Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Στην Κρήτη τραγουδούν ακόμα…


Ψαραντώνης, Είναι στιγμές που χαίρομαι


Είναι στιγμές, στιγμές που χαίρομαι
 και τραγουδώ μονάχος,
κι άλλες στιγμές, στιγμές που η καρδιά 
είναι γεμάτη πάθος.

Ένα κορμί, ένα κορμί χρωστώ τση γης
και πρέπει να το δώσω,
όπα, όπα και πρέπει να το δώσω,
μα σένα, εσένα ίντα σου χρωστώ
και με παιδεύεις τόσο;

Μα σένα ίντα σου χρωστώ,
 ε, και με παιδεύεις τόσο...


Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Η δεξαμενή που δε λέει να στερέψει.

Athens Voice, 20/09/2013 - 10:37

Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής μου, μέχρι και το 1963, τα χρόνια που έπαιρνε ο πατέρας μου την ειδικότητα της ακτινολογίας, ζούσαμε στην Αθήνα. Τότε, το πιθανότερο γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμη γιαγιά –εκείνες μένανε στο νησί–, ίσως και για να διευκολύνει στα βάρη του έναν καλό πρώτο του ξάδερφο στο χωριό, ο πατέρας μου ανέβασε στην Αθήνα μαζί μας τη δεκαπεντάχρονη κόρη εκείνου του συγγενή, το Ποπάκι, που θα αναλάβαινε για μένα χρέη αυτής που σε απλά αγγλοελληνικά ονομάζουμε μπέιμπι σίτερ. Και ούτω πως με μεγάλωναν πια δύο Καλλιόπες, η Πόπη η μάνα μου η μία, και το Ποπάκι η άλλη, η ξαδερφούλα από την Κέφαλο, το χωριό το πιο φτωχό και το πιο απομακρυσμένο από την πόλη της Κω. Να πω επίσης πως καθώς δε μίλαγα μέχρι τα δύο (κι ύστερα τραύλιζα μέχρι και τα επτά) την φώναζα «το Παπάτσι μου».
Δε θυμάμαι τίποτα από εκείνα τα χρόνια, όμως κάθε φορά που συναντώ το Ποπάκι αυθόρμητα ξεπηδά από μέσα μου η μνήμη μιας βαθιάς οικειότητας. Ανήκει στα πολύ λίγα πρόσωπα που μπορώ να περιγράψω λεπτομερώς ή να ζωγραφίσω από μνήμης, ιδίως τις ρυτίδες του γέλιου στα ζωηρά μάτια της κι αμέσως παρασυρμένα σαν μ’ εσωτερικό νήμα τα χείλια της, τη χαρούμενη φωνή της.
Το Ποπάκι γύρισε στην Κέφαλο, έφτιαξε τη ζωή της. Τις χαρές ή το χρόνο που κυλάει αμέριμνος, όμως, τον σκιάσανε λύπες, σίγουρα μεγαλύτερες απ’ όσες αναλογούν σ’ έναν άνθρωπο της εποχής και του τόπου της. Έμεινε γρήγορα ζωντοχήρα, δούλεψε σκληρά μεγαλώνοντας τα έξι παιδιά της. Εκείνα τα δύσκολα πρώτα χρόνια έχασε και τη μία από τις δύο θυγατέρες της. Το περασμένο Σάββατο, ανήμερα του Σταυρού, έμελλε να τη βρει και η δεύτερη μεγάλη συμφορά. Να χάσει και δεύτερο παιδί, το δευτερότοκο Μανόλη της. Πρώτες πρωινές ώρες, πριν χαράξει ακόμα, εργαζόμενος στην αποκομιδή των σκουπιδιών, πίσω από τη σκουπιδιάρα, πάνω στη δουλειά του ο Μανόλης, χτυπήθηκε θανάσιμα από γιωταχί που οδηγούσε ένας μεθυσμένος.
Το μάθαμε μεσημέρι. Πήρα τους γονείς μου και φύγαμε για το χωριό. Στην πλατεία και στον κεντρικό δρόμο, όταν με κατεβασμένο το τζάμι ρωτούσα πού έχουν τον νεκρό, –νιόπαντρος και ζούσε στο σπίτι της γυναίκας του–, μου απαντούσαν, «Προχώρει πέρα κατά τον Λιμιώνα. Θα καταλάβεις πού τον έχουσι ’πό τον κόσμο». Πράγματι, ήταν ήδη μαζεμένος πολύς. Στάθμευσα, περπατάγαμε μουδιασμένοι ανάμεσα στους μαυροφορεμένους που στεκόντουσαν όρθιοι κι απ’ τις δυο πλευρές του στενού. Ανεβήκαμε τη σκάλα προς τον όροφο, στη μέση του καθιστικού το φέρετρο με τον Μανόλη, δίπλα κι από πάνω του το Ποπάκι, παραδίπλα η χήρα και τ’ αδέρφια του. Το Ποπάκι από τις πέντε το πρωί κι ίσαμε το τέλος του ξοδιού δίχως να σταματήσει ούτε λεπτό, μα πώς δε στέγνωνε το στόμα της απορούσαν οι γυναίκες απέξω, μιλούσε στο παιδί της, του μίλαγε ασταμάτητα σε μια καθημερινή πρόζα, «Μανόλη μου, έλα Μανόλη, ξύπνα, γιε μου», ο πόνος της προδιδόταν μόνο από την επίμονα υψηλή ένταση της φωνής, κάθε που ερχόταν ένας οικείος, ένας οξύς γόος σπαραξικάρδιος χυνόταν μέσ’ απ’ την κάμαρα του θρήνου έξω στο δρόμο. Το Ποπάκι, η αγκαλιά της, οι φωνές της, ο κοπετός γύρω μας, τα κρύα σταυρωμένα χέρια του Μανόλη. Ύστερα βγήκα έξω, ακούμπησα στην κουπαστή της σκάλας, χάζευα τον κόσμο, τα πρόσωπα, τις εκφράσεις, τις στάσεις των σωμάτων τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι το μισό μου σόι.
Η Κέφαλος είναι ψηλά χτισμένη, έχει καλό αέρα και ολόγυρά της προς όλες τις κατευθύνσεις ένα σπάνιας ομορφιάς φυσικό τοπίο. Ήταν απόγευμα, δίχως υγρασία στην ατμόσφαιρα, το φως έπεφτε μαλακό και στις αποχρώσεις του μελιού. Ο θάνατος δίνει ένταση στη ζωή. Ήρθαν οι παπάδες, οι θρήνοι γίνανε στριγκιές κραυγές, πήραν οι φίλοι του στον ώμο τον Μανόλη, ξέσκεπο το κασόνι, ξεκίναγε η πομπή για την εκκλησία. Εκεί περίμεναν κι όσοι δεν ήρθαν στο σπίτι. Όλο το χωριό. Άρχισε η λειτουργία, που πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Το εκκλησίασμα, σκόρπιες φωνές από δω κι από κει, με τις κραυγές του επικάλυπτε ψάλτες και παπάδες, δεν ήταν κλάματα, ήταν άγριες επικλήσεις δεν ξέρω σε ποιον ούτε άκουγα καθαρά, μέσα μου έμεινε η εντύπωση μιας τελετουργίας σαν γύρω από ένα βάραθρο. Σκληρά πρόσωπα, με οικονομία στην έκφρασή τους. Έμοιαζε μ’ έναν αλλόκοτο ασύντακτο χορό.
Είπε δυο λόγια ο καλός παπα-Κωνσταντής, αυτά απολύτως που έπρεπε, όχι περισσότερα, ύστερα πάλι εν πομπή κινήσαμε για το νεκροταφείο. Το νεκροταφείο βρίσκεται στο κέντρο του χωριού και με θέα πανοραμική στον κόλπο τον ομώνυμο της Κεφάλου. Εδώ είναι θαμμένοι ο παππούς Αντώνης, η γιαγιά Καλλιόπη. Λίγο πριν από το μούχρωμα τελέστηκε και η ταφή. Διαλυόταν πια το σόι, μαζί και το υπόλοιπο χωριό. Σκοτείνιαζε όταν έβαζα μπροστά για την επιστροφή στην πόλη. Παρά τον άδικο χαμό, το Ποπάκι και τον πόνο τον ανήκεστο στα σωθικά της, μέσα μου είχα και μια άλλη συγκίνηση. Και το όνομα και το επίθετο και το πατρώνυμό μου, Αντώνης Νικολής του Χαραλάμπους, μου τα έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι. Αλλά κι από την όλη έκφρασή τους, (ειλικρινά δεν παρασύρομαι από τη συγκίνηση της ίδιας της γραφής, έχω τα χρονάκια μου πια και αρκετή εμπειρία), μια ιδιότυπη αισιοδοξία:
Αν μετά από τόσα χρόνια λαϊκίστικου εκμαυλισμού η νεοελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα τέτοια αποθέματα, έχει ακόμα κάπου μερικούς ανθρώπους ικανούς να χαρούν ή να πενθήσουν με όλη την αλήθεια της ύπαρξής τους, τότε η δεξαμενή δε στέρεψε. Παράξενο, βέβαια, όμως, κι αν δεν έχω λαλήσει από την πολλή απαισιοδοξία, –που κι αυτό δεν αποκλείεται–, ετούτη η δεξαμενή ίσως να μη στέρεψε…

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει…




Έψαχνα τις χρήσεις του στερεύω κι έπεσα στο στίχο του Σεφέρη το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της ημέρας (Επιφάνια, 1937), είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Σεφέρη, παρακάτω οι τελευταίες δύο ενότητες / στροφές από το εν λόγω ποίημα.

(…)

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο

   γυρεύεις

 να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν

   εκείνους

που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τούς πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

που  στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή∙ κράτησα τη ζωή μου.



                                                                                      Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.


[Γιώργος Σεφέρης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ενδεκάτη έκδοση, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 1977, σελ. 140 -142.]

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Η χαρά των λούμπεν.


Αντώνης Νικολής: Η χαρά των λούμπεν
Athens Voice 09/09/2013 - 13:37


Ο όρος λούμπεν, από τη γερμανική λέξη lumpen, το κουρέλι, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Μαρξ (λούμπεν προλεταριάτο) για τα περιθωριακά στοιχεία της εργατικής τάξης τα δίχως ταξική συνείδηση, και από μεταγενέστερους για τα παρασιτικά αστικά στρώματα, κυρίως σε αναπτυσσόμενες κοινωνίες (λούμπεν αστική τάξη). Εδώ ας εννοηθεί με τη χρήση του όρου στην τρέχουσα ομιλία, γι’ αυτόν ευρύτερα που έχει αποξενωθεί από τα στοιχεία της πολιτιστικής του ταυτότητας και που προφανώς είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου.
Είμαστε στη συντριπτική πλειονότητα, με τη σχετική διαστρωμάτωση βέβαια, μία κοινωνία μικροαστών. Η όποια ελληνική αστική τάξη ήταν ανέκαθεν ουσιαστικά ανύπαρκτη ή για αρκετά σοβαρούς λόγους ανυπόληπτη, η εργατική τα τελευταία χρόνια συρρικνώθηκε ή υποκαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους μετανάστες. Πρόσφατα οδηγώντας στην ενδοχώρα της Κρήτης είχα συχνά την εντύπωση ότι έβλεπα ή αποτελούσα μέλος ντοκιμαντέρ στα υψίπεδα του Αφγανιστάν ή του Πακιστάν όχι μόνο από τις έντονες εναλλαγές στο ορεινό φυσικό ανάγλυφο αλλά και από τους μετανάστες που έβοσκαν τα κοπάδια, που δούλευαν στα χωράφια ή που ξεφόρτωναν καρότσες.
Είμαστε μικροαστοί στο έλεος μιας κακής κρατικής εκπαίδευσης και επίσης μιας κακής κρατικής (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) τηλεόρασης. Γενικότερα στο έλεος μιας συνθήκης –αν πούμε συνθήκη αυτή τη δυσλειτουργική παρωδία κράτους– που παράγει θόρυβο, ασχήμια, ασυδοσία, προπέτεια, ιδίως όμως ισοπέδωση (μ’ εκείνο το: όλοι ίσα κι όμοια, δηλαδή κυρίως όμοια, το γλυκερό βάλσαμο στο φθόνο). Και πάλι η αιτία είναι η απουσία κυρίαρχης κοινωνικής ομάδας. Είμαστε η παρέα που δε θέλει να ιεραρχηθεί, φωνάζουμε όλοι μαζί, δεν ακούει κανείς κανέναν, δεν αποφασίζουμε, δεν κινούμαστε παρά μόνο προς τα κει όπου ο καιρός και ο χρόνος μάς παρασύρουν, δηλαδή η εκάστοτε (διεθνής) συγκυρία.
Οι πόλεις, (όπως και τα νεκροταφεία), είναι η ακριβέστερη απεικόνιση ή μεταφορά για τους θεσμούς μιας κοινωνίας. Σ’ οποιοδήποτε δομημένο ελληνικό περιβάλλον περπατήσει κανείς, εκτός από ελάχιστους διατηρητέους οικισμούς, περιφέροντας το βλέμμα, τι θα δει: κακή πολεοδόμηση, ελλιπή ή υποτυπώδη δημόσιο χώρο, καμία πρόνοια για αρχιτεκτονικά ενιαία σύνολα στα μεγαλούτσικα σταυροδρόμια –τρόπος του λέγειν πλατείες, ή στις κεντρικές αρτηρίες, αντίθετα, ότι έχει αποδοθεί και στην όψη των κτηρίων ακόμα η στρεβλή αστικοποίηση, τα τεράστια μπαλκόνια παντού (εις ανάμνησιν και για τις χρήσεις της υπαίθριας αυλής), τα τελευταία χρόνια κιόλας οι… μπαλκονοβεράντες έφτασαν ως και τους πρώτους ορόφους (για να εξομοιωθούν και αυτοί με τα ρετιρέ). Απίστευτος πλούτος στα υλικά οικοδομής, απερίγραπτη φτώχεια στην αισθητική. Τα χρόνια του νεοελληνικού μικροαστικού ονείρου, (οι σημερινοί πενηντάρηδες, κακά τα ψέματα, μεγαλώσαμε μαζί του…), κύλησαν ανάμεσα στα καπελάκια της Δέσποινας, τις πόζες και τα συνολάκια της Δήμητρας, το κιτς του κερατά που έλεγε και ο Ταχτσής ολοένα και πιο εκτεταμένο, για να φτάσει εσχάτως ως τις αντίστοιχες ατάκες ακόμα και από το βήμα της βουλής, – που μακάρι να ήταν μόνο από τους χρυσαυγίτες. Από τη μια το λαϊκίστικο τηλεοπτικό mainstream, από την άλλη οι αισθητισμοί, οι φορμαλισμοί των επιχορηγούμενων από το σεπτό μαικήνα – κράτος καλλιτεχνών.
Πέρναγα από το σταθμό του τρένου στο Θησείο. Δεν είμαι εικαστικός, μπορεί να σφάλλω, αλλά μου φαίνεται από τις αισθητικά αρτιότερες διαμορφώσεις του αστικού τοπίου της Αθήνας, ταιριαστή πολύ με τον χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Μα και υπερβολική να είναι η εκτίμησή μου, νομίζω, όλοι θα συμφωνήσουν πως πρόκειται για έναν από τους ωραιότερους σταθμούς του ΗΣΑΠ και του μετρό. Είναι μουτζουρωμένος, λερωμένος από γκράφιτι. Μελαγχόλησα. Οι συνειρμοί έγιναν αυτόματα. Λούμπεν δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Έφερα στη μνήμη μουδιασμένους, παραξενεμένους βορειοευρωπαίους νεαρούς, εκεί όταν αποβιβάζονται στις τουριστικές μας πιάτσες, το πρώτα ανασηκωμένα βλέμματά τους χαζεύοντας το αστικό περιβάλλον το δίχως σχήμα, ρυθμό, στοιχειώδη αισθητική οικονομία, όλα τούς συμβαίνουν υποσυνείδητα, ασφαλώς, όμως αξίζει να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που σταδιακά και μετά από δύο τρία εικοσιτετράωρα περιφέρονται ξεσαλωμένοι, πώς φωνάζουνε, πώς βρίζουν, πώς χαίρονται την ασύνειδη οπωσδήποτε εντύπωση πως βρέθηκαν σε επικράτεια όπου το κουμάντο το κάνουν οι όμοιοί τους. Τους οποίους ντόπιους, σημειωτέον, τους περιφρονούν. Στην πρώτη ευκαιρία τούς ακούς να τους μυκτηρίζουν «malakas, malakas!». Αλλά και όταν θα τους αποβιβάσουν τα τουριστικά πρακτορεία σε κάποιον διατηρητέο παραδοσιακό οικισμό στα πλαίσια μιας εκδρομής, εκεί μαζεύονται ξανά, συστέλλουν την έκφραση του προσώπου, τη στάση του σώματος, μεταμορφώνονται και πάλι στους γνωστούς κόσμιους Ευρωπαίους πολίτες.
Η ασχήμια, η υποκουλτούρα, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο είναι ο πολιτιστικός βιότοπος ενός κομματιού της κοινωνίας μας. Τον διεκδίκησε και τον επέβαλε σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της ζωής μας. Από τα χρόνια της δικτατορίας και δίχως κανένα χαλινάρι μετά το 81. Διασύρθηκε οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε τους πήγε κόντρα, («πολιτιστικό κίνημα» τέλη 70 αρχές 80, το Τρίτο Πρόγραμμα Χατζιδάκι κ.ά.). Πια, πολύ δύσκολο να ξεγίνει ο βιότοπος. Που μοιάζει να είναι και ολόκληρη η χώρα. Η χαρά των λούμπεν. Όσοι δυσφορούμε, (κάτι κουλτουριάρηδες, μίζεροι διανοούμενοι και λοιποί φλώροι), προτείνω, κι ας μοιάζει ηττοπαθές, σιγά – σιγά, πρώτον να αρχίσουμε να το χωνεύουμε, δεύτερον όπως τινάζοντας τους ώμους, να πούμε το μόνο που μας απόμεινε: «Έξεστι τοις λούμπεν ασχημονείν.» Πράγματι, λούμπεν είναι, τι πιο φυσικό από το να ασχημονούν.

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Η Μίριαμ Μακέμπα αγαπάει το Λιβυκό.


Miriam Makeba: Can' t cross over.

Βόλτες στην Κρήτη ξανά μετά από δεκατρία χρόνια. Όχι, η Κρήτη δεν άλλαξε, δεν άλλαξε επί τα χείρω θέλω να πω, αντίθετα, μάλλον ομόρφυνε. Άλλαξε, βέβαια, ο… παρατηρητής. Δεκατρία χρόνια είναι δεκατρία χρόνια. Και τρία χρόνια μετά τα πενήντα, πιο πολύ ταξίδευα πίσω εκεί γύρω στα σαράντα. Όμως η Κρήτη για έναν Δωδεκανήσιο είναι η πραγματική μεγάλη πατρίδα. Έκανε μια και με ρούφηξε. Πάνω – κάτω για μια βδομάδα, ξανά και ξανά στο Λιβυκό: στον Κόρακα, την παραλία του Ροδάκινου, στον Άγιο Παύλο, στα Μάταλα και στο διπλανό Κομμό. Ακόμα και από το καφενείο πάνω στο λόφο της Φαιστού αγναντεύοντας τη Μεσαρά, την πεδιάδα που δίπλα στο Λιβυκό μοιάζει κι αυτή με θάλασσα. Σ’ όλες τις διαδρομές στο mp3 η Μίριαμ Μακέμπα. Πετρώδη ψηλά όρη, φαράγγια, κοιλάδες, λαγκάδια, ελαιώνες, βελανιδιές, πικροδάφνες, μικροί κωνικοί λόφοι, κάμποι, κολπίσκοι. Τόσο ταιριαστή στο τοπίο η φωνή της «Μάμα Άφρικα». 



Η Μίριαμ Μακέμπα (1932 – 2008), η θρυλική Νοτιοαφρικανή τραγουδίστρια και αγωνίστρια κατά του απαρτχάιντ, η «Μάμα Άφρικα», συνδύασε την τζαζ με τα παραδοσιακά τραγούδια της Νότιας Αφρικής. 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Η Καπέλα Σιξτίνα, ένας Καραβάτζιο, κάμποσοι ηθικολόγοι.

Athens Voice, 08/08/2013 - 08:40.

Η Καπέλα Σιξτίνα ή Σιστίνα είναι το παρεκκλήσι του Αποστολικού Μεγάρου, του επίσημου ενδιαιτήματος του ποντίφικα στο Βατικανό. Πήρε το όνομά της από τον Πάπα Σίξτο (ή Σίστο) Δ’, χτίστηκε στο τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα, όμως είναι κυρίως γνωστή για τις νωπογραφίες του Μιχαήλ Αγγέλου μερικά χρόνια αργότερα με παραγγελία του Πάπα Ιουλίου Β’. Την επισκέφτηκα για πρώτη φορά πριν από λίγες μέρες, νομίζω θα τη συμπεριλαμβάνω στις πιο δυνατές εμπειρίες της ζωής μου.
Η Καπέλα Σιξτίνα συναριθμείται στα κορυφαία επιτεύγματα της Αναγέννησης. Όπως τα περισσότερα μεγάλης πνοής έργα (όχι μόνο της τέχνης) νομιμοποιεί τις αντίρροπες ή αντιφατικές εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης. Χώρος πνευματικής ανάτασης, προσευχής, και ταυτόχρονα παγανιστικής σχεδόν απεικόνισης του γυμνού σώματος, ιδίως του σφριγηλού και ρωμαλέου αντρικού που παραπέμπει στην προχριστιανική τέχνη, χώρος περισυλλογής για προκαθήμενο της θρησκείας του θεού της άκρας ταπείνωσης, αλλά και αίθουσα με την πιο εκλεπτυσμένη όσο και μεγαλοπρεπή εκδοχή της κοσμικής ισχύος, χώρος ενδοσκόπησης αλλά και τόπος διεξαγωγής του κονκλαβίου για την εκλογή των παπών. Κατά τον ίδιο τρόπο που οι προαναφερθέντες πάπες όπως και οι περισσότεροι της Αναγέννησης εκτός από ισχυρές προσωπικότητες, φιλόμουσοι και πεφωτισμένοι, υπήρξαν κατά τους επικριτές τους και αήθεις μηχανορράφοι, δολοπλόκοι συνωμότες, φιλήδονοι και ουχί σπάνια «σοδομίτες». Και νομίζω είμαστε πολλοί όσοι αποτιμούμε ως τη μεγαλύτερη εισφορά του χριστιανισμού στην ανθρωπότητα αυτή την περίοδο: την Αναγέννηση ιδίως στην ιταλική χερσόνησο με την καταλυτική δράση σ’ αυτήν της παπικής εκκλησίας. Ο δεύτερος μεγάλος σταθμός στην πορεία ελευθερίας που ξεκίνησε από την κλασική Αθήνα, για να περάσει στο Παρίσι και ιδίως στο Λονδίνο κι από κει στις ΗΠΑ, το κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Διαφωτισμού.
Όπως κι ο Παρθενώνας, άλλωστε, είκοσι περίπου αιώνες νωρίτερα από την Καπέλα Σιστίνα, μνημείο της πνευματικής ανάτασης και του μέτρου, αλλά και της αθηναϊκής ηγεμονίας και ύβρεως. Ο Φειδίας με άκρα ειρωνεία έβαλε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς να πατάει στο κουτί της Πανδώρας.
Η άλλη πολύ δυνατή στιγμή στο ολιγοήμερο ταξίδι μου στην Ιταλία ήταν μπροστά στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή του Καραβάτζιο. Ζωγράφος του Μπαρόκ αυτός, περίπου έναν αιώνα μετά τις νωπογραφίες του Μικελάντζελο στην Καπέλα Σιστίνα, (κι ενώ στα μέρη μας είναι πια σχεδόν διακοσμητική η μανιέρα γκρέκα, δεδομένος ο δογματισμός, οι ρητορείες και τα λογοπαίγνια των εγκωμίων, η καθ’ ημάς ανατολή, που δεν έπαψαν και ποτέ να μας κατατρύχουν), ο νεαρός ελεύθερος (έως προπέτης) ζωγράφος θέλει τον Άγιο Ιωάννη ένα ολόγυμνο αλητόπαιδο σε στάση προκλητικά ηδυπαθή ν’ αγκαλιάζει έναν τράγο, περισσότερο Φαύνο – σάτυρο, όχι τον αμνό, το σύμβολο του Ιησού, με μόνη θεματική συνέπεια στην προβιά του Βαπτιστή, που κι αυτήν όμως την τοποθετεί κάτω από τη λαγόνα του γυμνού εφήβου Ιωάννη, λεπτομέρεια που μάλλον επιτείνει την όλη ηδυπάθεια της σύνθεσης.
Το συγκεκριμένο πίνακα τον είδα σε δύο αντίγραφα, το πρώτο στην Galleria Doria Pamphili στη Ρώμη, το δεύτερο στην Κρύπτη του Καθεδρικού της Σιένας (προσωρινό δάνειο από τα μουσεία Capitolini της Ρώμης). Την πρώτη φορά αναλογίστηκα πόσο προσχηματική είναι εντέλει η νατουραλιστική απόδοση στην τέχνη, πως είναι τόσο πιο αληθινή η αφήγηση όσο πιστότερα αποδίδει το νου, τη μνήμη του δημιουργού, όχι την ίδια την πραγματικότητα του βιώματός του, τη δεύτερη φορά -και με το συμπάθιο η βίαιη αλλαγή αφαίρεσης- έδωσα μια και βρέθηκα στη νεοελληνική Βουλή των Εφήβων, το εκτροφείο των ηθικολόγων του μέλλοντός μας, μπορεί από τον έφηβο ο συνειρμός, ούτε εγώ κατάλαβα πώς. Έπειτα μαζί με μια νότα μίζερης νοσταλγίας έφερα στη σκέψη μου την εικόνα του ιδρυτή του εν λόγω θεσμού, του Απόστολου Κακλαμάνη. Ύστερα, κι αυτό επίσης δεν ξέρω γιατί, γλίστρησε στο νου μου και δεύτερη μορφή, ο Φώτης Κουβέλης.

Ο ηθικολόγος, αυτός που τείνει το δείχτη, πρώτα ορίζει αυθαίρετα το σύνορο ανάμεσα στο καλό και το κακό, ύστερα το δείχνει συνεχώς, ενώ κατά βάση πάσχει από δειλία, από φόβο, φοβικότητα όπως λέμε πια. Είναι αυτός που φοβάται το κακό, φοβάται μην το δοκιμάσει. Με τη διαφορά πως στη ζωή, κι αυτή τη γνώση τη φέρνουν τα χρόνια, όσο περισσότερο φοβάσαι κάτι, τόσο πιο πολύ κυριαρχείσαι απ’ αυτό, ή ακόμα χειρότερα από τη μανία ότι σε καταδιώκει.
Δείτε τους φιλήδονους που δεν ενδίδουν στις επιθυμίες τους, προσέξτε πόσο περισσότερο τοξικοί, δηλητηριώδεις καταντούν. Χρειάζεται να αναφέρω τους συγκεκριμένους ρασοφόρους; Έπειτα, δεν είναι λίγοι και όσοι ηθικολογούν από καθαρή υποκρισία, στηλιτεύουν και ελέγχουν στεντορείως προκειμένου να μην ελεγχθούν οι ίδιοι, κατηγορία στην οποία υπάγονται και οι εγχώριοι πολιτικάντηδες και οι λοιποί λαϊκιστές. Ετούτοι στο όνομα ενός παιδαριώδους ηθικού ιδεαλισμού, συγγενικού με τις κυρίαρχες ιδεοληψίες, αμφισβητούν εκ των προτέρων οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, (αφού η όποια αλλαγή δεν μπορεί παρά να έχει και «ηθικώς απαράδεκτες συνέπειες»), προτιμούν με ρητορικές ακροβασίες να ονομάζουν μεταρρυθμίσεις τη διαιώνιση της στασιμότητας.
Στη διάρκεια του ταξιδιού μου αναλογιζόμουν κιόλας τη σύγχρονη παρακμή της χώρας που επισκεπτόμουν. Καλά εμείς και οι φαιδρότητές μας. Έπεσε το μάτι μου σε εφημερίδα: η κόρη του Μπερλουσκόνι, λέει, παρά το ότι δεν το θέλει, θα το κάνει για το χατίρι του μπαμπά της, μετά την καταδίκη εκείνου θα αναλάβει αυτή τα ηνία του «Φόρτσα Ιτάλια». Πού είναι, άραγε, η πρόσφατη μόλις λίγων δεκαετιών χώρα του Βισκόντι, του Φελίνι, του Παζολίνι; Ήτανε βράδυ στην πλατεία της Σάντα Κρότσε στη Φλωρεντία, έψαχνα το «Βίβολι», το παραδοσιακό παγωτατζίδικο της πόλης, καταλάμβανε ολόκληρη την πλατεία στημένο υπαίθριο θέατρο, έπαιζε ο Ρομπέρτο Μπενίνι. Αυτός, μάλιστα, σκέφτηκα. Είχα ήδη προσέξει πολλούς πατεράδες τρυφερούς με τους γιους τους που μου τον θύμιζαν στο «La vita è bella». Αλλά και δε θα καταλάβαινα πώς, τι συνέβη τότε πίσω από τις προκάτ κερκίδες της πλατείας της Σάντα Κρότσε, ούτε από ποιο πικρό συνειρμό θα γλίστραγε στο μυαλό μου η σκέψη ότι εμείς αντ’ αυτού όπως λέμε, αντί του Μπενίνι, έχουμε τον Λάκη Λαζόπουλο...

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Giotto, Raffaello, Caravaggio.



Ο Τζιότο ντι Μποντόνε (di Bondone), ζωγράφος και αρχιτέκτονας (περ. 1267 -1337), εδώ η Ένθρονη Παναγία με το Βρέφος (Μουσείο Ουφίτσι στη Φλωρεντία). Παρά τον προδρομικό αναγεννησιακό χαρακτήρα της ζωγραφικής του, αγνοεί την προοπτική. Αλλά αυτό που δεν ξέρει η εποχή και μαζί της ο δημιουργός, δεν είναι ποτέ ψεγάδι σ' ένα έργο.

Ο Ραφαήλ ή Ραφαέλο Σάντσιο (Sanzio) έζησε ως τα 37 του μόνο, (1483 - 1520), ζωγράφος και αρχιτέκτονας της ύστερης Αναγέννησης, La formarina, η φουρνάρισσα, -λένε κρυφή του ερωμένη, (Palazzo Barberini, Ρώμη). Τα ξεχασμένα όλο ηδυπάθεια δάκτυλα, το γελάκι στα μάτια ή στα χείλη; Η ζωγραφική πάνω απ' όλα, βέβαια.

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο (Mickelangelo Merisi da) έζησε ως τα 39 του μόνο κι αυτός (1571 - 1610), από τους διαμορφωτές της Μπαρόκ σχολής. Βίος και πολιτεία όπως τον προδίδει κι η θεματολογία του, όμως οι φωτοσκιάσεις των μορφών του είναι εσωτερικές δικές του, εντυπώνονται με δύναμη, ο Καραβάτζιο πράγματι γίνεται γρήγορα μανία. Εδώ το αλητόπαιδο με το κριάρι, λένε ο δωδεκαετής βοηθός του, που αφού το κάθισε για ξεκάρφωμα πάνω σε προβιά το είπε Άγιο Ιωάννη Βαπτιστή. Το είδα σε ένα αντίγραφο στην Galleria Doria Pamphili στη Ρώμη, και πολύ καλύτερα εκτεθειμένο στην Κρύπτη του Καθεδρικού της Σιένας, προσωρινό δάνειο από τα Μουσεία Capitolini της Ρώμης, στο πρόσφατο ολιγοήμερο ταξίδι μου στην Ιταλία. 

Η ζωγραφική υπήρξε άλλοτε μία πολύ μεγάλη τέχνη.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Κως, πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή.



(Στο περιοδικό Blue της Aegean Airlines, Νο 45.)

 Αντώνης Νικολής
Κως, πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή

Η Κως είναι νησί μαλακό στις γραμμές του, με βουνά που μοιάζουν με λόφους, με ήπιες κατωφέρειες, γήλοφους, εύφορες επίπεδες εκτάσεις, γη που απλώνεται νωχελικά ως τη θάλασσα, στην άκρη του νοτιανατολικού Αιγαίου, στο μέσον των Δωδεκανήσων. Υπάρχει μία αισθητή ηδύτητα στο τοπίο, υποβάλλει μία ιδιότυπη αισθησιακή χαλαρότητα ο ίδιος ο τόπος, οι εξοχικοί δρόμοι στην ενδοχώρα του νησιού, οι πολλές κι εκτεταμένες σε χιλιόμετρα αμμουδερές παραλίες, στη βόρεια πλευρά από το Μαστιχάρι ως τον Άγιο Φωκά, επίσης στις νοτιοανατολικές ακτές από την Καρδάμαινα ως την Κέφαλο.
Το όρος Δίκαιος χωρίζει το νησί στα δυο, σε δύο κάπως διαφορετικά μικροκλίματα, στη βορειότερη πλευρά, όπου βρίσκεται η πόλη, με περισσότερη υγρασία και πράσινο, στη νοτιότερη με έντονη την ώχρα από τα πορώδη ασβεστολιθικά εδάφη, με διαφορετική συχνά χλωρίδα, όπως τα δάση αρκεύθων στη διαδρομή ανάμεσα στην Αντιμάχεια και την Κέφαλο.  
Η Κως είναι ένα σχετικά μεγάλο νησί, με περίπου 35 χιλιάδες κατοίκους.
Η ομώνυμη πρωτεύουσά της, μία μικρή σύγχρονη τουριστική πόλη, έχει χρώμα ιταλικό δωδεκανησιακό στο κέντρο της, κυρίως στα δημόσια κτήρια, ενώ την ιδιαίτερη εικόνα στο ιστό της συμπληρώνουν τα μεγάλα αρχαιολογικά πάρκα, όπως και οι δεντροστοιχίες, φίκοι, πλατάνια, φοινικοειδή, την κάπως ανατολίζουσα ατμόσφαιρά της. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα όπως και στον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, ανάλογο της Ρόδου, συμβάλλει ο ιδιότυπος συγκρητισμός των ιστορικών και πολιτιστικών μνημείων της, άλλα αρχαιοελληνικά με κύριο το Ασκληπιείο, ρωμαϊκά όπως η αναστηλωμένη Κάζα Ρομάνα, πολλά παλαιοχριστιανικά, επίσης βυζαντινά, ιπποτικά όπως το κάστρο της Νεραντζίας στον παλιό λιμενοβραχίονα, οθωμανικά όπως το τέμενος της Λότζας στην πλατεία με τον πλάτανο το λεγόμενο του Ιπποκράτους, καθολικοί ναοί, η συναγωγή, απομεινάρι της ακμάζουσας άλλοτε εβραϊκής κοινότητας, οι ορθόδοξες εκκλησιές βέβαια, η νεοελληνική λαϊκή αρχιτεκτονική, όση διασώθηκε μετά το σεισμό του 1933 στις εξοχές ή στα χωριά της βορεινής πλαγιάς του Δίκαιου, στο Ασφενδιού και τους δορυφόρους συνοικισμούς του.
Αξίζει μια βόλτα με ποδήλατο στους σύγχρονους ποδηλατόδρομους, κάποτε ήτανε και προσωνύμιο της Κω: το νησί των ποδηλάτων. Τότε που οι περισσότερες οικογένειες είχαν τόσα ποδήλατα όσα τα μέλη τους.
Αλλά οι μεγάλες ωραίες διαδρομές απαιτούν αυτοκίνητο ή μηχανή. Από την πόλη ως τα Θερμά (στους τολμηρούς συνιστάται και μεταμεσονύκτια επίσκεψη στην καυτή πηγή που εκβάλλει στη θάλασσα). Από το Ασκληπιείο ως τις Χαϊκούτες. Από το Λαγούδι ως το Πυλί με στάση στο ερειπωμένο Παλιό Πυλί. Πάνω από το Πυλί με κατεύθυνση προς την τουριστική Καρδάμαινα, ή στο μέσον παρακάμπτοντας για το ιπποτικό κι αυτό κάστρο της Αντιμάχειας. Μετά το αεροδρόμιο με κατεύθυνση προς Κέφαλο, μία κατάβαση στο αθέατο από το ύψος του δρόμου δάσος της Πλάκας. Στην Κέφαλο οπωσδήποτε μία στάση, για τα νερά του κόλπου, για το νησάκι στο μυχό του. Από κει προς τα Παλάτια και το αρχαίο θεατράκι, προς το Ζηνί, τη Λάθρα, τον Άγιο Θεολόγο.
Η Κως γαστρονομικά ανήκει στην Εγγύς Ανατολή. Με αρκετές δικές της σπεσιαλιτέ, όπως την πασά μακαρούνα (σπιτικά λαζάνια με χοιρινό κιμά και μυζήθρα), ή το πλιγούρι με ρεβίθια και χοιρινό. Κουζίνα που συγγενεύει με την απέναντι μικρασιατική, την κρητική και την κυπριακή. Στα μπαχαρικά δεσπόζει το κύμινο και η κανέλλα. Στα γλυκά η μαστίχα, το ανθόνερο ή το ροδόνερο και πάλι η κανέλλα. Τουρκική κουζίνα της περιοχής μπορεί να γευτεί κανείς στο Πλατάνι, ιταλική στο «Otto e mezzo» στα Χαλουβαζιά, ψάρι σε όλους τους παραθαλάσσιους οικισμούς, παραδοσιακή τοπική κουζίνα σε πολλές ταβέρνες, ιδιαίτερα καθοδόν προς το Ασφενδιού στο «Πανόραμα», στον «Ωρομέδοντα» στη Ζιά, στο «Καζίνο» στον Ασώματο. Όπως και στην Πηγή του Πυλιού.
Ανάμεσα στα καφέ και μπαρ της πόλης, το «Le café», to «H2O», ο «Μύλος», αλλά και το «Ταμ-Ταμ» στο Μαστιχάρι και ο εναλλακτικός «Νερόμυλος» στη Ζιά. 
Να μην ξεχάσω, για τους ειδικά ενδιαφερόμενους, παραλία γυμνιστών και αρκετά πολυσύχναστη υπάρχει στο Τιγκάκι.
Στην Κω ταιριάζουν οι μεταβατικές εποχές του χρόνου, η άνοιξη, το φθινόπωρο. Αλλά και στους μήνες αιχμής -γιατί έχει το μέγεθος και την υποδομή- παραμένει και προσιτή στις τιμές της, και δε δίνει την εντύπωση τόπου κορεσμένου από τουρίστες. Όποιος ψάξει βρίσκει για την πάρτη του ερημικές παραλίες ακόμα και στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, παρόλο που δεν είναι λίγες ούτε όσες κατακλύζονται από δίποδες ομορφιές, κατακλιμένες σε ξαπλώστρες ή στην άμμο, ημίγυμνες ή και ολότελα τσίτσιδες.

(Η φωτογραφία, από τον αδερφό μου Θανάση.)