Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Μούτσουο Τακαχάσι: Δεκαπεντάχρονος.

Μούτσουο Τακαχάσι (1937-), Ιάπωνας ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.


Δεκαπεντάχρονος

Άσπιλος και αθώος. Αθώος και άσπιλος.
Στη μεταπολεμική φτώχεια πριν από πενήντα χρόνια ήμουν αλήθεια τόσο αθώος
δεκαπέντε χρονών με τη μαθητική στολή και τον κολλαριστό ίσιο γιακά μου;
Ναι, ήμουν. Τόσο γεμάτος αθωότητα. Και άσπιλο κακό.
Μισούσα τους ανθρώπους με τόση σφοδρότητα. Ονειρευόμουν ότι τους σκότωνα.
Αλλά δε σκότωσα. Γιατί όπως έβγαινα για φόνο
τα δέντρα και τα νερά μπροστά μου κινούνταν συνεχώς και άλλαζαν
μέχρι που γρήγορα το μίσος μου διαλυόταν στο τοπίο.
Σήμερα όλη η σκηνογραφία της πόλης είναι τεχνητά σταθερή κι αμετακίνητη
δίχως τίποτα που να σβήνει τη δίψα των δεκαπεντάχρονων για αίμα.
Δίχως τη σκιά του, ο δεκαπεντάχρονος, πάνε πενήντα χρόνια πια,
χαμογελάει και λέει, Μακάρι τα νερά και τα δέντρα να μην ήτανε τόσο γενναιόδωρα.
Διαφορετικά θα ήμουν άσπιλος. Και δολοφόνος. Ένας δολοφόνος. Και
άσπιλος.
  
[Μούτσουο Τακαχάσι, Δεκαπεντάχρονος / στην πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Μουσούρη.]

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Η Οδός Φοινίκων.




Η Οδός Φοινίκων.

Η Οδός Φοινίκων είναι η αρχοντιά μας.
Δεν ξέρω αν βρίσκονται ακόμα στη ζωή συμπατριώτες μας που θυμούνται την πόλη δίχως το χαρακτηριστικότερο και ομορφότερο δρόμο της, νομίζω την πιο εμπνευσμένη από τις αισθητικές παρεμβάσεις των Ιταλών στο τοπίο της.
Δε σας κρύβω ότι απευθύνομαι περισσότερο στο θυμικό σας. Το ένα μετά το άλλο τα ογδοντάχρονα δέντρα χτυπημένα από το σκαθάρι, ξεραίνονται, ξεριζώνονται. Πρέπει να στενοχωρηθούμε, να δράσουμε.
Θυμάμαι αρχές του ’80 να περπατώ στην Ερμούπολη και να σκέφτομαι, ωραία πόλη αλλά εδώ οι φοίνικες, και εννοούσα τις βαγιές, είναι καχεκτικοί. Αλλά κι εκτός Ελλάδος, όταν επιστράτευα την περηφάνια για την πόλη μας, έλεγα «ναι, αλλά εμείς έχουμε την Οδό Φοινίκων». Σε μεγάλο καύσωνα του 1987 η Ελευθεροτυπία, δίχως να την κατονομάζει, εικονογραφούσε μ’ αυτήν τη φυγή σ’ ένα δροσερό ωραιότερο κόσμο. Όταν βρέθηκα μπροστά σε μια από τις πανοραμικές ομορφότερες εικόνες πόλης της ζωής μου, στην Αλφάμα της Λισαβόνας, ρούφηξε τη ματιά μου στο κέντρο της ένας φοίνικας. Στο ομώνυμο θεατρικό μου ακουγόταν το «Όπου φοίνικας και πατρίς», η Κως δηλαδή.
Γράφω φορτισμένος, βέβαια. Δεν αντέχω να περνάω από κει, δε σηκώνω πια το κεφάλι.
Δεν είμαι γεωπόνος. Γνώριζα από πολλά χρόνια το πρόβλημα, ενημερωμένος από το οικολογικά ευαίσθητο blog του Νίκου Κασέρη, όταν το περίμεναν, δεν είχε εντοπιστεί ακόμα το σκαθάρι στη Ρόδο, ωστόσο δεν είμαι ειδικός γνώστης. Ακουγόταν παλιά ότι προσβάλλει αδιακρίτως όλα τα φοινικοειδή. Μέχρι στιγμής, όμως, για παράδειγμα, δεν υπάρχει κρούσμα στις ουασινκτόνιες, δεν μπορεί τα σκαθάρια να είναι συνεννοημένα μεταξύ τους πρώτα να ξεπαστρέψουν τις βαγιές κι ύστερα να πάρουν σβάρνα τα υπόλοιπα είδη. Θέτω, εμπάση περιπτώσει, το ερώτημα: υπάρχουν είδη φοινίκων που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τις βαγιές της Οδού; Λέγεται επίσης ότι στο Ισραήλ κατάφεραν να μη χαθεί ούτε ρίζα. Αληθεύει αυτό;
Είμαστε μία κοινωνία τριάντα χιλιάδων ανθρώπων. Δεν επιτρέπεται να παρακολουθούμε μοιρολατρικά ένα τοσοδά έντομο να καταστρέφει το χαρακτήρα της πόλης μας. Να στείλουμε ανθρώπους επιτόπου στο Ισραήλ ή όπου αλλού. Να εισαγάγουμε έτοιμα αναπτυγμένα δέντρα άλλου παρεμφερούς φοινικοειδούς, αν υπάρχει που δεν προσβάλλεται. Όποιο κι αν είναι το κόστος, πρέπει να το καταβάλουμε.
Μου έλεγε ο Γιάννης Κασιώτης για κείνο το βλαχαδερό της χούντας που είχε βάλει στο μάτι τον πελώριο φίκο στο αλσύλλιο απέναντι από το Ξενία, είχε βγάλει διαταγή να το ξεριζώσουν, και τότε, (τόσα χρόνια πριν από τους Ατενίστας, και επί δικτατορίας!) ο ένας τον άλλο παρακινώντας μαζεύτηκε κόσμος, κύκλωσαν το δέντρο και κατάφεραν να το σώσουν. Την ιστορία αυτή την έχω όταν μιλάω σε ξένους για μας τους Κώους, για να υπερηφανεύομαι.    
Η Κως είναι τουριστικός τόπος, οτιδήποτε της χαρίζει ιδιαιτερότητα, χαρακτήρα, επωνυμία, πρέπει να το διαφυλάσσουμε πάση θυσία.
Δεν μπορεί να μην υπάρχει λύση. Την Οδό Φοινίκων πρέπει να τη σώσουμε. Είναι η αρχοντιά μας. 

[Δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κω, Τρίτη 19 φεβρουαρίου 2013.]

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Σαπφώ: δύο δίστιχα.




 Ἔρος δ’ ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.

Ο έρωτας μου τίναξε τις φρένες
σαν ο άνεμος λυγώντας τις βελανιδιές στις πλαγιές.
 

Ἦλθες, κάλ’ ἐπόησας, ἔγω δέ σ’ ἐμαιόμαν,
ἂν δ’ ἔψυξας ἔμαν φρένα καιομέναν πόθῳ.

Ήρθες, τι καλά που έκανες, πόσο σε λαχταρούσα
δροσιά στην ψυχή μου που την έκαιγε ο πόθος.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Ο αρχετυπικός τηλεοπτικός καναπές μας.


Athens Voice, 18/02/2013, city news + voices >>
 
Ο αρχετυπικός τηλεοπτικός καναπές μας
Εκείνα τα χρόνια με τα τηλεοπτικά ριάλιτι είχα κάνει μία μικρή παρατήρηση. Παρακολουθώντας σκηνές από ένα-δυο ξένα σχετικά προγράμματα, με εντυπωσίασε ότι εκεί οι παίκτες εκφράζονταν σαν να μην τους κατέγραφαν οι κάμερες. Για την ακρίβεια, σαν να μην είχαν οικογενειακά περιβάλλοντα, σπίτια όπως λέμε νεοελληνιστί, να μην ντρέπονταν για τα λεγόμενα ή τα καμώματά τους. Σαν μόνοι, ανάμεσα σε συνομήλικους φίλους.
Έπρεπε να σκεφτώ ότι εκείνοι ζούσαν σε ομαλά αστικοποιημένες κοινωνίες, χειραφετημένοι από την οικογένεια – βασικό κοινωνικό κύτταρο, σε κράτη με θεσμούς που ενισχύουν την ατομικότητα. Αλλά για τη σκέψη αυτή χρειαζόταν η σύγκριση. Να συσχετίσω αυτές τις εικόνες με τις αντίστοιχες δικές μας.
Οι δικοί μας παίχτες απευθύνονταν στην ομήγυρη του καθιστικού μπροστά στην τηλεόραση, και μάλιστα στην αρχετυπική της εκδοχή, του ’70: σε γονείς, αδέλφια, παππούδες, θείους, δεν αποκλείεται λίγο περισσότερο σόι, ίσως και λίγη γειτονιά. Ακόμα και οι προερχόμενοι από ολιγομελείς πυρηνικές οικογένειες συνεκδοχικά αυτόν τον αρχετυπικό καναπέ λογαριάζουμε για κοινωνία. Ένα τσούρμο συγγενείς και φίλους που στριμώχθηκαν στον καναπέ, σε πολυθρόνες, καρέκλες, σκαμπό, περιμένοντας πότε θ’ αρχίσει το «Λούνα Παρκ» του μακαρίτη Δαλιανίδη.
Εύλογα η φαντασιακή αυτή ομήγυρη καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις συμπεριφορές, τα λόγια, τις γκριμάτσες, τις χειρονομίες των παικτών. Αλλά επίσης μπέρδευε, θόλωνε τα πορτρέτα τους: δεν είναι εύκολο να μιλάς στο συμμαθητή σου, όταν ξέρεις και υπολογίζεις ότι σ’ ακούνε οι παππούδες ή οι γονείς σου –από τους οποίους εξαρτάσαι–, και ταυτόχρονα να είσαι αυθόρμητος. (Ακόμα και το αφεντικό-ιδιώτης ή το κράτος των πολιτικάντηδων με κάποιο τρόπο στον ίδιο καναπέ είναι θρονιασμένοι.) Μίλαγαν, λοιπόν, την ιδιόλεκτό τους, αλλά σε πιο «κόσμια» εκδοχή, εξέθεταν τον εαυτό τους, αλλά ασφαλώς λογοκριμένο. Ούτε ήταν τυχαίο ότι σε κείνες τις εκπομπές τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών τα μεγαλωμένα στο εξωτερικό –κάπως πιο χειραφετημένα αυτά– ήταν αμεσότερα, πιο ευθέα στις αντιδράσεις, πιο αυθεντικά και στο τέλος και πιο δημοφιλή.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Μούσα Παιδική σε μετάφραση Γιώργου Ιωάννου.





 Steve Walker (1961-2012)

(Ποιήματα από την Παλατινή Ανθολογία, Στράτωνος Μούσα Παιδική, στην έξοχη μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου. [Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979]
Για το καλό της μέρας.)


(133) ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ

Ἕλκος ἔχων ὁ ξεῖνος ἐλάνθανεν∙ ὡς ἀνιηρὸν
πνεῦμα διὰ στηθέων, εἶδες, ἀνηγάγετο,
τὸ τρίτον ἡνίκ’ ἔπινε∙ τὰ δὲ ῥόδα φυλλοβολεῦντα
τὠνδρὸς ἀπὸ στεφάνων πάντ’ ἐγένοντο χαμαί.
ὤπτηται μέγα δή τι∙ μὰ δαίμονας, οὐκ ἀπὸ ῥυσμοῦ
εἰκάζω∙ φωρὸς δ’ ἴχνια φὼρ ἔμαθον.

Κρυφή πληγή είχε ο ξένος μας μα δε φαινόταν.
Πρόσεξες όμως τι βαρύς τού ξέφυγε αναστεναγμός,
καθώς κατέβαζε το τρίτο του ποτήρι;
Και τα στεφάνια με τα ρόδα που φορούσε ο άντρας
φυλλορροώντας σκόρπισαν στο δάπεδο όλα.
Ψηνότανε ο άνθρωπος από μεγάλο ντέρτι.
Και δεν το εικάζω αυτό, μα τους θεούς,
απ’ τις συμπτώσεις. Αλλά εγώ ένας κλέφτης,
μυρίστηκα τα ίχνη του άλλου κλέφτη.


(208) ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ

Εὐτυχές, οὐ φθονέω, βιβλίδιον∙ ἦ ῥά σ’ ἀναγνοὺς
παῖς τις ἀναθλίψει, πρὸς τὰ γένεια τιθείς∙
ἢ τρυφεροῖς σφίγξει περὶ χείλεσιν, ἢ κατὰ μηρῶν
εἰλήσει δροσερῶν, ὦ μακαριστότατον∙
πολλάκι φοιτήσεις ὑποκόλπιον, ἢ παρὰ δίφρους
βληθὲν τολμήσεις κεῖνα θιγεῖν ἀφόβως.
πολλὰ δ’ ἐν ἠρεμίῃ προλαλήσεις∙ ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν,
χαρτάριον, δέομαι, πυκνότερόν τι λάλει.

Μικρό καλότυχο βιβλίο, ευτυχές βιβλίδιο,
φθόνο δε νιώθω, όταν κάποιο αγόρι
μόλις σε διαβάσει, σε τρίβει στο πιγούνι πάνω,
στα τρυφερά τα χείλη του σ’ αγγίζει,
σε βάζει, ω μακαριστότατο, ανάμεσα
στους δροσερούς μηρούς του ανοιγμένο.
Πολλές φορές απ’ το πουκάμισό του κάτω
θα κουρνιάσεις, κι άλλοτε πάλι δίπλα στους δίφρους
αφημένο, δίχως δισταγμό θ’ αποτολμήσεις
πάνω σε κείνα τα ωραία ν’ ακουμπήσεις.
Πολλά εσύ μες στη γαλήνη, πριν από κάθε άλλον
θα του ψιθυρίσεις∙ γι’ αυτό μικρό βιβλίο,
ω χαρτάριον, δέομαί σου, μεσίτευε υπέρ ημών
κάπως συχνότερα.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Hibrahim Ferrer & Omara Portuondo: Silencio.

Ο Ιμπραήμ Φερέρ (20 Φεβρ. 1927 - 6 Αυγ. 2005) και η Ομάρα Πορτουόντο από τους Buena Vista Social Club στο κουβανέζικο μπολερό Silencio.

Σιωπή

κοιμούνται στον κήπο μου
τα άσπρα κρίνα, τα νάρδα, τα τριαντάφυλλα
η καρδιά μου θλιμμένη, περίλυπη
κρύβει από τα λουλούδια τον πικρό της πόνο
να μη μάθουν
τα βάσανα, τον πόνο της ζωής μου
και μόνο να ξέρανε πόσο υποφέρω
θα κλαίγανε κι αυτά μαζί μου

σιωπή, κοιμούνται
τα νάρδα και τα κρίνα
να μη μάθουνε τον πόνο μου
γιατί σαν αντικρίσουνε τη λύπη μου θα μαραθούν

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Η Διονυσία στο blog Θωμάς Ξωμερίτης.

Ο καθρέπτης



…Της εντυπώθηκε επίσης το κήρυγμα από τον εμπνευσμένο ιερέα, να κρατήσουμε αναμμένη την καντήλα, την πίστη μας, μπροστά στην εικόνα Του πού είμαστε, να μην εκπέσουμε σε είδωλα, σαν να λέμε, να μη λατρέψουμε μήτε ν’ αφήσουμε τους άλλους να λατρέψουν τον εαυτό μας. Έβγαινε στην πόλη ευτυχισμένη. Κάπου-κάπου τη δρόσιζε ένα πρώιμα ανθισμένο κλαδί νεραντζιάς. Σε ρεκλάμα χρυσοχοείου χαμηλά, μετά την Ερμού, διάβαζε την ώρα και την ημερομηνία, 11:17, 29/2/04. Πράγματι, το 2004, είναι δίσεκτο…
Αντώνης Νικολής, «Διονυσία», εκδόσεις «Το Ροδακιό»

(Φιλοξενία αισθαντική και τιμητική πολύ.)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Διονυσία / παρουσίαση στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ.

Περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, από τη στήλη του Γιώργου Κορδομενίδη βιβλία στο κομοδίνο, τχ. 97, Μάιος - Ιούλιος 2012: 

Αντώνης Νικολής, Διονυσία: Μυθιστόρημα (Το Ροδακιό). Μαρτυρολόγιο μιας μεσήλικης γυναίκας
από την Κω, που η δύσκολη οικογενειακή της ζωή την εξορίζει στην Αθήνα, όπου γνωρίζει το σκληρό και άγριο πρόσωπο της μεγαλούπολης· καλοδουλεμένη γλώσσα, ρεαλιστική ακρίβεια και ερωτικός αισθησιασμός σε ένα αξιοπρόσεκτο, σε γενικές γραμμές, αφήγημα, μας φανερώνει έναν ταλαντούχο πεζογράφο, που καταφέρνει να ξεπεράσει τον σκόπελο της ηθογραφίας.

(Δυο καλά λόγια του Γ.Κ. δημοσιευμένα πριν από μισό χρόνο που εντόπισα πολύ πρόσφατα.)

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Amália Rodrigues: Barco Negro.

Αμάλια Ροντρίγκες (23 Ιουλίου 1920 – 6 Οκτωβρίου 1999). Μαύρο Καράβι.
(...)
το μαύρο καράβι σου χόρευε στο φως
είδα το μπράτσο σου που σάλευε στ' ανοιγμένα πανιά
οι γριές κάτω στην παραλία λένε δε θα γυρίσεις

είναι τρελές! είναι τρελές!

εγώ το ξέρω, αγάπη μου,
πως δεν έφυγες καν
όλα γύρω μου μού λένε
είσαι πάντα μαζί μου 
είσαι πάντα μαζί μου

στον άνεμο που χτυπά την άμμο στα τζάμια
στο τραγούδι του νερού, στη φωτιά που σιγοσβήνει
στη ζεστασιά του κρεβατιού, στις άδειες καρέκλες
στο στήθος μου
είσαι πάντα μαζί μου

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Κτήνος από τον τόπο μας.

Αντώνης Νικολής:
Κτήνος από τον τόπο μας.
athens voice, 28/01/2013, city news and voices.

Όπως όλα τα φαινόμενα σε τούτον τον πλανήτη, έτσι και ο λαϊκισμός από τόπο σε τόπο εμφανίζει παραλλαγές, μικρές ή μεγαλύτερες ιδιομορφίες.
Δεν είμαι για κάποιον λόγο ειδικός, αντιλαμβάνομαι το πράγμα κυρίως από άποψη αισθητική. Ήμουν είκοσι ενός το 1981 όταν άρχιζε ο εκτραχηλισμός του ντόπιου λαϊκισμού, μεγαλώνω (όπως όλοι) έκτοτε μαζί του, εκείνος –η αλήθεια– με τερατώδη αυξητικό ρυθμό, την τελευταία τριετία ιδίως και όσο περιφέρεται ανά τις ρούγες της χρεοκοπημένης πατρίδας λυτός, πελώριος κι αλαφιασμένος, γκρεμίζοντας ό,τι τελευταίο απόμεινε όρθιο. Κτήνος θηριώδες. Από την άλλη, βέβαια, κατανοώ ότι δε γίνεται να υπάρξει σύγχρονη κοινωνία δίχως κάποια μορφή λαϊκισμού. Ας πούμε ότι ο δικός μας έχει πρόβλημα διαστάσεων (δεν τον χωράει πια ο τόπος), ότι τον κανακέψανε υπέρ το δέον πολιτικάντηδες και τηλεοράσεις, όμως, από την άλλη, είναι επίσης άδικο να μη γίνεται λόγος για τα ιθαγενή πολιτιστικά χαρακτηριστικά του, τη γνήσια νεοελληνική κοψιά του. Αλλά, ας βάλω μία τάξη.