Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2021

Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα.


(Σπαθάκι ή πετειναράκι, άγρια γλαδιόλα σε παρτέρι του κήπου. Το απόσπασμα από "Το γυμναστήριο".)

(...) »Εγώ περπατούσα σκυφτή, αφαιρέθηκα, σε μονοπάτια σκιασμένα από φυλλώματα που πλέκονταν ψηλά σε πυκνές αψίδες. Άφησα τους άλλους στους υπολογισμούς τους, έκοβα κυκλάμινα στις άκρες των μονοπατιών και κάτι άλλα κρινάκια κοκκινωπά που θύμιζαν γλαδιόλες σε μικρογραφία. Τα σπαθάκια, αν έχεις υπόψη σου, τα πετειναράκια –που τα κρινάκια τους βγαίνουν κατά μήκος του βλαστού; που γέρνουν προς τη μια πλευρά; Τέλος πάντων, από κρινάκι σε κρινάκι χάθηκα. Και τότε, σ’ έναν κολπίσκο με χλιαρό νερό, οι ατμοί να κυματίζουν πάνω από την πρασινωπή υγρή επιφάνεια –ξέρεις-, …να τοι, μια παρέα νεαροί αξιωματικοί, γυμνιστές. Εντελώς γυμνοί: ούτε μαγιό. Πέντε. Σίγουρα πέντε!»

Σταματάει, τον διαπερνάει όπως αν ήτανε πλάσμα της φαντασίας της μόνο, αν ήτανε διαφανής. Εκείνος μένει ασάλευτος. Ύστερα, σαν γιατί δόθηκε κάποιο σύνθημα, λύνει την πετσέτα γύρω απ’ τη λεκάνη του -φοράει σλιπ-, σκουπίζει αυχένα – πλάτη, της χαμογελάει. Η Ράνια κατεβάζει το βλέμμα αργά, τον σαρώνει ίσαμε κάτω στις φλέβες που δένουν τους αστραγάλους του, το αίμα επιστρέφει στο πρόσωπο, στα μάγουλά της.

Όπως θα το ’λεγε αν ήτανε η μάνα του: «Φοράς το σλιπ σου».

«Αν θες, το βγάζω».

«Όχι! Να χαρείς, όχι! Άλλωστε, μη νομίζεις, τόση πολλή γύμνια δεν αντέχεται…» Χαμογελάει, «Πάντως, ωραίο το σλιπάκι σου. Μόνος σου τα πλένεις τα εσώρουχά σου; Στο χέρι;»

«Η μάνα τα πλένει».

«Ναι, μωρέ, πάντα το ξεχνάω ότι μένεις με τη μαμά σου… Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να σου πω: τίποτε πιο τρυφερό από έναν νεαρό εργένη που πλένει τα εσώρουχά του στο χέρι…» Τον χαζεύει. «Ωραίοι οι θωρακικοί, και οι δελτοειδείς, οι μύες σου… Τι ωραία που ξεδιπλώνεται το σώμα σου… εσύ ολόκληρος δηλαδή…» χαμογελάει, «και η ανάσα σου ακόμα, γερή και ανάλαφρη…».  

 

«Και μετά… τι έγινε;»

«Σωστά: να μην αφήνω τις ιστορίες μου στη μέση! Αλλά για μια στιγμή γέμισα μυρμηγκάκια… Εξαιτίας σου…» και χαμηλώνει κι άλλο τη φωνή, «Εμένα μ’ αρέσουν πολύ τ’ αγόρια», εκτονώνεται με ριπή γέλιου, «Λοιπόν, ήτανε πέντε οι νεαροί αξιωματικοί. Οι γυμνιστές. Πέντε. Σίγουρα πέντε».

«Αξιωματικοί; Πώς το κατάλαβες; Τους ρώτησες;»

«Καλή ερώτηση», μειδιώντας, «Όχι, δεν τους ρώτησα. Έχουν έναν ψυχαναγκασμό μέσα τους, μέσα στο κορμί τους, οι στρατιωτικοί. Στο περπάτημά τους ιδίως. Ο τρόπος που κάπως κορδώνονται. Δεν λέω, καμιά φορά αγέρωχοι. Έπειτα, κι από τον σβέρκο τους. Σχεδόν πάντοτε ξυρισμένος». Χαμογελάει, τον παρατηρεί συστρέφοντας με νάζι το κορμί. «Κάτι μου λέει, δεν θες να κάνεις οικογένεια εσύ…»

«Έτσι που γίνανε οι σχέσεις…»

«Ποιες σχέσεις; Φοβάσαι να πεις: έτσι που γίνανε οι μάνες. Και δη οι νεαρές». Κουνάει το κεφάλι, «Εδώ ταΐζουνε τα παιδιά τους… κοτόπουλα και γαλοπούλες! Μπλιαχ! Το ήξερες, τα πουλιά –ασφαλώς και τα πουλερικά- είναι οι απόγονοι των δεινοσαύρων στον κόσμο μας…»

Τον παρατηρεί και σαν να ετοιμάζεται να επαναλάβει την περιστροφή γύρω του.

«Σε πειράζει να σε λέω Βασίλη; Δεν σε ρώτησα».

«Και μετά τι έγινε; Με τους αξιωματικούς…»

Αφηρημένη προς στιγμήν: «…Τι έγινε;»

Ο νεαρός πετάει την πετσέτα στην ξαπλώστρα, πάει με γρήγορη κίνηση να βγάλει το σλιπ: «Να σε βοηθήσω; Μήπως να γδυθώ –που είπες, ήτανε γυμνοί…»

«Όχι! Να χαρείς, όχι! Μη. Όχι, ακόμα. Όχι, τώρα. Θυμάμαι, πώς δεν θυμάμαι…»

Με τον αντίχειρα του ενός χεριού παίζει με το λάστιχο του σλιπ.

«Τον έναν κυρίως θυμάμαι. Οι άλλοι, παρόλο που γυμνοί, παρόλο που ωραίοι, δεν ήτανε του γούστου μου. Φωνακλάδες, ξέρεις. Γέμισε ο κολπίσκος κρωξίματα, τα κρωξίματά τους, τα “μαλάκα μου”, τα “ρε πούστη μου”, τα “άι γαμήσου, ρε μαλάκα”, και άλλα, και άλλα τέτοια. Φωνάζανε, για να μη δουν την ομορφιά γύρω τους, την ομορφιά ο ένας του αλλουνού, μην… τους ξεφύγει κανένας αναστεναγμός από μια ελάχιστη τόση δα ρέμβη. Τη… φοβούνται την ομορφιά, την… τρέμουν κάτι τέτοιοι. Ξέρεις, ίσως».

Και ξαφνικά βρίσκεται σε σύγχυση.

Με την γκρενά κοριτσίστικη φουστίτσα να φουσκώνει, να κυματίζει από τα νευρικά βήματά της, αίφνης σταματά. Κρατάει τα κρινάκια, την κρύβουν βούρλα και σκίνα, σε σύγχυση τι να κάνει, να φύγει να μην τη δουν ή να προχωρήσει προς τους γυμνούς άντρες.

«Και σε παρακαλώ, σταμάτα να παίζεις με το λάστιχο του σλιπ σου. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ! Άσε που θα το ξεχειλώσεις».

«Ένα λεπτό: αν δεν θέλανε οι αξιωματικοί σου να δούνε τη γύμνια τους, τι τα βγάλανε, λοιπόν, τα ρούχα τους; Δεν είπες, γυμνιστές;» 

«Α, καλά, ψάχνεις τώρα να εξηγήσεις τις αντιφάσεις στους ανθρώπους! Αν τους ρώταγες, θα σου προφασίζονταν διάφορα. Ότι δεν είχανε μαζί τους τα μπανιερά τους, ας πούμε. Αλλά, γυμνιστές ήτανε! Σε διαβεβαιώνω εγώ.

»Σκάω, που λες, η καλή σου, στην άκρη του μονοπατιού, οι τέσσερις εντωμεταξύ είχανε πέσει ήδη στο νερό, φωνασκούσαν, πιτσίλαγαν ο ένας τον άλλον, ο πέμπτος τούς παρακολουθούσε από την όχθη. Εγώ, πάλι, τι να έκανα; Σκύβω, τάχα να κόψω ένα κρινάκι δίπλα στο πόδι μου. Βεβαίως, η πρόθεσή μου ήταν να με αντιληφθεί ει δυνατόν μόνο ο πέμπτος, αυτός που ήτανε του γούστου μου. Ο οποίος, ήσυχος τύπος, καληώρα εσύ, με το που με βλέπει, πιάνει από χάμω το πουκάμισό του, το τυλίγει γύρω απ’ τη λεκάνη του».

Ο νεαρός σηκώνει την πετσέτα του απ’ την ξαπλώστρα, τη ζώνεται κι αυτός γύρω απ’ τη μέση του.

«Μπράβο, έτσι. Εγώ στεκόμουν στην άκρη –μη με πάρουν χαμπάρι οι άλλοι-, τον περίμενα. Σέρνει, λοιπόν, τα πόδια του, εννοείται με δυο – τρεις στάσεις αμηχανίας, σε λίγο με πλησιάζει».

Το έφηβο κορίτσι κοιτάζει με συμβατική ντροπαλοσύνη το μπουκέτο στα χέρια της.

«Καλώς τηνα την ομορφούλα!»

«Είχε τρακ ο καημενούλης ή έτσι μου άρεσε να τον σκέφτομαι. Ότι η φωνή του έσπαγε κάτω από τις λέξεις του. Η αλήθεια, είχα κορώσει από την έξαψη, από την καύλα δεν ντρέπομαι να πω».

«Μαζεύεις καμπανούλες;»

«Καμπανούλες! Καλέ, εμείς τα λέμε πετειναράκια αυτά τα κρινάκια».

«Πετειναράκια –πετειναράκια: ό,τι πεις εσύ. Τα μαζεύεις, να τα πας στη μαμά σου;»

«Χα, μικροδείχνω ίσως, αλλά δεν είμαι κανένα νιάνιαρο, να μαζεύω λουλουδάκια για τη μαμά μου!»

«Πώς σε λένε, ομορφούλα;»

«Ράνια. Εσένα;»

«Κάπως συστηθήκαμε ο ένας στον άλλο –πια δεν θυμάμαι ούτε πώς τον έλεγαν. Μου άρεσε που οι κόρες των ματιών του κρύβονταν κάθε τόσο κάτω από τα βλέφαρά του. Συνεσταλμένος πολύ. Άντρας και παιδί μαζί –ή τέλος πάντων, σου ξαναλέω, έτσι μου άρεσε εμένα να τον φαντάζομαι. Κοίταζα, λοιπόν, κι εγώ χαμηλά: τα πόδια του, τα πέλματα. Με ίσια στιλπνή τρίχα στη ράχη τους που έμοιαζε χτενισμένο σκούρο χνούδι, με τα δαχτυλάκια του λεπτά. Μ’ αρέσουν τα κοριτσίστικα πόδια στ’ αγόρια, στους άντρες. Και τα ντελικάτα μακρόστενα δάχτυλα με τα υπόλευκα άκρα των νυχιών, τα καθαρά νύχια… Τέτοιος ήτανε. Καληώρα όπως εσύ, όπως και ο μπαμπάς μου…

»Από την πλευρά μου, ωστόσο, ήμουν αναγκασμένη να καταφύγω σε ψέματα. Για να μην τρομάξει. Κατ’ αρχάς πως ήμουνα δεκαεπτά κλεισμένα, ενώ ήμουν – δεν ήμουν δεκατριών! Ύστερα, πως είχα πλήρη σεξουαλική ζωή –εγώ, ένα παρθένο κοριτσάκι, βέβαια-, ότι τάχα διατηρούσα παράνομη σχέση με έναν συνάδελφο του μπαμπά από το γραφείο. Για να καταλάβεις πόσο ψέμα: ο μπαμπάς δούλευε μασέρ σε διάφορες σάουνες, δεν υπήρξε ποτέ του υπάλληλος γραφείου. Αλλά τι να έκανα; Ήτανε τόσο τρυφερούλης, ωραίος συνάμα». Ξανασκέφτεται την τελευταία φράση της, επιχειρεί κάπως να τη μετριάσει. «Έτσι έδειχνε ή έτσι τέλος πάντων τον σκεφτόμουν. Ήθελα να με παρασύρει πίσω από τους θάμνους, πίσω απ’ τις κουμαριές, τις μυρσίνες, τις δάφνες, τα σκίνα… Να χαϊδευτούμε μόνο ήθελα. Όχι, περισσότερο. Μόνο χάδια. Τρυφερά». (...)

 [Αντώνης Νικολής, Το Γυμναστήριο, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2018, απόσπασμα σελ. 66-71]