Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΟΥΖΙΛ: Ο νεαρός Τέρλες.


Ο νεαρός Τέρλες είναι το πρώτο βιβλίο του μεγάλου Αυστριακού συγγραφέα, του Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942). Το κυκλοφορεί στα 26 του, το 1906, και ήδη περιέχει εν σπέρματι το ώριμο και τελευταίο του, το "Ο Άνθρωπος Χωρίς Ιδιότητες". Γι' αυτόν που δεν έχει διαβάσει Μούζιλ, ο Τέρλες είναι ο προσιτός, ένας φιλόξενος χώρος υποδοχής.
Η γραφή του Μούζιλ μού θυμίζει πίνακες του συμπατριώτη και περίπου σύγχρονού του, του Egon Schiele (1890-1918). Και ειδικά στον Τέρλες, σκεφτόμουν συχνά τη ζοφερή αφύπνιση της εφηβείας στο θεατρικό "Το ξύπνημα της Άνοιξης" του (Γερμανού) Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918). Πρώιμος, αλλά και εκεί δυνατός εξπρεσιονισμός.


Το μυθιστόρημα με λίγα λόγια: ο γιος του αυλικού συμβούλου Τέρλες εγγράφεται σε φημισμένη σχολή σε κάποια μακρινή κωμόπολη, εσώκλειστος, μαζί με τους γιους των καλύτερων οικογενειών της χώρας και που αποβλέπουν σε καριέρες στα υψηλότερα δημόσια αξιώματα. Προσκολλάται στους Μπάινεμπεργκ και Ράιτινγκ, μαθητές επίσης, παρόλο που τα αισθήματά του γι' αυτούς είναι συχνότερα αρνητικά. Ο συγγραφέας εστιάζει στα σκιρτήματα της εφηβείας. Όταν ο ήρωάς του θα ανακαλύψει ότι "υπάρχουν δύο κόσμοι. Ο ένας φωτεινός και λογικός, ο ήσυχος και τακτοποιημένος. Και ο άλλος ο ερεβώδης, ο γεμάτος μυστικά, αίματα, ουρλιαχτά και ανυποψίαστες εκπλήξεις..." Ο πρώτος είναι ο κόσμος της ημέρας, οι ιδέες, οι θεωρητικές μαθηματικές αναζητήσεις του, ο δεύτερος, τα ερέβη των ενστίκτων, η αφύπνιση της σεξουαλικότητας. Η Μπόζενα, η πρώην υπηρέτρια στην πόλη, που επέστρεψε στην κωμόπολη, φτηνή και κάπως γερασμένη πόρνη, αλλά και ο Μπαζίνι (εύγλωττη η παρήχηση στα ονόματα Μπόζενα - Μπαζίνι), ο υπότροφος, ο ευάλωτος, ο έφηβος - παιδί, αυτός που χρώσταγε, που έκλεψε, κι ύστερα εκβιαζόμενος υφίσταται (αλλά και απολαμβάνει) την επιθετικότητα ως το σαδιστικό σεξ των Μπάινεμπεργκ και Ράιτινγκ, από κοντά και το θολό και μάλλον ομοφοβικό ερωτισμό του Τέρλες. Στο τέλος και παρά τα γιούχα και τη μαζική εκδήλωση βίας από το σύνολο των συμμαθητών, το θύμα, ο Μπαζίνι, θα αποβληθεί, στους υπόλοιπους (που διαστρέβλωσαν τα συμβάντα με τις ψευδείς καταθέσεις τους) θα γίνουν απλές συστάσεις, ενώ για τον Τέρλες (που πέφτει σε βαθιά διαταραχή) θα υποδειχθεί στους γονείς του να τον απομακρύνουν από τη σχολή.
Το μυθιστόρημα, κατά τη γενική εκτίμηση, καταγράφει με διορατικότητα τις επερχόμενες δικτατορίες του μεσοπολέμου και ιδιαίτερα το ναζισμό. Φρικιώντας, ο Τέρλες, με τα καμώματα και τις ορέξεις του Μπάινεμπεργκ και του Ράιτινγκ (σελ. 154) θα τους ονομάσει "αηδιαστικά, ηλίθια και μισότρελα κτήνη!", -αντίδραση που δεν είναι άσχετη και με το δικό του εσωτερικό ζόφο. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα η ανθρωπότητα στο σύνολό της θα ονομάσει με τα ίδια λόγια τους ναζιστές. Και παρακάτω, στις σελίδες 159-160, η σκηνή που προοικονομεί τα ναζιστικά πογκρόμ: "Με πονηρά χαμόγελα ή βλέμματα γεμάτα κακία στρέφονταν προς τον Μπαζίνι και σκουντιόντουσαν μεταξύ τους, μέχρι που απλώθηκε παντού μια σκοτεινή κι ύπουλη σιωπή, που εγκυμονούσε κάτι φοβερό. ...Όλα τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο πίσω μέρος της τάξης, κοντά στις σκευοθήκες. Ύστερα κάλεσαν τον Μπαζίνι να παρουσιαστεί.
Ο Μπάινεμπεργκ κι ο Ράιτινγκ τον έβαλαν στη μέση, σαν να 'ταν οι δεσμοφύλακές του.
Έκλεισαν τις πόρτες, έβαλαν απ' έξω σκοπούς, και ξεγύμνωσαν τον Μπαζίνι, πράγμα που βρήκαν όλοι πολύ διασκεδαστικό...
Ο Ράιτινγκ άρχισε να διαβάζει γράμματα της κυρίας Μπαζίνι προς το γιο της. "Καλό μου παιδί..."
Πανδαιμόνιο από τσιρίδες και σφυρίγματα.
"Ξέρεις ότι από τα λίγα χρήματα που διαθέτω σαν χήρα..."
Γιουχαΐσματα και ειρωνικά γέλια κυμάτιζαν πάνω από το πλήθος. Ο Ράιτινγκ θέλησε να συνεχίσει, αλλά ξαφνικά, κάποιος έσπρωξε τον Μπαζίνι. Εκείνος για να μην πέσει στηρίχτηκε σ' έναν άλλο, που τον πέταξε αγανακτισμένος προς τα πίσω. Ένας τρίτος τον έστειλε παραπέρα. Και μέσα σ' ένα λεπτό, το γυμνό σώμα του πετούσε σαν μπάλα από τη μια άκρη της αίθουσας στην άλλη. Το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο και παραμορφωμένο απ' την αγωνία. Ακούγονταν ουρλιαχτά, γέλια και ζητωκραυγές. Μερικοί τον χτυπούσαν με γροθιές... Ώσπου κάποτε, πληγωμένος απ' τα χτυπήματα πάνω στα θρανία, με γόνατα ματωμένα και μάτια τρομαγμένου ζώου, σωριάστηκε κατασκονισμένος καταγής, ίδιο κουρέλι. Ξαφνικά όλοι σιώπησαν και στριμώχτηκαν γύρω του για ν' απολαύσουν το θέαμα.
Ο Τέρλες έτρεμε ολόκληρος από φρίκη."
Αλλά, όσο το περιεχόμενο, νομίζω, άλλο τόσο ενδιαφέρει και η γραφή. Εξπρεσιονιστική συχνά και ιδιόρρυθμη, παρόλο που όχι όσο στον Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες. Ένα παράδειγμα: "Γιατί είδε [ο Τέρλες] την εικόνα του Μπαζίνι να συνθλίβεται, να λιώνει και να παραμορφώνεται παίρνοντας απίθανες διαστάσεις και σχήματα, πράγμα που τον παρέσυρε σ' έναν ξέφρενο ίλιγγο. Λες και κάποια σβούρα ξετυλιγόταν απ' το σφιχτοδεμένο στήθος του και χόρευε στο κεφάλι του, ενώ στα κενά διαστήματα ξεπηδούσαν άτσαλα, σα χρωματιστές κηλίδες, τα αισθήματα που είχε νιώσει κατά διαστήματα για το συμμαθητή του." (σελ. 115)
Να σημειωθεί η εξαιρετική μετάφραση, όπως και η πολύ κατατοπιστική για το συγγραφέα και το βιβλίο εισαγωγή, του Αλέξανδρου Ίσαρη.
Εκδόσεις Ύψιλον / βιβλία, 1984, σελ. 171.