Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Τέσσερα εξαιρετικά βιβλία.

Wallace Stegner Το τραγούδι της σάλπιγγας (και άλλα διηγήματα) / Thomas Hardy Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ (η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα) / Joseph Roth Φράουλες / Stefan Zweig Μενόρα (το θαμμένο κηροπήγιο). 

Τέσσερα εξαιρετικά βιβλία, για διαφορετικούς λόγους το καθένα -ας πούμε για τέσσερις απ' τις μύριες επόψεις απ' όπου μπορεί να εποπτεύσει κανείς την (αληθινή, άρα την καλή) λογοτεχνία. Δυστυχώς η πολλή και εντατική εργασία μου του καιρού (μαζί και οι αναπόφευκτοι περισπασμοί λόγω της επιδημίας) δεν μου επιτρέπουν τέσσερις ξεχωριστές εκτεταμένες αναρτήσεις. Θα περιοριστώ στα αξιοσημείωτα ένα-δυο στοιχεία τους, πιο σωστά αυτά που η συγκυρία των προσωπικών μου αναζητήσεων υπογράμμισε, και σε ορισμένα ενδεικτικά αποσπάσματά τους.



Ουάλας Στέγκνερ* Το τραγούδι της σάλπιγγας. Ανθολόγηση, μετάφραση και εισαγωγή -διαισθάνομαι με πολλή φροντίδα- από τον Γιάννη Παλαβό, στις φροντισμένες εκδόσεις Gutenberg / σειρά Aldina, σελ. 238. Ένα πολύ καλό παράδειγμα (μα είναι η αληθινή, θέλω να πω η καλή λογοτεχνία αυτό το πράγμα) για το ότι δεν είναι η θεματολογία ή η σκηνογραφία μιας αφήγησης που επιτρέπει ή όχι τη γνήσια ποίηση, αλλά μόνο η δύναμη του δημιουργού. Διηγήματα παρμένα από τη ζωή στην αμερικανική αγροτική ύπαιθρο κυρίως, τα οποία στην ημεδαπή γραμματεία θα βούλιαζαν σε αφόρητα παλαιική ηθογραφία, συχνότατα στο χειρότερο είδος της, την ιδεοληπτική, για τον Ου. Σ. δεν είναι παρά εικόνες μόνο της ανθρώπινης περιπέτειας. Θα ήταν απαράλλακτα της ίδιας ποίησης αν διαδραματίζονταν σε ανάκτορα ή σε υποβαθμισμένες αστικές συνοικίες είτε στα χωριά και τις φάρμες της αμερικανικής δύσης του Στέγκνερ. Όλα τα διηγήματα, μα ειδικά "Το πουλάρι" από τα συγκλονιστικότερα που διάβασα ποτέ.
Ένα απόσπασμα (σελ. 178-179): 
(...) Το μεσημέρι ήταν βαρύ και υγρό, γεμάτο από τα νωχελικά γεννήματα του καλοκαιριού στα μεσοδυτικά -το τριζοβόλημα των ακρίδων, το τιτίβισμα των πουλιών, τον βόμβο των εντόμων, τις φωνές των παιδιών και το μακρινό καμπάνισμα του ρολογιού που σήμαινε τέσσερις από τον πύργο του πανεπιστημίου. Ο αχός της λεωφόρου φούντωσε κι ακουγόταν σαν δισκοπρίονο που στρίγγλιζε. Τ' αυτοκίνητα σφύριζαν και χάνονταν, κουκκίδες που έσερναν ξοπίσω τους μια βουερή χοάνη. Κάπου μες στην εστία βρόντηξε μια πόρτα και η Λούσι, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, άκουσε το σύρσιμο των βλεφάρων στο δέρμα της. Ζαλισμένη, σκέφτηκε πως έπρεπε να σηκωθεί και να κάνει ντους. Σύντομα θα επέστρεφαν όλοι. Ο Τόμι Προμπστ τέλειωνε τις εξετάσεις του στις τεσσερισήμισι και το βράδυ τούς περίμενε γιορτή κι ένα βαρέλι μπίρα. (...)
   
Τόμας Χάρντι* Ο δήμαρχος του Κάστερμπριτζ. Μετάφραση - προλογικό σημείωμα Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Gutenberg / Orbis Literae, Editio Minor, σελ. 600. Ένα συναρπαστικό, εξαιρετικής οικονομίας δείγμα της στιβαρής μυθιστοριογραφίας του 19ου αιώνα (1886). Τα μυθιστορήματα τότε είχαν την απήχηση του σημερινού κινηματογράφου και των τηλεοπτικών σειρών μαζί. Διαισθανόμαστε, όπως πολύ συχνά και με τους Ρώσους του 19ου ή τον διαπρεπέστερο Άγγλο του αιώνα, τον Ντίκενς, τις "ραφές" από συνέχεια σε συνέχεια στη ροή του μυθιστορήματος, όσο κι αν από το περιοδικό ή την εφημερίδα στην τελική έκδοση σε βιβλίο οι δεξιοτέχνες λογοτέχνες προσπαθούσαν να σβήσουν τα ίχνη αυτών των "ραφών". Ένα καλό δείγμα μιας τέχνης, του μυθιστορήματος, όταν ακόμα έχαιρε ευρείας αποδοχής. 
Ένα απόσπασμα (σελ. 479):
(...) Στα ανατολικά του Κάστερμπριτζ, ανάμεσα στα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, έρρεαν άφθονα γάργαρα νερά. Ο ταξιδιώτης που τύχαινε να βρεθεί προς τα κει, αν στεκόταν ακίνητος για λίγα λεπτά στη σιγαλιά της νύχτας, ίσως άκουγε τα νερά αυτά να στήνουν συμφωνίες ιδιότυπες, ερμηνευμένες από μια αθέατη ορχήστρα, έτσι όπως κελάρυζαν σε κοντινά και μακρινά σημεία του έλους. Στην τρύπα ενός σάπιου ποταμοφράκτη εκτελούσαν ένα ρετσιτατίβο εκεί όπου κάποιο θριαμβικό ρυάκι κρημνιζόταν σε κατακόρυφη πέτρινη επιφάνεια, έκαναν χαρούμενες τρίλιες κάτω από μια σπηλιά χτυπούσαν μεταλλικά κύμβαλα και στον Λάκκο του Ντέρνοβερ σφύριζαν παρατεταμένα. Εκεί που γινόταν εκκωφαντική η μουσική τους ήταν σ' ένα μέρος που το έλεγαν "Δέκα Μπουκαπόρτες", όπου ο χείμαρρος ενορχήστρωνε μια ολόκληρη φούγκα από ήχους. (...)

Γιόζεφ Ροτ* Φράουλες. Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 97. Ένα σπάνιο σπάραγμα από το αρχείο του μεγάλου Εβραίου συγγραφέα, τόσο κοντινού νιώθω συχνά με τον σχεδόν σύγχρονό του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ (ο Ροτ γεννήθηκε το 1894, ο Σίνγκερ το 1902). Το έργο ενός αληθινού λογοτέχνη -ακόμα μια ευκαιρία να εννοήσει κανείς γιατί στη λογοτεχνία ή στην τέχνη η πραγματικότητα είναι μόνο το πρόσχημα (σε αντίθεση με τη ρητορική ή τη δημοσιογραφία).
Ένα απόσπασμα (σελ. 80):
(...) Η ομίχλη σκέπαζε ακόμα το χώμα, σκέπαζε ακόμα το φθινοπωρινό πρωί, που έμοιαζε με γέροντα κουκουλωμένο στις κουβέρτες του, κουφό κι αμίλητο. Τα κοράκια κάθονταν ασάλευτα πάνω στα κλαδιά, που λύγιζαν και ταλαντεύονταν, λεπτά ολόκληρα έμεναν ασάλευτα, τόσο που νόμιζες ότι ήταν φυτρωμένα, ότι ήταν τα μεγάλα, θλιβερά φρούτα των δέντρων. Πετούσαν στον αέρα μόλις ανάβαμε τη φωτιά κι ο καπνός άρχιζε ν' ανεβαίνει. Ήμασταν οι εχθροί τους. Πότε πότε τα βάζαμε στο σημάδι με τις πέτρες. Κι όταν πετυχαίναμε κάποιο κι έπεφτε ζαλισμένο στο χώμα, το πιάναμε στα χέρια μας και πάντα μάς έπιανε φόβος, μας τρόμαζε το κοφτερό γαμψό του ράμφος, ίδιο με μικρή δίκοπη σπάθα. Τα χωράφια ανέδιδαν μια μυρωδιά υγρή και μεθυστική, μύριζε μούχλα και σήψη. (...)

Στέφαν Τσβάιχ* Μενόρα. Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, επίμετρο Παναγιώτης Κ. Τσούκας, εκδόσεις Άγρα, σελ. 233. Σύντομο, με όλες της αρετές του Τσβάιχ, μυθιστόρημα. Ένα ιστορικό δράμα για τις αγωνίες του εβραϊκού λαού, θα έλεγα αξίζει να διαβαστεί κυρίως σε παραβολή με τα κείμενα του Σίνγκερ, η διαφορά τους είναι η εκλεπτυσμένη πλην δραστική ειρωνεία του δεύτερου. Λόγω της ειρωνείας η εβραϊκότητα στον Σίνγκερ καταλήγει αμφίεση, σκηνογραφία, όχι ουσία. Κάπου στην καρδιά της αφήγησης οι ήρωές του αποδύονται το ρούχο τους, ντύνονται τον μύθο τους. Κι ενώ, λοιπόν, διαβάζοντας τη Μενόρα συμπαθώ τους Εβραίους, συμπάσχω μαζί τους, διαβάζοντας τον Σίνγκερ ζηλεύω που δεν είμαι κι ο ίδιος Εβραίος! (Έχω βυθιστεί στη "Σώσα" του αυτόν τον καιρό -το είχα τελευταίο σε λίστα μετά από αρκετά άλλα, σαν για να με περιμένει η γλυκιά προσδοκία του, όμως δεν άντεξα, είναι που κι αυτός ο ζόφος που βιώνουμε ξεχνιέται μόνο με πολύ δυνατά ερεθίσματα-, όποτε το τελειώσω κι εφόσον ξεκλέψω τον αναγκαίο χρόνο, θα αναφερθώ λεπτομερέστερα. Για τον Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ ποτέ λίγα, ποτέ ένα μικρό σημείωμα μόνο!)
Ένα απόσπασμα (σελ.150)
(...) Οι Εβραίοι στη Συναγωγή του Πέραν δεν προσεύχονταν, δεν νήστευαν πια. Πικραμένοι κάθονταν στις γωνιές τους μασουλώντας κρεμμύδι και ξερό ψωμί. Και τώρα που η προσμονή του θαύματος δεν φλόγιζε πια τα μάτια τους, δεν φώτιζε τα μέτωπά τους, ξανάγιναν οι μικροί αξιολύπητοι άνθρωποι που ήταν πάντα: φτωχοί κακόμοιροι Εβραίοι∙ κι οι σκέψεις τους, που λίγες ώρες πριν φτερούγιζαν κι ανέβαιναν ψηλά στον Θεό, σέρνονταν τώρα ξανά στη γη, σαν τις ταπεινές τους έγνοιες και τα μικρά τους καθημερινά βάσανα. (...)

* Αμφότερες οι εκδόσεις Gutenberg και Άγρα αδιαμφισβήτητα φροντίζουν σε υψηλό επίπεδο την ελληνική γλώσσα (και παρά την ναρκισσιστική, ανόητη από φιλολογική/γλωσσολογική άποψη εμμονή τους και δη στο μπάσταρδο ετούτο πολυτονικό [και απλουστευμένη ορθογραφία και βαρείες - οξείες!] -έκανα πολλούς καυγάδες με την παλιότερη εκδοτική εταιρεία όπου εξέδιδα τα βιβλία μου για το πολυτονικό, το οποίο πέρα απ' τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής δεν είναι παρά μυγάκια, μυγάκια πάνω σε μουχλιασμένα τρόφιμα, μύγες πάνω από ψοφίμια, η θλιβερότερη εικόνα για τα νεοελληνικά κείμενα, κυρίως η πιο δυσοίωνη), προς τι άραγε η ξενόγλωσση απόδοση των ονομάτων των συγγραφέων στο εξώφυλλο; Θα το έκαναν και για έναν Γεωργιανό ή Άραβα ή Κινέζο συγγραφέα; Για τις βιβλιογραφικές αναζητήσεις αρκεί η αναγραφή του πρωτότυπου ονόματος στην εσωτερική σελίδα των δικαιωμάτων. Ή μήπως υποδηλώνουν ένα είδος πολιτιστικού σεβασμού ή και μειονεξίας προς τις κύριες σύγχρονες δυτικές γλώσσες (αγγλική, γερμανική, γαλλική); Τι να πω, κρίμα!