Αντώνη Νικολή δεσπόζει ένα εξαίσιο σύμπλεγμα, ο ερωτισμός εναγκαλισμένος με τον φόβο του αφανισμού. Οι λέξεις τρέμουν από τρόμο, αλλά την ίδια στιγμή αδημονούν να ενδώσουν σε άναρθρες επιθυμίες. Τόσο ο τρόμος όσο και η επιθυμία διαλέγονται με το φανταστικό, γι’ αυτό και η γλώσσα αναλαμβάνει να εκπληρώσει ό,τι στην αληθινή ζωή παραμένει ανέφικτο. Οι δυο γυναίκες παρηγορούν την αυτοεξορία τους από την ένσαρκη υπόστασή τους με λόγια ζεματισμένα από ευχές, λόγια «ζεστά σαν το αίμα».