Δημήτρης Μποσνάκης: Μια δόση «ιστορικού χασίς», Από τη Σαλαμπώ και τις Αναμνήσεις του Αδριανού στον Περεγρίνο
Στις 12 Ιανουαρίου 1860 οι αδελφοί Γκονκούρ καταγράφουν στο ημερολόγιό τους μια συζήτηση με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ο οποίος εργαζόταν τότε στη Σαλαμπώ. Ανάμεσα στις έρευνες, στα αναγνώσματα και στον τεράστιο όγκο σημειώσεων που είχε συγκεντρώσει για το καρχηδονιακό του μυθιστόρημα, ο Φλωμπέρ συνοψίζει τη φιλοδοξία του σε μια φράση που υπερβαίνει κατά πολύ την περίσταση και το συγκεκριμένο έργο:
«Ξέρετε ποια είναι η μοναδική μου φιλοδοξία; Ζητώ από έναν τίμιο και ευφυή άνθρωπο να κλειστεί τέσσερις ώρες σ’ ένα δωμάτιο με το βιβλίο μου και του προσφέρω μια δόση ιστορικού χασίς. Αυτό είναι όλο κι όλο που ζητώ».
Η εικόνα έχει τη χαρακτηριστική φλωμπερική υπερβολή και συγχρόνως αξιοθαύμαστη θεωρητική ακρίβεια. Το «ιστορικό χασίς» δηλώνει μια προσωρινή μεταβολή της συνείδησης, την είσοδο του αναγνώστη σε έναν άλλον χρόνο, αρκετά συνεκτικό ώστε για λίγες ώρες να αποκτήσει την ισχύ της παρούσας πραγματικότητας. Η γνώση αποκτά βιωματική υπόσταση, η χρονική απόσταση γίνεται οικειότητα και το παρελθόν προσλαμβάνεται μέσα από τις κατηγορίες με τις οποίες οι άνθρωποί του αισθάνονταν το σώμα, το ιερό, την επιθυμία, την εξουσία και τον θάνατο. Η φλωμπερική φιλοδοξία αφορά ακριβώς αυτή τη μετατόπιση του βλέμματος, χάρη στην οποία ο αναγνώστης μετρά προσωρινά έναν άλλον πολιτισμό με τα δικά του μέτρα.
Η σχέση του ίδιου του Φλωμπέρ με την Αρχαιότητα είχε έντονα σωματικό χαρακτήρα. «Η Αρχαιότητα με ζαλίζει», γράφει στον Μαξίμντυ Καν. «Είμαι βέβαιος πως έζησα στη Ρώμη, στα χρόνια του Καίσαρα ή του Νέρωνα. Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ένα βράδυ θριάμβου, όταν οι λεγεώνες επέστρεφαν και τα αρώματα έκαιγαν γύρω από το άρμα του θριαμβευτή, ενώ οι αιχμάλωτοι βασιλιάδες βάδιζαν πίσω του;»
Λίγους μήνες νωρίτερα είχε γράψει στον Αλφρέντ ντε Πουατβέν: «Κουβαλώ μέσα στα σπλάχνα μου την αγάπη για την Αρχαιότητα. Συγκλονίζομαι ως τα βάθη της ύπαρξής μου όταν συλλογίζομαι τις ρωμαϊκές γαλέρες που έσχιζαν τα ακίνητα κι όμως αιώνια κυματισμένα νερά αυτής της θάλασσας που μένει πάντοτε νέα».
Οι δύο επιστολές αποκαλύπτουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο Φλωμπέρ προσέγγιζε το αρχαίο παρελθόν. Η Αρχαιότητα εμφανίζεται ως σχεδόν σωματική μνήμη, ως επιθυμία ανάκτησης μιας χαμένης πληρότητας των αισθήσεων. Η ανασύστασή της αρχίζει γι’ αυτόν από την ύλη, από τη θερμοκρασία του αέρα, την αφή των υφασμάτων, το βάρος των μετάλλων, τις οσμές, τα τρόφιμα, τα σώματα, τις κινήσεις, τους ήχους και τις δημόσιες τελετουργίες. Στην επιστολή προς τη Λουίζ Κολέ, τον Σεπτέμβριο του 1853, αυτή η ποιητική αποκτά σχεδόν προγραμματική διατύπωση: «Πρέπει να δημιουργεί κανείς χαρέμια μέσα στο μυαλό του, παλάτια πλημμυρισμένα από ύφος, και να τυλίγει την ψυχή του με την πορφύρα των μεγάλων εποχών».
Η Σαλαμπώ γεννήθηκε από αυτή τη σύλληψη. Η έρευνα έχει αφομοιωθεί σε τέτοιο βαθμό από την πρόζα, ώστε η Καρχηδόνα αποκτά δική της αισθητηριακή τάξη, ιδιαίτερο ρυθμό και ιδιαίτερη αντίληψη του σώματος, του ιερού και της βίας. Ο Peter Brooks, στο Flaubert in the Ruins of Paris του 2017, χαρακτηρίζει το έργο «το πιο οπερετικό από τα δημιουργήματα του Φλωμπέρ», μια παρατήρηση που αγγίζει τον πυρήνα της φλωμπερικής τεχνικής. Η μουσικότητα της πρόζας, οι μάζες των σωμάτων, οι μάχες, οι καταστροφές, τα χρώματα και η τελετουργική διάταξη του θεάματος υπηρετούν την απόδοση ενός πολιτισμού από το εσωτερικό του. Η αρχαιογνωσία μετασχηματίζεται σε αφηγηματική ύλη και η τεκμηρίωση γίνεται ρυθμός.
Εδώ βρίσκεται μία από τις ιδιαίτερες δυνατότητες της λογοτεχνίας απέναντι στο ιστορικό κατάλοιπο. Η αρχαιολογία ανασυνθέτει χώρους, αντικείμενα, μορφές και υλικές συνθήκες. Η λογοτεχνική φαντασία διερευνά τις σχέσεις που συνέδεαν τους ανθρώπους με αυτά, τον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα κατοικούσε έναν χώρο, ένα αντικείμενο συμμετείχε στην καθημερινότητα, μια τελετουργία οργάνωνε τον χρόνο, μια πίστη καθόριζε την αίσθηση του φόβου ή της σωτηρίας. Η λεπτομέρεια αποκτά το πλήρες νόημά της όταν εντάσσεται σε μια συνεκτική ανθρώπινη πραγματικότητα.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ προσέγγισε την ίδια απαίτηση από διαφορετική κατεύθυνση. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Ρώμη και η τεράστια γεωγραφία της αυτοκρατορίας συγκεντρώνονται στη συνείδηση ενός ανθρώπου. Οι στρατοί, οι επαρχίες, οι διοικητικές αποφάσεις, οι λατρείες, οι πόλεις, τα ταξίδια, η εξουσία και η πολιτική περνούν μέσα από τη μνήμη του Αδριανού και μετατρέπονται σε υλικό προσωπικής αποτίμησης. Ο αυτοκράτορας, πλησιάζοντας προς τον θάνατο, επιχειρεί να διακρίνει το σχήμα της ζωής του, να συνδέσει την πράξη με τη σκέψη, τον έρωτα με την απώλεια, τη διακυβέρνηση με τη γνώση των ανθρώπων και του εαυτού.
Η Γιουρσενάρ γνώριζε πολύ καλά τη φλωμπερική καταγωγή αυτής της αναζήτησης. Στις σημειώσεις που συνοδεύουν τις Αναμνήσεις του Αδριανού ανακαλεί μια φράση του Φλωμπέρ την οποία είχε διαβάσει και υπογραμμίσει επανειλημμένα ήδη από το 1927:
«Εφόσον οι θεοί δεν υπήρχαν πια και ο Χριστός δεν είχε ακόμη έρθει, υπήρξε, από τον Κικέρωνα έως τον Μάρκο Αυρήλιο, μια μοναδική στιγμή όπου υπήρχε μόνο ο άνθρωπος, μόνος».
Η φράση αυτή διέθετε για τη Γιουρσενάρ τεράστια πνευματική γονιμότητα. Οι Αναμνήσεις του Αδριανού μπορούν να διαβαστούν ως μεγάλη μυθιστορηματική ανάπτυξη αυτής της φλωμπερικής διαίσθησης.
Από τη Σαλαμπώ στις Αναμνήσεις του Αδριανού διαγράφεται έτσι μια από τις γονιμότερες γραμμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής πρόσληψης της Αρχαιότητας. Στον Περεγρίνο του Αντώνη Νικολή η συνομιλία αυτή βρίσκει μια σύγχρονη και απολύτως αυτοδύναμη συνέχεια, με επίκεντρο τη διαμόρφωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις συνθήκες της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής κοινωνίας του δεύτερου αιώνα.
Ο Περεγρίνος ανήκει ασφαλώς στην ιστορική μυθοπλασία. Η ουσιαστική του δύναμη βρίσκεται στην επιλογή μιας εποχής εξαιρετικής κοινωνικής, θρησκευτικής και πνευματικής κινητικότητας ως πεδίου διερεύνησης της ανθρώπινης μεταμόρφωσης. Ο Νικολής διαθέτει εντυπωσιακή γνώση των πηγών, από τον Λουκιανό έως τον Αύλο Γέλλιο, και αυτή η γνώση έχει απορροφηθεί από την αφήγηση με τέτοια φυσικότητα ώστε λειτουργεί ως αόρατη υποδομή του μυθιστορήματος. Οι πόλεις, τα λιμάνια και οι δρόμοι, οι φιλοσοφικές σχολές, οι θρησκευτικές κοινότητες, οι αγορές και οι τελετές, τα ενδύματα, τα σώματα, η πέτρα, οι οσμές, η θερμότητα και το φως της Μικράς Ασίας, της Αλεξάνδρειας, της Ρώμης, της Αθήνας και της Ολυμπίας συγκροτούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι πράξεις του ήρωα αποκτούν το νόημά τους.
Η δύναμη αυτής της ανασύστασης βρίσκεται στην οργανική λειτουργία της λεπτομέρειας. Ένα ένδυμα δηλώνει θέση, παιδεία ή επιλογή βίου, ένας δρόμος καθορίζει τη σχέση του ανθρώπου με την πόλη, μια τελετή οργανώνει τη συλλογική ζωή, ένας τόπος συνάθροισης δημιουργεί δεσμούς, μια χειρονομία ή ένας τρόπος δημόσιου λόγου φανερώνουν κώδικες κοινωνικής αναγνώρισης. Η αρχαιογνωσία αποκτά έτσι ανθρωπολογική λειτουργία.
Η επιλογή του δεύτερου αιώνα είναι από αυτή την άποψη καθοριστική. Πρόκειται για περίοδο μεγάλης κινητικότητας μέσα στην αυτοκρατορία, κατά την οποία φιλόσοφοι, ρήτορες, σοφιστές, θρησκευτικοί διδάσκαλοι, ασκητές και περιπλανώμενοι διανοούμενοι κινούνται από πόλη σε πόλη, συγκροτούν ακροατήρια και οικοδομούν το κύρος τους μέσα από τον λόγο, την παιδεία, την εμφάνιση και τη στάση του σώματος. Η Δεύτερη Σοφιστική αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν περιβάλλοντα αυτής της δημόσιας κατασκευής της αυθεντίας. Η παιδεία είναι κοινωνικό κεφάλαιο, ο λόγος δημόσια πράξη και η προσωπικότητα αποκτά ορατότητα μέσα από την παρουσία ενώπιον ενός ακροατηρίου.
Ο Περεγρίνος εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο με εξαιρετική μυθιστορηματική γονιμότητα. Η περιπλάνησή του ανάμεσα σε πόλεις, κοινότητες, φιλοσοφικές διδασκαλίες και θρησκευτικές αναζητήσεις αποτελεί συγχρόνως πορεία ανάμεσα σε διαφορετικές δυνατότητες ύπαρξης. Κάθε σταθμός προσφέρει ένα σύστημα αξιών, μια σχέση με το σώμα, μια πνευματική πειθαρχία και έναν τρόπο εμφάνισης ενώπιον των άλλων. Η γεωγραφική κινητικότητα της αυτοκρατορίας μετατρέπεται σε εσωτερική κινητικότητα του ήρωα και η περιπλάνηση γίνεται διαρκής δοκιμή του εαυτού.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Περεγρίνος συναντά δημιουργικά τις Αναμνήσεις του Αδριανού. Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ στρέφεται προς μια ολοκληρωμένη ζωή και αναζητεί μέσα στη μνήμη τη συνοχή της. Ο Περεγρίνος του Νικολή βρίσκεται διαρκώς καθ’ οδόν προς μια καινούργια εκδοχή του εαυτού του. Η κίνηση του Αδριανού είναι αναδρομική και συνθετική, του Περεγρίνου είναι μεταμορφωτική. Ο πρώτος επιχειρεί να κατανοήσει το σχήμα που απέκτησε η ζωή του,ο δεύτερος αντιμετωπίζει την ταυτότητα ως ανοιχτή δυνατότητα που ζητεί κάθε φορά νέα πραγμάτωση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ευφυείς συλλήψεις του μυθιστορήματος. Οι αλλαγές ονόματος και οι διαφορετικές κοινωνικές εντάξεις κάνουν ορατή αυτή τη διαρκή δοκιμή του εαυτού. Η φιλοσοφική επιλογή αποκτά σωματική έκφραση, η θρησκευτική προσχώρηση δημιουργεί νέους δεσμούς, η άσκηση γίνεται τρόπος ζωής και η δημόσια πράξη δοκιμάζει την αλήθεια της προσωπικής επιλογής μέσα στο βλέμμα των άλλων.
Η ιστορική θεμελίωση χαρίζει σε αυτή τη σύλληψη το βάθος της: οι μεταμορφώσεις του ήρωα αναδύονται από πραγματικές δυνατότητες της εποχής των Αντωνίνων, από τις φιλοσοφικές τέχνες του ζην, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις μορφές δημόσιας αυτοπαρουσίασης που αυτή προσφέρει.
Ακριβώς γι’ αυτό ο Περεγρίνος αποκτά τόσο ισχυρή σύγχρονη απήχηση. Η οικειότητα του προσώπου του γεννιέται μέσα από την ιστορική του ετερότητα. Η ανάγκη αναγνώρισης, η φροντίδα της δημόσιας εικόνας, η διαδοχική υιοθέτηση διαφορετικών ταυτοτήτων και η επιθυμία να συμπέσουν κάποτε ο βίος, η πεποίθηση και η εικόνα του εαυτού εμφανίζονται ως δυνατότητες πλήρως ριζωμένες στον δεύτερο αιώνα και συγχρόνως φωτίζουν πλευρές της ανθρώπινης κατάστασης που παραμένουν οικείες.
Η τελική αυτοσκηνοθεσία του Περεγρίνου με την αυτοπυρπόλησή του στους Ολυμπιακούς αγώνες (165 μ.Χ.) αποκτά μέσα σε αυτή την προοπτική το πλήρες βάρος της. Ολόκληρη η πορεία του τείνει προς μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, η εκδοχή που έχει επιλέξει για τον εαυτό του και το κοινό ενώπιον του οποίου την πραγματώνει επιδιώκουν την απόλυτη σύμπτωση. Η τελευταία πράξη ολοκληρώνει έναν βίο κατά τον οποίο η φιλοσοφία, η θρησκεία, η άσκηση και η δημόσια παρουσία υπήρξαν διαδοχικές απόπειρες να προσλάβει η ύπαρξη οριστική μορφή.
Στο σημείο αυτό η φράση του Φλωμπέρ που είχε τόσο βαθιά εντυπωσιάσει τη Γιουρσενάρ αποκτά στον Περεγρίνο νέα αντήχηση. Ο Νικολής τοποθετεί τον ήρωά του μέσα στην πυκνότητα αυτής της μεταβατικής εποχής, όπου η ελληνορωμαϊκή παράδοση διαθέτει ακόμη τεράστια πολιτισμική ισχύ και νέες μορφές πίστης και σωτηρίας αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία. Οι διαθέσιμες αλήθειες προσφέρουν πολλές δυνατότητες ζωής και μετατρέπουν την επιλογή ανάμεσά τους σε κρίσιμο στοιχείο της προσωπικής διαδρομής.
Εδώ μπορεί πλέον να φανεί η βαθύτερη σημασία της περίφημης «δόσης ιστορικού χασίς». Η ιστορική λογοτεχνία αποκτά τη μεγαλύτερη δύναμή της όταν η είσοδος σε έναν άλλον χρόνο μεταβάλλει τις κατηγορίες με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο. Στη Σαλαμπώ ο Φλωμπέρ ανασυστήνει την αισθητηριακή τάξη ενός χαμένου πολιτισμού. Στις Αναμνήσεις του Αδριανού η Γιουρσενάρ μετατρέπει την αυτοκρατορία σε εσωτερική γεωγραφία μιας συνείδησης που αναμετράται με τη ζωή και τον θάνατο. Στον Περεγρίνο ο Αντώνης Νικολής χρησιμοποιεί τον κόσμο των Αντωνίνων και της Δεύτερης Σοφιστικής για να εξετάσει τον άνθρωπο μέσα στην ίδια τη διαδικασία της αυτοδημιουργίας του, ανάμεσα στις δυνατότητες που του προσφέρει η εποχή, στις επιλογές του και στο βλέμμα των άλλων.
Από τον Φλωμπέρ στη Γιουρσενάρ και από εκεί στον Νικολή, η επιστροφή στην Αρχαιότητα γίνεται έτσι τρόπος ανθρωπολογικής γνώσης. Εκεί εξακολουθεί να ενεργεί η φλωμπερική δόση, στη στιγμή όπου ένας ξένος χρόνος αποκτά αρκετή εσωτερική αλήθεια ώστε να αλλάξει το μέτρο με το οποίο κοιτάζουμε τον δικό μας.
Δημήτρης Μποσνάκης


