Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (Διάστιχο, 1/12/2012).

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ivete Sangalo & Maria Bethania - Muito Obrigado Axé.

Η Μαρία Μπετάνια, η αδελφή του Καετάνο Βελόζο, και η Ιβέτ Σανγκάλο στο Muito Obrigado Axé, το τραγούδι του καντονμπλέ, της λαϊκής αφρικανικής θρησκείας στη Βραζιλία, στην Μπαΐα ιδιαίτερα, την πόλη του Amado.
Μουσικές και κοινωνίες με φρεσκάδα, με γοητεία και με κινδύνους.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Μια Ζωή σε 40 Απαντήσεις: Αντώνης Νικολής.



13.10.2012 | 09:00
Ο συγγραφέας απαντάει στο ερωτηματολόγιο του Προυστ για το Lifo.gr. Επιμέλεια: Μίνα Καλογερά.


φωτό: Αναστασία Βουτυροπούλου

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία; Όταν ζω κάτι και την ίδια στιγμή το νοσταλγώ.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας; Η ανίατη αρρώστια κι εκείνος ο αμετάκλητα σοβαρός γιατρός που θα μου την ανακοινώνει. Ιδίως αν πάρει το βλέμμα του από πάνω μου, το κατεβάσει αργά στο πάτωμα, και ύστερα ψελλίσει μια – δυο χλιαρές παρηγοριές...

Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο; Είναι συγγραφείς και δεν είναι ένας ή δυο μόνο. Λίγο περισσότερο κάθε φορά, βέβαια, αυτόν του οποίου το βιβλίο διαβάζω τελευταία. Αυτό τον καιρό, φέρ’ ειπείν, διαβάζοντας το Middlesex, τον Τζέφρυ Ευγενίδη.

Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας και μετανιώνετε περισσότερο γι’ αυτό; Πολλές φορές ανεχόμενος ανθρώπους με καπρίτσια και συμπεριφορές φτηνές. Κυρίως γιατί τους υφίσταμαι προκειμένου να ικανοποιήσω δικούς μου μικρούς υπολογισμούς.
Για ποια προδοσία του εαυτού τους οικτίρετε τους άλλους; Όταν εγκαταλείποντας την όποια ατομικότητά τους μιμούνται υπάρξεις και ιδιότητες ξένες προς τους ίδιους. Ιδίως τους μίμους των καλλιτεχνών.

Ποιο εν ζωή πρόσωπο σιχαίνεστε περισσότερο; Εκείνον που μ’ ανάγκασε να σκεφτώ ότι σε δυσλειτουργικές κοινωνίες περισσότερο από το «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος», ισχύει το «ουδείς δολιότερος του ευεργέτου».

Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα; “Somos contos contando contos, nada”, του Φερνάντο Πεσσόα, “είμαστε ιστορίες που ιστορούν ιστορίες, ένα τίποτα”.

Τι νοσταλγείτε περισσότερο; Τα σπίτια των γιαγιάδων μου, τη μυρωδιά τους, να στρώνουν το τραπέζι να φάμε.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

O pincel da barba mais pequeno / το μικρότερο πινέλο για ξύρισμα (Διάστιχο, Τρίτη 2-10-2012).

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (Καθημερινή, Σελιδοδείκτες, 8/9/2012).


Το απόλυτο ως πιθανότητα 

Του Νίκου Bατόπουλου

Αντώνης Νικολής
«Διονυσία»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ροδακιό, σελ. 395, Αθήνα 2012

Με τη «Διονυσία», ένα μυθιστόρημα σε δύο εποχές, παχύ και λεπταίσθητο, θαλασσινό και αστικό, ο Αντώνης Νικολής μάς χαρίζει μία ηρωίδα της νέας ελληνικής πεζογραφίας. Η Διονυσία είναι από την Κω, όπου παντρεύεται και κάνει οικογένεια, αλλά κάποια στιγμή μεταφέρει τη ζωή της στην Αθήνα. Οσο κοινότοπη μπορεί να είναι αυτή η περιγραφή, αφού εσκεμμένα είναι απλοϊκή άρα και κρυπτική, τόσο απρόβλεπτη και μοναδική είναι η πορεία ζωής της Διονυσίας.
Δεν είμαι βέβαιος ότι συμπάθησα τη Διονυσία ως πρόσωπο, δεν ξέρω αν υπήρξαν στιγμές που να ήθελα να της σφίξω το χέρι. Ξέρω όμως ότι ως περσόνα, συχνά γκροτέσκα, με εξπρεσιονιστική όψη, άλλοτε κοινή, σαν άγραφη μάσκα, με χάραξε. Η Διονυσία είναι μία εμβληματική μορφή της νέας λογοτεχνίας, καθώς συμπυκνώνει στο δικό της δράμα πολλές παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.
Αλλά ο Αντώνης Νικολής έχει τον τρόπο, έχει το χάρισμα και πρωτίστως την καλλιέργεια (στην οποία περιλαμβάνεται το γλωσσικό αισθητήριο, η καλλιέπεια του λόγου ως κυττάρου της λογοτεχνίας). Οταν άρχισα να διαβάζω τη «Διονυσία» (σε αυτήν την συγκινητικά όμορφη, πολυτονική έκδοση του «Ροδακιού») ήταν η γλώσσα που με κράτησε εξ αρχής. Ηταν το γλωσσικό περιβάλλον του Αντώνη Νικολή, ακριβές και αισθησιακό ταυτόχρονα, με ρεαλισμό και ερωτισμό, αυτό που αμέσως μου έδωσε να καταλάβω ότι η «Διονυσία» είναι ένα βιβλίο που μπορεί να γίνει κλασικό. Η Διονυσία ζει στην Κω με τον άντρα και τους δύο γιους της, μεγάλα παιδιά πια. Νοικιάζουν δωμάτια σε επισκέπτες του νησιού. Ο σύζυγος και οι γιοι είναι φρικτοί Ελληναράδες.
Η Διονυσία είναι σε «λάθος» σπίτι. Αλλά είναι εκεί. Υπομένει. Η εμφάνιση ενός επισκέπτη και νοικάρη διασαλεύει την τάξη, την αφυπνίζει ερωτικά και της δίνει πίσω το σώμα της ως σεξουαλικό πεδίο ηδονής. Η αυτοσυνειδησία, που έρχεται αιφνιδιαστικά αλλά σαν να ήταν ναρκωμένη και έτοιμη από παλιά, τη δυναμώνει και την οδηγεί αναπόφευκτα σε ρήξεις με τους άρρενες στο σπίτι, που με τη σειρά τους αποσυντονίζονται καθώς το εγώ της Διονυσίας εμφανίζεται ανάγλυφο.
Αυτή είναι η πρώτη «εποχή» του βιβλίου. Γιατί η δεύτερη «εποχή», που διαδραματίζεται στην Αθήνα, όπου αποδρά η Διονυσία, είναι ένας λαβύρινθος. Κατά μία έννοια, η Διονυσία στην Αθήνα, παρίας, ξένη, ανένταχτη, είναι σύμβολο της παρακμής, τόσο του εαυτού όσο και του άστεως, που συγκλίνουν και ταυτίζονται με έναν συμβολισμό που ταράζει και διασαλεύει. Η Διονυσία συμπυκνώνει την πορεία ενός ανθρώπου καθώς τίθεται εκτός κοινωνίας, ακουσίως - εκουσίως, και κατακρημνίζεται από το δίχτυ μίας απεχθούς οικογενειακής εστίας στο χάος του σκοτεινού άστεως. Η Διονυσία είναι μία ηρωίδα θύμα και θύτης της ίδιου της του εαυτού, μία νοικοκυρά που έγινε χαμίνι, ένα σύμβολο του αραχνοΰφαντου ιστού που μας κρατάει στην «κανονική ζωή». Επίκαιρη και τραγική, η Διονυσία είναι δυνατή και αδύναμη ταυτόχρονα, καθώς έχει ενστερνιστεί το απόλυτο ως πιθανότητα.
Ο Αντώνης Νικολής μάς δίνει ένα σημαντικό μυθιστόρημα, πυκνό, συμβολικό, ρεαλιστικό, συνταρακτικό.
https://blogger.googleusercontent.com/img/proxy/AVvXsEj5WHcVkOpth3v75sKzRSp-yfXIqAAOR7Mm_2Kukidpaw-X5jrEmsbeINyUoPFSqb_8v6D2s39J75LnEoYQbe4UtWY-uD6WV2_xUfOqe0NYilPN_gaDODCRwsknN9TLx_wM6D5TvDLwjE9tsyDQMFlzDc54tdt_3A=

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Μίλτος Σαχτούρης: Τὸ κεφάλι τοῦ ποιητῆ.

Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005).

 

 

 

 

 

 

  

Τὸ κεφάλι τοῦ ποιητῆ

Ἔκοψα τὸ κεφάλι μου
τό 'βαλα σ᾿ ἕνα πιάτο
καὶ τὸ πῆγα στὸ γιατρό μου

-Δὲν ἔχει τίποτε, μοῦ εἶπε,
εἶναι ἁπλῶς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στὸ ποτάμι καὶ θὰ ἰδοῦμε

τό 'ριξα στὸ ποτάμι μαζὶ μὲ τοὺς βατράχους
τότε εἶναι ποὺ χάλασε τὸν κόσμο
ἄρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
νὰ τρίζει φοβερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζει

τὸ πῆρα καὶ τὸ φόρεσα πάλι στὸ λαιμό μου

γύριζα ἔξαλλος τοὺς δρόμους

μὲ πράσινο ἑξαγωνομετρικὸ κεφάλι ποιητῆ


(Από τη συλλογή "Τὸ σκεῦος" [1971], τόμος ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1945-1971), εκδόσεις Κέδρος 1979.)

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Gore Vidal (3 Οκτωβρίου 1925 - 31 Ιουλίου 2012).

Ο Γκορ Βιντάλ εξέλιπε. Δυνατό μυαλό και συγγραφέας. Ειρωνεία, σαρκασμός, ιδιοφυΐα. Με θαυμαστή οικονομία στα μυθιστορήματά του (κρίνοντας από τα τρία που γνωρίζω): τον Ιουλιανό (1964), τη Δημιουργία (1981), το Σε ζωντανή μετάδοση απ' το Γολγοθά (1992). Η Αντιόχεια, η ωραιότερη πόλη της όψιμης αρχαιότητας, οι ναοί, τα πλήθη, οι τελευταίες εκλάμψεις ενός κόσμου που αλλάζει άρδην, στο πρώτο, το παλάτι του Δαρείου, η Ινδία του Βούδα, η Κίνα του Κομφούκιου, το θέατρο της Αθήνας στο μακρύ διαπολιτισμικό ταξίδι του Κύρου Σπιτάμα, στο δεύτερο, το βιτριολικό σχόλιο ενός φιλελεύθερου, βαθιά καλλιεργημένου, αλλά και το σημαντικότερο επιτέλους ενός ευφυούς συγγραφέα, στο τρίτο.   

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Κως, μια μικρή εκδοχή του κόσμου.


17 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ LIFO
18.7.2012
The Summer fiction issue
Μια μικρή εκδοχή του κόσμου.
Από τον Αντώνη Νικολή
Ένα διήγημα για την Κω.

.
Πρόσφατα μόλις άρχισα να κατανοώ πως όσο κι αν απομακρύνομαι, όπου κι αν ταξιδέψω, μετακινούμαι ελάχιστα από τον πολύ οικείο μου χώρο, την Κω. Χώρος που όλο και στενεύει, μην περιοριστεί στο τέλος -σκεφτόμουν τις προάλλες- στο οικόπεδο του σπιτιού μου, μην, ακόμα κι αν φτάσω μέχρι τον Αμαζόνιο, στη Βραζιλία δηλαδή, το κάνω μόνο για να περιποιηθώ τη μικρή mangueira στη νότια άκρη του κήπου μου, να δέσει καρπούς, να γεμίζω ύστερα γυάλες γλυκό του κουταλιού μάνγκο.
Αλλά, ας εξηγηθώ. Η αδελφή της γιαγιάς μου και νονά μου, η νανά –όπως λέμε στο νησί- η Φροσύνη, καθόταν στην ψάθινη καρέκλα πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτάς της με το βλέμμα στην κίνηση της Ιπποκράτους, από τους κεντρικότερους δρόμους της πόλης, κι όταν δεν δάκρυζε για τα βάσανα, την πολύ πρόωρη χηρεία της, που ήτανε «μόνια μοναχή», αναπολούσε την Κω πριν από τον σεισμό του ’33, πριν από την ιταλική πολεοδόμηση, και πόσο την αναζωογονούσαν τα ταξίδια στην Πάτμο, ότι μ’ αυτά επέστρεφε στην προσεισμική Χώρα, με τα καντούνια, τα άσπρα σπιτάκια, την αρχοντιά των ανθρώπων τότε. Πέρασα δώδεκα ολόκληρα χρόνια που με εμμονή επισκεπτόμουν χειμώνα-καλοκαίρι την Πάτμο, για Σαββατοκύριακα, για δεκαπενθήμερα, για μήνα ή και περισσότερο. Σε κάθε ευκαιρία. Η παρέα τα ίδια εκείνα χρόνια ταξίδευε Βερολίνα και Ιταλίες και Σκανδιναβίες – εμένα και μου κόστιζε περισσότερο (μαγεμένος, ό,τι άγγιζα το… χρύσωνα στην Πάτμο) και καθόλου δεν τους ζήλευα. Κάθε φορά από το πλοίο κι απ’ τη Σκάλα προς τη Χώρα, δεν το πίστευα πως υπήρχε όντως ό,τι αντίκριζα, μου θύμιζε την ταπισερί, την πάντα του τοίχου στο παιδικό μου κρεβάτι με τη νυχτερινή Βενετία να κυματίζει ελαφριά, ακόμα πιο ονειρική με την Αποκάλυψη στο κέντρο και τα φωταγωγημένα τείχη του Μοναστηριού ψηλά στην κορφή. Η Πάτμος ήτανε τα τριάντα μου, ήταν οι αναδρομές στην παλιά μυστική Χώρα της νονάς μου, και όλα τ’ άλλα τα… συμπαρομαρτούντα, βέβαια. Όπως παλιότερα, έφηβος, όταν περνούσα την Πύλη d’ Amboise στα τείχη της Παλιάς Πόλης στη Ρόδο, κάπως σαν να διέσχιζα τη Γέφυρα των Ιπποτών της Οδού των Φοινίκων στην Κω για να μπω στο κάστρο του λιμενοβραχίονά μας. Οι λέξεις ηδονή, λαγνεία, λίμπιντο, αν έχουν μια σκηνογραφία στο μυαλό μου, βρίσκονται εκεί, μα και η Ρόδος δεν είναι παρά τα δεκαοκτώ μου και μια γαλαρία νοητή και αυτή της Κω.
Από την Πάτμο με τράβηξε με το ζόρι ο κολλητός μου. Είχα εν τω μεταξύ παρατήσει τις μηχανές, είχα και σχετική πείρα οδηγού μαζί κι ένα Renault Clio, είχε έρθει η ώρα της Κρήτης, δηλαδή μιας πιο οριζοντιωμένης στα νερά της Μεσογείου και πολλαπλάσιας σε έκταση (όμως και πάλι) Κω. Από γεωλογική άποψη, άλλωστε, μοιάζουν κορφές του ίδιου βουνού η Μεγαλόνησος και τα Δωδεκάνησα. Είκοσι μέρες δεν χόρταινα να σεργιανίζω πάνω-κάτω, ιδίως κάτω (Μάταλα, Κομμός, Τριόπετρα, Άγιος Παύλος, Σούγια, οι ωραιότερες παραλίες γυμνιστών του σύμπαντος), το ανεξερεύνητο καινούριο οικείο.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Cheira bem, cheira a Lisboa...

Μυρίζει ωραία, μυρίζει Λισαβόνα, -ο στίχος της Amália Rodrigues. Κι αν θέλει ο Θεός σε μία εβδομάδα από τώρα θα σεργιανάω στις λυπημένες γειτονιές της αγαπημένης πόλης, την Αλφάμα (απ' όπου η φωτογραφία), τη Μοραρία, τη Μαντραγκόα, αλλά και την Γκράσα, την Μπάισα, το Σιάντου, το Μπάιρου Άλτου, την Μπίκα, τη Λάπα...

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

ΝΕΑ - βιβλιοδρόμιο, 7-8 Ιουλίου / προτάσεις για το καλοκαίρι.

Χάρτες βυθού σε καιρούς δύσκολους

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γράφει η Ρούλα Γεωργακοπούλου

(Ανάμεσα σε πολλά άλλα από την τρέχουσα ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.)
Αντώνης Νικολής
Διονυσία (Το Ροδακιό)
Από την έδρα του στην πανέμορφη Κω ο Αντώνης Νικολής, αφού κατέκτησε το αθηναϊκό Κέντρο με τα θεατρικά του έργα, κατέθεσε φέτος ένα υψηλών προδιαγραφών μυθιστόρημα. Είναι η δραματική ιστορία της Διονυσίας που μικροπαντρεύτηκε και έζησε την πρώτη πράξη του δράματός της στην ωραία νήσο. Το αβέβαιο βήμα της προς την ελευθερία θα τη βγάλει, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, στη σκοτεινή πλευρά του Κέντρου της Αθήνας, στους πρεζότοπους, την εξαθλίωση και την πορνεία. Μοναδικό της προνόμιο, η ιαματική δύναμη του αγγίγματός της. Μια ιστορία φτιαγμένη με κοινόχρηστα λογοτεχνικά υλικά αλλά με μοναδικά αντιδραματικό τρόπο.

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Μια αποφράδα μέρα;

Θα αποδειχτεί, άραγε, η 17-6-2012 μια αποφράδα μέρα;
Ο λαϊκισμός περιφέρεται αδέσποτος κι αχαλίνωτος από πολύ καιρό, βέβαια.
Ποιος δεν τον βλέπει, ποιος δεν τον ακούει, αλλά και ποιος δεν τον κανάκεψε...

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι.

(Με τον Σπύρο Ξένο, αριστερά, και τον Αυγουστίνο Γαρουφαλή, δεξιά.)

Πάνε μερικοί μήνες που ο φίλος συγγραφέας Θοδωρής Γρηγοριάδης μού μίλησε για το Λεμόνι, το εξαιρετικό βιβλιοπωλείο και στέκι, για τις εκδηλώσεις εκεί, τους βιβλιοπώλες -τους συντελεστές του καλύτερα να πω-, τον Σπύρο και τον Αυγουστίνο. Στο υπόστεγο έξω από το βιβλιοπωλείο έχουν στρωμένο τραπεζάκι με καφέ, με τσάι, με περισσή φιλική διάθεση. Νομίζω δεν υπάρχει άλλη τέτοια γωνιά στην πόλη. Στην Ηρακλειδών 22, στο Θησείο. (www.lemoni.gr).

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (ΤΑ ΝΕΑ, βιβλιοδρόμιο, 2-3/6/2012).


Ο θεατρικός συγγραφέας Αντώνης Νικολής κάνει το ντεμπούτο του στο μυθιστόρημα με τη σπαρακτική ιστορία μιας σύγχρονης μαντάμ Μποβαρί της πρέζας.

Αντώνης Νικολής: από το θέατρο στην πεζογραφία


H Αγία της πρέζας

Γράφει η Ρούλα Γεωργακοπούλου

Η Διονυσία είναι μια ελκυστική θεοσεβούμενη νησιώτισσα, τριανταεπτά ετών. Στον οικιακό της παράδεισο με τον κήπο, τα μυριστικά και τη μικρή οικογενειακή τουριστική επιχείρηση, έχει τους χειρότερους συγκάτοικους. Εναν βάρβαρο σύζυγο που την κερατώνει επιδεικτικά και δυο γιους που παρά τα όσα διατείνεται η ψυχολογία, λατρεύουν και υπηρετούν το πρότυπο του πατέρα με αξιομνημόνευτη επιτυχία.
Η σύντομη σεξουαλική απόδραση της γυναίκας με έναν νοικάρη αντί για προσωρινό αναπαμό ανοίγει το κουτί της Πανδώρας. Το πρώτο της τσιγαριλίκι και το πρώτο της ερωτικό τρίο θα μαθευτούν. Η Διονυσία θα ξυλοκοπηθεί άγρια από γιους και σύζυγο και με συνοπτικές διαδικασίες θα εγκαταλείψει την Κω και θα βρεθεί πρόσφυγας στη σκοτεινή χοάνη του Κέντρου της Αθήνας. Το προσωπικό της κομπόδεμα και η ιαματική χάρη που έχει το άγγιγμά της θα της εξασφαλίσουν, για ένα διάστημα, μια ήσυχη μιζέρια, αλλά και θα εξάψουν τη βουλιμία του πριμιτίφ νέου περίγυρού της. Σαλταρισμένα άτομα θα μυριστούν τις χάρες της και θα επιδιώξουν να την απομυζήσουν. Σαλοί ησυχάζουν και ελαττώνουν τους σπασμούς τους όταν τους πιάσει το μέτωπο. Συνειδητοί ομοφυλόφιλοι αισθάνονται την παυσίπονη δύναμη του αιδοίου της, την εντάσσουν στα πολύπλοκα ερωτικά τους σχήματα και την αποθεώνουν. Τα πρώτα σνιφαρίσματα, τα πρώτα τρυπήματα, το κομπόδεμα που εκμηδενίζεται και η εξάρτηση από την πρέζα θα τη ρίξουν σταδιακά στην ανεργία κι από κει στην εξαθλίωση και στο πεζοδρόμιο. Η Αγία της Κω, βρώμικη, άσχημη, απισχνασμένη και αμετανόητη θα συνεχίσει να θεωρείται Αγία ακόμη και στους πρεζότοπους παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Το μόνον που δεν μπορεί να ανακουφίσει η Διονυσία είναι ο εαυτός της. Το λίγο που θυμάται τα παιδιά της, γίνεται πολύ και μεγεθύνεται ανάλογα με την προσωπική της έκπτωση. Δεν μετανιώνει όμως ποτέ. Γιατί; Αυτό δεν είναι το μόνο ερωτηματικό που αφήνει το βιβλίο.
Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό στη γραφή του Αντώνη Νικολή - πέρα από τη γνωστή δεινότητά του - είναι ο αντιδραματικός τόνος του που δεν έχει καμία σχέση με την αποστασιοποίηση. Ο Νικολής μπαίνει ολόσωμος στο δράμα χωρίς ούτε μια στιγμή να ζητάει τη συνδρομή της δραματικής γλώσσας. Αποφεύγει αποτελεσματικά τη φιλοσοφία του περιθωρίου, δεν παίρνει δάνειο ούτε από τη συναισθηματολογία ούτε από τον ορθολογισμό και την ηθικολογία. Ακόμη και αυτό το έντονα ανορθολογικό στοιχείο - το θείο χάρισμα της ηρωίδας - δεν παρεμβαίνει στο σκιτσάρισμα του προσώπου για να γλυκάνει τις γωνίες του. Μοιάζει πιο πολύ με μαγικό στοιχείο που δίνει συνοχή στη δυσεξήγητη ψυχολογία του προσώπου, στα ναρκωτικά, την αυτοεγκατάλειψη, την ανηδονική λειτουργία του σεξ.
Ο αναγνώστης θα δυσκολευτεί να φέρει βόλτα όλο αυτό το υλικό. Η Μποβαρί της πρέζας, άλλοτε θα τον τραβάει σαν μαγνήτης κι άλλοτε θα του στέλνει έναν κόμπο στο στομάχι και θα παρατάει το βιβλίο μισάνοιχτο μέχρι να ανακτήσει αντοχές.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Μάκης Πανώριος: Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος ΣΤ', από τις εκδόσεις Αίολος.


Αντώνης Νικολής
γυναίκες στα ράφια του μανάβη
                                              
                                           
ΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΣΩΣΤΑ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ, ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 21ου, όπως αριθμούσαν τότε τους αιώνες, ή περίπου στο δικό μας 1ο προ καταστροφής (1st b. c.), το πιθανότερο στα μέσα του. Το εύρημα μας το προσκόμισε εδώ η καλή συνάδελφος της Εφορείας Εναλίων, η Μαρία η Τσίρος, (τη θυμάσαι, εκείνη με τις πολύ ανοιχτές πλάτες), από καταδύσεις της βορειοδυτικά στη βραχονησίδα του Λυκαβηττού -με μια επιφύλαξη μόνο να ελέγξουμε ξανά τις συντεταγμένες- στη θέση Σεπόλια ή ίσως Πατήσια. Αγαθή τύχη -εκτιμώ- διαφύλαξε το εύρημά μας, ένα DVD-Rom τυλιγμένο σε νάιλον και «χτισμένο» μέσα σε κύβο μπετόν. Προφανώς θα παράπεσε στο τσιμέντο πριν από την πήξη του, ποιος ξέρει από ποια απροσεξία του ή της κατόχου του.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Η πρώτη Διονυσία.

Με την Τζούλια Τσιακίρη (των εκδόσεων Τὸ Ροδακιὸ) κρατάμε το πρώτο δεμένο αντίτυπο της Διονυσίας, το απόγευμα της Δευτέρας 19 Μαρτίου, στο καθιστικό του σπιτιού της στην Απόλλωνος. Μας φωτογραφίζει από το κινητό της Τζούλιας η Άννα Κοκκίνου. (Λεπτομέρειες: στην ψάθινη πολυθρόνα η Καζού, καθόλου στημένη σε αντίθεση με μας, οι πίνακες πίσω μας στην πλάτη του καναπέ, από τους λίγους που απέμειναν μετά τον πλειστηριασμό υπέρ της βιβλιοθήκης Βασίλη Διοσκουρίδη νωρίτερα τρεις εβδομάδες.) 

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Στο Ψιμύθι, κάτω στο Ρέμα της Χελιδονούς (τυπώνοντας το εξώφυλλο της Διονυσίας).



«Ξέρεις, το τυπογραφείο βρίσκεται στο Ρέμα της Χελιδονούς. Υπάρχει ένα εκκλησάκι εκεί, η Παναγιά η Χελιδονού, και ένα σπήλαιο νομίζω. Κάτω από την Πάρνηθα, εξοχή υπέροχη.»
Μιλάγαμε στο τηλέφωνο. Χρειάστηκα ώρες να το εννοήσω, και τότε την κάλεσα εγώ.
«Τζούλια, μήπως ελάνθανε στα περί της Χελιδονούς που μου έλεγες το πρωί κάτι σαν πρόσκληση για το τυπογραφείο;»
«Άντε, το κατάλαβες, μπράβο, χαίρομαι», απολάμβανε την ειρωνεία της, αλλά συμπλήρωσε κι ένα «Ναι, ελάνθανε» (γιατί τον καλό εκδότη με κάτι «ελάνθανε» τον τυλίγεις).
Και, πράγματι, δυο - τρεις μέρες έπειτα, την Τετάρτη 14 του Μαρτίου, λίγο μετά τις εννιά το πρωί από την Πλατεία Μητροπόλεως και το καφέ Centrale (το επίνειο των εκδόσεων Τὸ Ροδακιό) επιβιβαζόμαστε σε ταξί με κατεύθυνση προς τον Κηφισό, περάσαμε τα ΚΤΕΛ, ύστερα γινόταν κάπως πιο υποφερτό το προαστιακό τοπίο, κατηφορίζοντας κιόλας προς το ρέμα, όντως, σχεδόν εξοχή. Σκόρπιες βιοτεχνίες ή αποθήκες ή μόνο τα κελύφη τους, ο κατηφορικός δρόμος τσιμεντένιος, περιβολάκια, θάμνοι, υγρασία που πύκνωνε μαζί με τη βλάστηση στο βάθος κατά μήκος του ρέματος. Καιγόντουσαν σε μικρή φωτιά δίπλα στο σημείο που αποβιβαστήκαμε σκουπίδια μαζί και κάτι σαν λάστιχο με τη χαρακτηριστική δυσάρεστη μυρουδιά. Όμως, τ’ άλλα, το φως, το αεράκι, η θερμοκρασία, ήταν όλα της άνοιξης.
Θα τυπωνόταν το εξώφυλλο εκείνη την ημέρα. Είχα ήδη δει μια πρόχειρη εκτύπωσή του.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Διονυσία / παρουσίαση στην Athens Voice.


Λεπτομέρειες 389 / από τη Σταυρούλα Παπασπύρου.

Μετρημένες στα δάχτυλα είναι πια οι νέες εκδόσεις του «Ροδακιού». Να όμως που μετά τη Στέλλα Παναγιωτοπούλου και τη λεπτοκεντημένη της «Έξοδο προς την Καππαδοκία», ήρθε η σειρά του Αντώνη Νικολή να κάνει την έκπληξη. Η ιστορία της αλαφροΐσκιωτης και ποικιλοτρόπως κακοποιημένης «Διονυσίας» που εγκαταλείπει την Κω για να εξαϋλωθεί στην... ξελογιάστρα Αθήνα, είναι ένας αναπάντεχος συνδυασμός ηθογραφίας και ερωτικής λογοτεχνίας που σε κρατά ως το τέλος αιχμάλωτο.
Παρ’ ολίγον γιατρός που τελικά στράφηκε στην κλασική φιλολογία, ο Αντώνης Νικολής με τη στιβαρή πρόζα έχει πίσω του θεατρικά έργα σκηνοθετημένα από τους Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Παπαγεωργίου και τη νουβέλα «Το σκοτεινό νησί» (Εμπειρία-Εκδοτική). Αλίμονο σ’ εκείνους που προβλήθηκαν επί «ευημερίας» ως νέα ταλέντα, δεσμεύτηκαν με συμβόλαιο για ό,τι σχεδόν γράψουν στο μέλλον και τώρα απορρίπτονται ως αντιεμπορικοί...

Athens Voice, 26 - 4 – 2012, τεύχος 389.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (LIFO, τεύχος 289).


LIFO, ΒΙΒΛΙΟ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

4.4.2012

Η γυναίκα της Κω

Ο Αντώνης Νικολής επιχειρεί να σκιαγραφήσει την ελληνική κοινωνία μέσα από την ιστορία της Διονυσίας που εκδιώχθηκε από την "παραδοσιακή" Κω και βρέθηκε στους άγριους και σκληρούς δρόμους της πρωτεύουσας.

ΕΥΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ποιον δρόμο πρέπει να πάρει η νεοελληνική πεζογραφία, κατά συνέπεια πάσα προσπάθεια γίνεται δεκτή μέχρι νεωτέρας αποδόσεως. Το μυθιστόρημα του Νικολή, για παράδειγμα -εντυπωσιακό για την αφηγηματική του αντοχή- διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον και με τον φόβο πάντα ότι απειλείται από τον ίδιο τον εαυτό του. Γενικά, η δραματουργία στα καθ’ ημάς παίρνει τα πάνω της, αφού πρώτα περάσει απο τις συμπληγάδες της ηθογραφίας. Το πρόβλημα του «μύθον τινά διηγείσθαι» παραείναι μεγάλο για να περάσει απαρατήρητο. Μάλιστα, από τις πρώτες σελίδες αναρωτιέται κανείς: υπάρχει κάτι στον νεοελληνικό βίο που ν’ αξίζει να μυθιστοριοποιηθεί; Ο Νικολής, καθώς φαίνεται, έχει τους τρόπους για να θέσει ή να ξεφύγει από το πρόβλημα.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Η "Διονυσία" - περίληψη και δείγμα από το δελτίο τύπου.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΑ


Φωτογραφία στο εξώφυλλο: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Σχήμα 15Χ23,  σελ. 400,  τιμή: 20 €,  ISBN  978–960–8372–49–8
Εκδόσεις Το Ροδακιό, Μάρτιος 2012 – μυθιστόρημα –

Η Διονυσία ή Διονυσώ ή Διασουνιώ, στο νησί της Κω, έχει στον κήπο της τα πιο όμορφα λουλούδια και μυριστικά. Στην κουζίνα της, που αστράφτει από νοικοκυροσύνη, μαγειρεύονται οι πιο λεπτές γεύσεις της Δύσης και της Ανατολής. Κάπου ανάμεσα στα ζουμπούλια και στο μαλεμπί φωλιάζει ο κίνδυνος σα μαύρο χνουδωτό σκαθάρι. Βήμα το βήμα, σ’ ένα κυματιστό ψηφιδωτό από κοντινές λήψεις και αναδρομές, η Διονυσία διανύει το τόξο της γνώσης. Τελετουργική αναγκαιότητα ορίζει κάθε σταθμό αυτού του ταξιδιού προς την ανανέωση της ζωής μέσα από το μυστήριο του θανάτου. Άγγελος και Διόνυσος, θα τα γνωρίσει όλα, θα ανεβεί και θα κατεβεί, θα αγγίξει με τα χαρισματικά της δάκτυλα τις ζωές των άλλων και σαν αντάλλαγμα θα δώσει τη δική της. Οι τοίχοι γίνονται χάρτινοι, η λογική θρυμματίζεται, τα ρούχα δεν κρύβουν πια τίποτα. Από την Κω στην Αθήνα, από το 1997 ως το 2007, κάτι γινόταν δίπλα μας που μας ξέφευγε. Το πέρασμα της Διονυσίας από τη μεγάλη μας πόλη λούζει αυτή την αλήθεια με πολύ δυνατό φως.

«Συνέχιζε με βήμα άρρυθμο στον πεζόδρομο της Κάνιγγος, τον παράλληλο στην Πατησίων. Με κλειστά τα μαγαζιά, την κίνηση υποτονική, τις ακτίνες στην καθαρή από τη βροχή ατμόσφαιρα να κατεβαίνουν από τις πολυκατοικίες σαν από ψηλά φυλλώματα, στάθηκε για μια ανάσα στη μέση του πλακόστρωτου. Ξεφυσούσε ήσυχα και αργά. Ύστερα, λίγα βήματα παρακεί, σ’ έναν παρατημένο ξύλινο πάγκο, έσυρε με την παλάμη τις χοντρές σταγόνες στην επιφάνειά του, να την στεγνώσει λίγο, κάθισε κι ας βρεχόταν. Ίσιωσε κάθετα τη σπονδυλική στήλη, όρθωσε το λαιμό. Νοερά υψωνόταν, το κεφάλι της έφτανε και κατόπτευε τον έρημο δρόμο από το ύψος του πρώτου ορόφου των κτιρίων γύρω της, με τα χέρια της που επιμηκύνονταν κι αυτά, τακτοποιούσε χαμηλά το σακάκι, παρακάτω το παντελόνι της, έπειτα ανάερα το μεγάλο κυκλοτερές πλέγμα, το τεράστιο κρινολίνο με τα μικρά κουτάκια τα δεμένα στα σημεία που διασταυρώνονταν τα ακτινωτά κάθετα με τα κυκλικά οριζόντια ελάσματα, τον πελώριο κώδωνα-φούστα από τη μέση της έως τις πλάκες κάτω και ολόγυρά της. Τα αναρίθμητα μικρά κουτάκια της. Χρυσά με βυσσινιές κορδέλες. Η βροχή τα γυάλιζε. Ψιχάλιζε. Ανέβαζε το μέτωπο, ένιωθε τις σταγόνες στα κλειστά βλέφαρα. Κυλούσαν από τα μάγουλα στο λαιμό, κάτω απ’ τη λαιμόκοψη της μπλούζας στον κόρφο, στην κοιλιά της.»