Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 8) Όταν ήμαστε τρεις.


[1]

Δεν έχω παρά ελάχιστες μνήμες, εικόνες ή στιγμιότυπα, παλιότερες από τους μήνες ή τις μέρες που περιμέναμε τη γέννηση του δεύτερου παιδιού στην οικογένεια. Δεν αποκλείεται, βέβαια, οι μνήμες οι προγενέστερες απ’ τον Μάιο του 1964 που γεννιέται ο Θανάσης, να είναι ανακατεμένες με κατοπινές. Όπως συμβαίνει και στις φωτογραφίες -όταν δεν σημειώθηκε στην πίσω τους πλευρά η ημερομηνία λήψης-, αναγκαστικά παραμένουν αχρονολόγητες ή χρονολογούνται κατά προσέγγιση. Πάντως, θυμάμαι με τόση έξαψη τη γέννηση του Θανάση και αργότερα το 1967 του Λάμπρου, που υποθέτω δεν πρέπει να ήμουν και πολύ ευτυχισμένο μοναχοπαίδι.


Για την (1) να συμπληρώσω: είναι ίσως και η παλιότερη ανάμνησή μου, το καρεκλάκι στο ποδήλατο της μαμάς ή του μπαμπά, μάλλον λόγω του άγχους ιλίγγου, στη στενή πλευρά του δρόμου γύρω από το κάστρο, εκεί στην άκρη του πέταλου του λιμανιού, να κοιτάζω με δέος, σαν από πολύ ψηλά, το κράσπεδο κι αμέσως από κάτω το νερό -κάνουμε ποδηλατάδα, ίσως για να καταλήξουμε στο αλσύλλιο, εκεί όπου αργότερα φτιάχτηκε η σύγχρονη προβλήτα.
Στη φωτογραφία (στο διαμετρικά αντίθετο σημείο του κάστρου από εκείνο της προηγούμενης ανάμνησης), βολτάρουμε στον χαρακτηριστικότερο δρόμο και έμβλημα της πόλης, τη Λεωφόρο των Φοινίκων.
Η Κως είχε το προσωνύμιο «το νησί των ποδηλάτων», καρεκλάκι για τα νήπια διέθεταν όλα τα σπίτια, και συνήθως τόσα ποδήλατα, ενηλίκων, αντρικά, γυναικεία, παιδικά, όσα και τα μέλη της οικογένειας. Σους παλιότερους εμπόρους ποδηλάτων –που ήτανε προφανώς από τα καλύτερα εμπόρια στο νησί- συγκαταλεγόταν ο μακαρίτης Νίκος Χατζηπαναγιώτης, πατέρας του συμμαθητή και παιδικού μου φίλου Γιάννη, εκείνος έφερνε τα -ιταλικά, βέβαια- legnano / λενιάνο, για ορισμένα χρόνια και ο παππούς Θανάσης με τον συνέταιρό του θείο Γιώργο τα επίσης ιταλικά bianchi / μπιάνκι.

Και ιδού ένα θραύσμα μνήμης απ’ το καρεκλάκι, στον Μισθοφόρο:

«(…) πρέπει να είχαν φτάσει ως εδώ πεζοί, με τον μικρό Ηλία δεν αποκλείεται στο καρότσι ή μήπως στους ώμους του πατέρα του. Ή ίσως με τα ποδήλατα, μ’ εκείνον στο παιδικό καρεκλάκι το στερεωμένο στο τιμόνι του μπαμπά. (…)»

[2]

Η (2), μάλλον το 1963, στη Βουλιαγμένη. 


[3]

Την (3), δεν τη χρονολογούν ούτε οι γονείς μου, το πιθανότερο σε κάποια οικογενειακή εκδήλωση, και μάλλον στο ξενοδοχείο «Ξενία» / σημερινό “Kos Aktis Art-Hotel”. Στην άκρη δεξιά η μακαρίτισσα πια θεία Θάλεια, γυναίκα του θείου Μάρκου, φαρμακοποιοί κι οι δυο τους, δίπλα της η γιαγιά Καλλιόπη, ο παππούς Αντώνης, και παραδίπλα, πίσω από το χέρι του σερβιτόρου, ο αδελφός της άλλης γιαγιάς, ο θείος Σπύρος Γεωργιάδης.

Η θεία Θάλεια, το γένος Ολυμπίτου, παρεισέφρησε νομίζω λιγάκι, όχι εξολοκλήρου, στο παρακάτω απόσπασμα, κι αυτό από τον Μισθοφόρο, θα πρέπει, αν δεν με απατά η μνήμη μου, μαζί της, και ίσως στο «Κεντρικόν», ένα από τα τέσσερα ή πέντε θερινά σινεμά τότε του νησιού, να είχα δει τη «Μελωδία της ευτυχίας»:

«(…) Λίγο πριν από το μητροπολιτικό ναό μπροστά στο γοτθικού ρυθμού σιντριβάνι η μνήμη του θα γλίστραγε πολλά χρόνια πίσω, τον είχε πάρει μαζί της σε κάποιο θερινό σινεμά η θεία Ελβίρα, η γυναίκα του αδελφού του πατέρα του, μικρός εκείνος, δεν αποκλείεται σε προσχολική ηλικία, να δουν τη «Μελωδία της ευτυχίας». Βρίσκονται στο σπίτι της γιαγιάς Αργυρώς, και η θεία τον ρωτάει αν του άρεσε η ταινία, ναι, του άρεσε, -θυμόταν ακόμα ένα μεγάλο σιντριβάνι όπου ολόγυρά του τραγούδαγαν η Τζούλι Άντριους ντυμένη καλόγρια με μια κιθάρα στον ώμο κι ένα τσούρμο πιτσιρίκια πίσω της. Υπήρχε, άραγε, τέτοια σκηνή ή είναι σύμφυρμα της μνήμης του; «Ωραία τραγουδάκια, ε, τι λέει το Ηλιάκι μας;» Η θεία Ελβίρα, σκυμμένη πάνω του, με τους στενούς σχεδόν παιδικούς ώμους, τη δυσανάλογα ανοιχτή λεκάνη, η γυναίκα του θείου Παύλου, η οποία συνηθίζει να σκάει ένα γαργαλιστικό γελάκι μετά από κάθε της ερώτηση. (…)»