Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο υπέροχος Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.


Ο Francis Scott Fitzgerald (24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940) ανήκει στην αποκαλούμενη Χαμένη Γενιά των Αμερικανών συγγραφέων (Χέμινγουεϊ, Φιτζέραλντ, Ντος Πάσος κ.ά.). Μολονότι πέθανε στην πολύ νεαρή για πεζογράφο ηλικία των 44 χρόνων, πρόλαβε να γράψει πέντε μυθιστορήματα (το πέμπτο ημιτελές) και πολλά διηγήματα. Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ (The Great Gatsby), κατά την εκτίμηση πολλών το καλύτερο από τα έργα του, εκδόθηκε το 1925. Ο Τ. Σ. Έλιοτ έγραψε γι’ αυτό ότι είναι «το πρώτο βήμα που έχει κάνει το αμερικανικό μυθιστόρημα από την εποχή του Χένρυ Τζέιμς».  
Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ καταγράφεται ο αμερικανικός μεσοπόλεμος, πολύ κοντά σ’ ό,τι στις μέρες μας ονομάζουμε ατμόσφαιρα ή κόσμο του life style. Ανεμελιά, ελαφρότητα, χαρωπός εύκολος πλούτος, πολύ ύφος, πολλή επιφάνεια. Ο Φ. Σ. Φιτζέραλντ δε δυσφορεί, δεν καταγγέλλει. Μα ούτε εξωραΐζει. Στο φινάλε το πάρτι θα τελειώσει άσχημα, βέβαια.
Ο Γκάτσμπυ είναι αυτός που οικειοποιείται έναν τρόπο ή ένα επίπεδο ζωής ανώτερό του, που δεν του ανήκουν, και που βρέθηκε εκεί ύστερα από μια αμφιλεγόμενη ή σκοτεινή διαδρομή, σπρωγμένος όμως από φωτεινό κίνητρο, να ξαναφέρει κοντά του την παντρεμένη με άλλον πια, παλιά ερωμένη του, Νταίζη. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς επί μακρόν για το περιεχόμενο της αφήγησης, το υλικό ή ακόμα και την πλοκή, επίσης για τον επινοημένο αφηγητή (ομοδιηγηματικό) Νικ Κάραγουεϊ, έναν εργαζόμενο στη Γουόλ Στριτ, χρηματιστή, τον καταλληλότερο να παρεισφρήσει στον κόσμο των ηρώων. Αλλά στο εν λόγω μυθιστόρημα όντως υπέροχη είναι η ίδια η αφήγηση.
Φευγαλέες λεπτών αποχρώσεων πινελιές, γρήγορες εναλλαγές εικόνων, συνειρμική και με τον τρόπο της χαλαρής μνήμης ανέλιξη, σχεδόν ιμπρεσιονιστική, μεταφορές και παρομοιώσεις που αιφνιδιάζουν, υψηλό ύφος. Το πιο ενδιαφέρον, νομίζω, ότι παρόλο που νεωτερική λογοτεχνία (που δεν έχει να ζηλέψει από τις αντίστοιχες σύγχρονές της ευρωπαϊκές), εντούτοις με το να μην καταργεί την προοικονομία στην πλοκή, ενδεχομένως γιατί αλλιώς δε θα είχε καμιά τύχη στην τότε αμερικανική εκδοτική αγορά, γίνεται εν μέρει μετανεωτερική, έρχεται και ως προς αυτό κοντύτερά μας.

Μερικά αποσπάσματα:

Σελ. 28: Το μόνο πραγματικά σταθερό αντικείμενο στο δωμάτιο ήταν ένας τεράστιος καναπές στον οποίο είχαν μισοξαπλώσει δύο νεαρές γυναίκες που έμοιαζαν ν’ αναπαύονται μέσα σ’ ένα προσγειωμένο αερόστατο. Ήταν ντυμένες κι οι δυο στα λευκά και τα φορέματά τους  φτερούγιζαν σαν να είχαν μόλις κατέβει από μια πτήση γύρω από το σπίτι. Θα πρέπει να στεκόμουν εκεί για λίγα λεπτά ακούγοντας το μαστίγωμα και το τίναγμα των κουρτινών και το τρίξιμο του πίνακα στον τοίχο.

Σελ. 36: Μια τελευταία ηλιαχτίδα έπεσε ρομαντικά στο λαμπερό της πρόσωπο. Η φωνή της με πολιορκούσε καθώς άκουγα με κομμένη την ανάσα – μετά η λάμψη ξεθώριασε, το φως άρχισε να την εγκαταλείπει αργοπορώντας σαν να μετάνιωνε, όπως τα παιδιά που αφήνουν τη χαρά του παιχνιδιού στο δρόμο το σούρουπο.

Σελ. 57: Η κυρία Γουίλσον είχε αλλάξει το ταγέρ της εδώ και κάμποση ώρα και τώρα είχε φορέσει ένα κομψό απογευματινό φόρεμα, που είχε χρώμα κρεμ και σάρωνε το δωμάτιο με αδιάκοπο θρόισμα. Η αλλαγή του φορέματος έδειχνε να έχει επιδράσει και στην προσωπικότητά της. Η ζωηρή διάθεσή της που ήταν τόσο αξιοπρόσεκτη στο γκαράζ είχε μεταβληθεί σε μια αφ’ υψηλού νωχέλεια. Το γέλιο της, οι κινήσεις της, οι εκδηλώσεις της είχαν γίνει πολύ πιο αρχοντικές και το δωμάτιο έμοιαζε να μικραίνει όλο και περισσότερο όσο εκείνη γινόταν το επίκεντρο της προσοχής μέσα στη γεμάτη κάπνα ατμόσφαιρα.

Σελ. 160: «Ίσως ξέρεις αυτή την κυρία». Ο Γκάτσμπυ έδειξε μια τρομερή, ελάχιστα ανθρώπινη γυναίκα, η οποία έμοιαζε περισσότερο με ορχιδέα που καθόταν κάτω από μια ανθισμένη δαμασκηνιά. Ο Τομ και η Νταίζη την κοίταζαν με εκείνο το παράξενα εξωπραγματικό συναίσθημα που συνοδεύει την αναγνώριση κάποιας μέχρι πριν λίγο μυθικής διασημότητας του σινεμά.

Σελ. 181: «Η φωνή της είναι γεμάτη αδιακρισία», παρατήρησα. «Είναι γεμάτη…» Δίστασα. «Η φωνή της είναι γεμάτη χρήμα», είπε ξαφνικά. Αυτό ήταν. Ποτέ πριν δεν το είχα καταλάβει. Ήταν γεμάτη χρήμα. Αυτό ήταν το μυστικό της αστείρευτης γοητείας της, εκεί τη χρωστούσε, από κει ακουγόταν το τραγούδι της, ο ρυθμός του, τα κύμβαλά του…

Σελ. 200: Έριξα μια ματιά στην Νταίζη, που κοιτούσε τρομοκρατημένη κάπου ανάμεσα στον Γκάτσμπυ, το σύζυγό της και την Τζόρνταν, που είχε αρχίσει να ισορροπεί ένα αόρατο αντικείμενο στην κορυφή του σαγονιού της, κι αυτό έδειχνε να έχει απορροφήσει όλη της την προσοχή.

Σελ. 202: [την πιο κρίσιμη στιγμή νάσου κι ένας Έλληνας] Ο νεαρός Έλληνας, ο Μιχάλης, που είχε το καφέ στους σταχτόλοφους, ήταν ο βασικός μάρτυρας της ανάκρισης.

Σελ. 237: Θα πρέπει να είχε κοιτάξει προς τα πάνω, στον εχθρικό ουρανό, μέσα απ’ τα τρεμάμενα φύλλα και να τον διαπέρασε ένα ρίγος, όταν ανακάλυψε πόσο παράξενο πράγμα είναι ένα τριαντάφυλλο και πόσο ωμό είναι το λιόφωτο πάνω από το μόλις κουρεμένο γρασίδι.

Σελ. 258: Ήταν έτοιμη να πάει να παίξει γκολφ και θυμάμαι πως έμοιαζε με ωραία φωτογραφία από διαφήμιση, με το πιγούνι της ανασηκωμένο παιχνιδιάρικα, τα μαλλιά της στο χρώμα των φθινοπωριάτικων φύλλων, με το πρόσωπό της στην ίδια καφέ απόχρωση όπως και το χωρίς δάχτυλα γάντι στο γόνατό της.

[Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφραση Γρηγόρης Παπαδογιάννης, ΤΟ ΒΗΜΑ 2013– σειρά: χάρτινοι έρωτες της μεγάλης οθόνης, εισαγωγικό σημείωμα: Γιάννης Ζουμπουλάκης, σελ. 270]

 Η Λάνα ντελ Ρέι στο Young and beautiful από τη μουσική επένδυση της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν The Great Gatsby (2013) με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Η Θεία Χάρη αγαπάει την ειρωνεία.

Η Θεία Χάρη αγαπάει την ειρωνεία

Athens Voice, 02/12/2013 - 13:18 

Η συμπερίληψη του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου στα ανθρώπινα δικαιώματα, όσο και η επέκταση του πολιτικού γάμου στα ζευγάρια όμοιου φύλου αποτελούν σήμερα ζητήματα αιχμής στις κοινωνίες της φιλελεύθερης δύσης.
Εδώ, σ’ εμάς, αντίθετα, σηκώσανε πάλι τα λάβαρα της αντίδρασης οι γνωστοί ιερωμένοι, άρχισαν ξανά τις υστερικές απειλές και το μίσος. Διευκρινίζοντας κιόλας ότι δε μισούν τους ομοφυλόφιλους, αυτούς τους αξιολύπητους, ότι μισούν και βδελύσσονται το ειδεχθές πάθος τους, την ομοφυλοφιλία. Απίστευτα στρεψόδικο σόφισμα, – ποιος άραγε δικηγορίσκος να το υπέδειξε. Αμέσως ένα κομμάτι της πολιτικής τάξης, βουλευτές του κατεξοχήν –τρομάρα του– αστικού κόμματος λουφάξανε, βάλανε την ουρά στα σκέλια.
Η λογική και τα επιχειρήματα σε πραγματικότητες όπως η τωρινή νεοελληνική δε φτουράνε και πολύ. Απευθυνόμενος, λοιπόν, στη μήτιν –να ονομάσω κομψά την πονηρία– του ελληνορθόδοξου ιερατείου, θα ήθελα να σημειώσω κάτι που μάλλον τους διέφυγε. Τον τελευταίο καιρό όχι μόνο προτεσταντικές, αλλά και η μεγάλη και σοφή στην επικοινωνία και τη διπλωματία της καθολική εκκλησία, έκαναν, εντυπωσιακή στροφή στις απόψεις τους περί ομοφυλοφιλίας, γάμου ομοφύλων κ.λπ., – δεν είναι αυτό που τους διέφυγε, θα εξηγηθώ παρακάτω.
Ο πάπας δεν είναι ποτέ ένα άτομο μόνο ούτε τα λόγια του ακριτομυθίες προς δημοσιογράφους, ειδικά όταν όπως ο νέος πάπας Φραγκίσκος Α’ δείχνει νους εξαιρετικής ευελιξίας και βαθιάς καλλιέργειας. Σταχυολογώ από τις δηλώσεις του προ διμήνου περίπου, όπως αναδημοσιεύτηκαν στον ελληνικό τύπο, ορισμένες φράσεις.
«Η εκκλησία έχει το δικαίωμα να εκφράσει την άποψή της, αλλά ο Θεός, με τη δημιουργία της πλάσης, μας χάρισε την ελευθερία. Κάτι που σημαίνει ότι η πνευματική παρέμβαση στην προσωπική ζωή, δεν είναι δυνατή.»
«Όποιος κηρύττει το λόγο του Θεού, πρέπει να μεταδίδει ζεστασιά στην καρδιά, να περπατά μέσα στο σκοτάδι μαζί με τους ανθρώπους, καταφέρνοντας να μη χαθεί. Το ποίμνιο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας θέλει ποιμένες και όχι κληρικούς-ιθύνοντες.»
«Η εξομολόγηση δεν πρέπει να μοιάζει με βασανιστήριο, αλλά να εμπνέεται από το αίσθημα του ελέους, με το οποίο ο Κύριος μας ωθεί να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε.»
«Το πιο σημαντικό είναι να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο αντί να επικεντρωνόμαστε συνεχώς στην άμβλωση, τους γάμους των ομοφυλόφιλων, τη χρήση αντισύλληψης.»
«Αν ένα πρόσωπο είναι ομοφυλόφιλος και αναζητεί τον Κύριο και είναι καλοπροαίρετος, ποιος είμαι εγώ για να τον κρίνω;»
Οποιοσδήποτε, νομίζω, μπορεί να συναγάγει ότι άλλο «οι απόψεις της εκκλησίας» άλλο η εκ Θεού «ελευθερία στην προσωπική ζωή», επίσης ότι ο κληρικός δεν πρέπει να ηθικολογεί, ότι το κήρυγμα του Ευαγγελίου δε σχετίζεται με αμβλώσεις, γάμους ομοφύλων κ.λπ., αλλά και από το «ποιος είμαι εγώ για να κρίνω έναν ομοφυλόφιλο», –μέσα σε μια φράση όλη η καλή χριστιανική θεολογία–, και το πιο ενδιαφέρον, ότι άτυπα όμως εκούσια ο ίδιος ο πάπας αποποιείται το αλάθητο. Είμαι, σαν να λέει, ένας αδύναμος ταπεινός άνθρωπος, γιατί να ξέρω, και αν ισχυριστώ ότι ξέρω, γιατί να μην έχω πολλές πιθανότητες να σφάλλω.
Μία κυνική ερμηνεία, βέβαια, των παραπάνω δηλώσεων θα ήταν ότι μαζεύτηκαν τόσοι φάκελοι σεξουαλικών σκανδάλων στο Βατικανό, που το πράγμα πια δύσκολα μαζεύεται ή κουκουλώνεται, οπότε αποφάσισαν σταδιακά να του αλλάξουν διαβάθμιση.
Γιατί όμως να μην ισχύει και μία άλλη εκδοχή, όχι και τόσο απίθανη: τι θα γίνει, αν σε πέντε - δέκα χρόνια, –ορισμένοι εκτιμούν ότι επίκειται–, έχουμε την επιστημονική - βιολογική απόδειξη ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι εκ γενετής καθορισμένος, ενδεχομένως εν μέρει και γονιδιακά; Να το πω απλά, όταν επιβεβαιωθεί αυτό που νιώθουμε βαθιά οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι, ότι ο προσανατολισμός είναι φύσει στοιχείο, ή να το διατυπώσω θεολογικά, ότι οι ομοφυλόφιλοι αποτελούμε επίσης πρόνοια της οικονομίας του Θεού; Όλοι οι άλλοι δικαιούνται αφού τινάξουν τους ώμους να αποδώσουν ό,τι κακό προηγήθηκε σε προκαταλήψεις και στερεότυπα, και ωραιότατα να ανανεώσουν ήθη και συμπεριφορές.
Ωραιότατα, αλλά εσείς οι ποικιλώνυμοι φορείς της εξ αποκαλύψεως αληθείας των μονοθεϊστικών θρησκειών, ιερείς και κήρυκες και άλλοι θεόπνευστοι κήνσορες, πού πάτε; Εσείς δεν έχετε δικαίωμα να τινάζετε απλώς τους ώμους. Τα πογκρόμ; Οι θανατώσεις; Τα εγκλήματα; Οι αυτοκτονίες; Οι προπηλακισμοί, οι διασυρμοί, η κακή ποιότητα της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων, αυτό το αιώνων διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας γιατί δε σας φώτισε ποτέ η Θεία Χάρη να το σταματήσετε; Γιατί ακόμα και στο 2013 υποκινείτε σε μίσος και στα συνακόλουθά του; Γιατί εννοείτε να ευλογείτε αυτοκίνητα και μαγαζιά και αποθήκες και όχι την αγάπη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους; Να αντιδράτε λυσσαλέα όταν οι πολιτικά υπεύθυνοι πάνε να επιλύσουν όσα προβλήματα συνεπάγεται η σε βάρος των ομοφυλοφίλων ανισότητα;
Γυρίστε τώρα στις δηλώσεις του ποντίφικα, δείτε τι καλά που κουμπώνουν με τις ερωτήσεις της προηγούμενης παραγράφου.
Γιατί, καταπώς θα ’λεγε και ο Ροΐδης, ενώ εν Μακόνι της Γαλατίας το 781 συγκλήθηκε σύνοδος με μόνο θέμα το αν οι γυναίκες είναι πράγματι άνθρωποι, (και αποφάνθηκαν τότε οι άγιοι ιεράρχες ότι οι γυναίκες είναι όντως άνθρωποι, mulieres esse homines), γιατί δε σας φώτισε για μία ανάλογη σύνοδο και για τους ομοφυλόφιλους; Ή μήπως, τελικά, ο Θεός και η Χάρη του είναι τόσο μακριά, τόσο δυσπρόσιτοι, τόσο πέρα από τα ανθρώπινα, που ας αρκεστούμε σ’ όσα ψαχουλεύει ο νους που ερευνά, η επιστήμη;
Μ’ έμαθε ο Σοφοκλής την ύβριν της αθεΐας να μην τη διατυπώσω ποτέ, τους πιστούς να μην τους κοροϊδέψω ποτέ τυφλούς «τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα / και στ’ αυτιά και στο νου και στα μάτια», και τίποτα δε ζηλεύω όσο την πίστη στον Θεό. Άλλωστε κάνω και μία ακόμα σκέψη, αν εγώ ένας απλός συγγραφέας ξέρω πόσο ανώτερη και πολυπλοκότερη υφολογικά είναι η ειρωνεία από την προσωποποίηση, γιατί Εκείνος να μην το ξέρει; Γιατί να σας διαφωτίσει με τη φωνή ή με τη σκέψη, με ηχηρές ή άηχες λέξεις των ανθρώπων, και όχι με την ειρωνεία; Δηλαδή, πόσο περισσότερο, αιώνες τώρα, να γέμιζε μητροπόλεις και μοναστήρια με ομοφυλόφιλους; Που ανάμεσά τους συναριθμούνται και μερικοί από τους πιο ενάρετους ιερωμένους, – το ξέρετε. Πόσο ηχηρότερα να το φωνάξει;
«Ή μικρός - μικρός παντρέψου ή μικρός - μικρός καλογερέψου», ήμουνα δεν ήμουνα είκοσι οχτώ και μου το ’λεγε όλο τσαχπινιά ένας τρυφερός και καλόκαρδος μοναχός. Αγαπώ το βυζαντινό μέλος, το ορθόδοξο τελετουργικό, εκκλησιάζομαι συχνά.
Σφυρίζει ο αέρας καμιά φορά, ανεμίζουν τα λεπτής ύφανσης άμφια στον ανάλαφρο βηματισμό όσων τα φορούνε, λέω στον εαυτό μου, μην κολάζεσαι, δεν είναι του πειρασμού το θρόισμα, είναι το απειράγαθο γελάκι του Θεού, φυσάει την ανάσα του, μας γεμίζει χάρη. Γελάει με τις ανοησίες μας. Πάντως, μην παρεξηγηθώ: τη φωνή ή το γέλιο Του δεν το άκουσα ποτέ. Το εικάζω μόνο.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Το άσπρο φως των Αμερικανών.

Το άσπρο φως των Αμερικανών

Athens Voice, 25/11/2013 - 12:57 

Την προπερασμένη Κυριακή, ανήμερα της επετείου, πέρασα μπροστά από το πολυτεχνείο κατευθυνόμενος προς την Κολοκοτρώνη, προς το Φωταγωγό, το στέκι και βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Το Ροδακιό. Οφειλόταν, άραγε, στην ελαφριά μουντάδα της ημέρας, στην ήπια μελαγχολία του κυριακάτικου απογεύματος, στο θέαμα καθαυτό ίσως, αλλά διασχίζοντας το πεζοδρόμιο με τους πάγκους επί της Πατησίων, χαζεύοντας φυσιογνωμίες και σκαριά ανθρώπων, είχα την εντύπωση ότι περπατούσα σε κινηματογραφικό πλατό για το γύρισμα ταινίας εποχής.
Κάπως σαν να διαστέλλεται ο χρόνος στη μνήμη μας. Αν το καλοσκεφτούμε, τα τελευταία τρία χρόνια αποτιμώμενα εντός μας λογαριάζονται για πολύ περισσότερα. Ίσως από την πληθώρα των εντυπώσεων, από την ένταση των εκλυόμενων συναισθημάτων μας. Σπάνε στερεότυπα, διαλύονται βεβαιότητες, διατυπώνουμε δημόσια σκέψεις που άλλοτε θα έμοιαζαν αδιανόητες, ακόμα και βλάσφημες. Ο Δημήτρης Φύσσας, για παράδειγμα, απ’ αυτήν εδώ την εφημερίδα αναρωτήθηκε γιατί δεν οργανώνουμε και πορείες προς την ιρανική πρεσβεία μνήμης ένεκεν των μηδικών.
Η ιστορία όπως και ευρύτερα η ζωή είναι έννοιες ιδιαίτερα περίπλοκες. Απαιτείται νηφάλιος στοχασμός όταν κανείς τις αναλογίζεται ή τις σπουδάζει, και η καλύτερη στάση είναι πάντοτε της ειρωνείας (της κριτικής απόστασης, του ελέγχου, της αμφισβήτησης). Πόσο παιδαριώδης μπορεί να είναι η πολιτική σκέψη που συντηρεί ως εθιμοτυπική τελετουργία την πορεία διαμαρτυρίας προς την αμερικάνικη πρεσβεία; «Αμερικανοί, φονιάδες των λαών» ακόμα; Έκαψαν και ερήμωσαν, έσφαξαν τους άντρες και πούλησαν δούλους τα γυναικόπαιδα όπως εκδικούνταν πρώην συμμάχους ή αντιπάλους στα πλαίσια της ηγεμονίας τους οι πολίτες της αθηναϊκής, της πρώτης και μόνης άμεσης δημοκρατίας, (κατά πώς θα ’λεγε κι ένας αγορητής στη Βουλή των Εφήβων, ή ένας αγανακτισμένος παλίμπαις στην πλατεία Συντάγματος); Με το συμπάθιο οι απανωτές ρητορικές ερωτήσεις, είναι η φύση του πολιτικού λόγου που τις σηκώνει. Μολονότι η διάθεσή μου σήμερα είναι κατά τι ποιητικότερη.
Στο υπόλοιπο του δρόμου μου ως την Κολοκοτρώνη, πράγματι, κυλήσανε στο μυαλό μου πιο χαλαροί συνειρμοί, δεν αποκλείεται ιδιοσυγκρασιακοί και άρα εν πολλοίς αυθαίρετοι. Αγαπώ τους Αμερικανούς για κάμποσους λόγους, εσχάτως για επιπλέον δύο. Για τον τρόπο που παίρνουν το μικρόφωνο και μιλάνε για τον εαυτό τους, μα όποιοι κι αν είναι, περίπου όπως αλλού δίνουν συνεντεύξεις διακεκριμένες προσωπικότητες, θέλω να πω φαίνεται αφομοιωμένη από την ίδια τη λαϊκή κουλτούρα της χώρας η συνείδηση της διακριτής ατομικότητας για τον καθένα. Δεν υπάρχει κανένας που να μη δικαιούται να εκφέρει ή να ακούσει ένα τουλάχιστον λογύδριο για το πόσο σημαντικός είναι ο ίδιος ή κάποιος κοντινός του. Η λαϊκή ατομικότητα, λοιπόν, ο ένας λόγος, η εδραία πεποίθηση για το μεταθανάτιο άσπρο φως ο δεύτερος.
Από τα ειδικά ρεπορτάζ ως τα συναφή ντοκιμαντέρ, η αφήγηση, η μαρτυρία όπως ισχυρίζονται, όσων βρέθηκαν για μικρό διάστημα κλινικά νεκροί, ότι βγήκαν και περπάτησαν εκστατικοί προς ένα εκτυφλωτικό άσπρο φως, έγινε δοξασία, μύθος, κινηματογραφήθηκε, εδραιώθηκε στην κοινή συνείδηση, επίσης μέσω των ταινιών και σειρών τείνει να εξαπλωθεί και να αποκτήσει παγκόσμιο κύρος. Ό,τι ήταν η νήσος των μακάρων για τους αρχαίους ή οι διάφοροι παραδείσιοι μετά θάνατον τόποι για τις μονοθεϊστικές θρησκείες της Μέσης Ανατολής, με τη διαφορά πως ετούτη η δοξασία είναι ιδιαίτερα ψυχωφελής, παρηγορητική. Το κυριότερο, σύγχρονη: δίχως αφέλειες και ηθικολογίες, καθαρτήρια και κολάσεις. Το φως είναι εκτυφλωτικό, αλλά ποιος φοβήθηκε ποτέ το φως; Δεν μας λένε τίποτε πέραν της πρώτης εισόδου στον επέκεινα κόσμο, μα ούτε χρειάζεται. Το άγχος ή ο φόβος είναι κυρίως για κείνη τη στιγμή, τη στιγμή της μετάβασης. Ύστερα, και μέσ’ απ’ το φως, να φοβηθούμε πια τι;
Θυμήθηκα τις κόρες και τους κούρους, τα όμορφα αγόρια και κορίτσια με το αρχαϊκό μειδίαμα, με την ήσυχη κατάφαση στην όλη στάση τους, γλυπτά που συχνά αποτελούσαν τα σήματα τάφων στην αρχαία Ελλάδα. Αρχοντόπουλα, δηλαδή, που οι γονείς τους πληρώνανε να τα καμαρώνουν γυμνά (τα αγόρια) και χαμογελαστά πάνω στους τάφους τους. Κατάφαση προς τη φυσικότητα του θανάτου, στην οποία κατάφαση ας συμπεριλάβουμε και την αντίληψή τους για τον ένδοξο θάνατο στο πεδίο της μάχης.
Ακόμα και σε νεότερα χρόνια, όσο οι τοπικές κοινωνίες ζούσαν με σχετική συνέπεια κλεισμένες σ’ ό,τι ονομάζουμε παράδοση, οι νεκροί και ο θάνατος εντάσσονταν στη συλλογική, την κοινοτική ζωή. Στη Χώρα της Πάτμου σημαντικότερη κι από την ταφή είναι η μέρα της εκταφής, τρία χρόνια αργότερα, όταν σε κασελάκι και μόνο το κρανίο μεταφέρεται στο οστεοφυλάκιο που βρίσκεται στο προαύλιο της ενορίας του νεκρού, εντός του συνοικισμού, δηλαδή αποδίδεται σχεδόν συμβολικά το κεφάλι, ο νους, η υστεροφημία του ενορίτη, στη συλλογική μνήμη της κοινότητάς του. Οι Χωριανοί αγωνιούσαν γι’ αυτή την ημέρα. Τρία χρόνια μετά το θάνατο κάποιου έχουν ανοιχτεί διαθήκες, κιτάπια, έχει γίνει ο απολογισμός των πεπραγμένων του. «Ήτανε πολύ κακός άνθρωπος, να καταλάβεις, ούτε οι δικοί του δεν πατήσανε στην εκταφή του», μου σχολίαζε κάποιον μεταστάντα η σπιτονοικοκυρά των διακοπών μου, τότε, τέλος του ’80.
Όταν οι κοινωνίες ευημερούν, τα μέλη τους ζουν φυσικότερα και το θάνατο. Το ίδιο που θα μπορούσαμε με πολλή προσοχή να ισχυριστούμε και για την άλλη μεγάλη συνθήκη της ύπαρξης, τον έρωτα. Αντίθετα, όταν οι κοινωνίες παρακμάζουν, το βλέπουμε καθαρά στην ύστερη αρχαιότητα αυτό, τόσο ο έρωτας όσο και ιδίως ο θάνατος μετατοπίζονται βίαια από τη δημόσια στην ιδιωτική σφαίρα, γίνονται ατομικιστική απόλαυση ή μοναχικό πένθος, πόνος και τρόμος. Σε αντίθεση με τη δημόσια ζωή καθ’ αυτήν, (οικονομία, πολιτικούς ή άλλους θεσμούς), που ακινητοποιείται στάσιμη, αδρανής, οιονεί νεκρή.
Μην αλλάξω ύφος, μην επιστρέψω στις ρητορικές ερωτήσεις, ποια… κοινωνία με στυλωμένα τα ποδάρια ενάντια στην παραμικρή μεταρρύθμιση υπονοώ…
Αναλογίστηκα επίσης τον Άλαν Μπολ, το σεναριογράφο της εμβληματικής για τη δεκαετία του ’90 ταινίας American Beauty. Τον φώναξε η υπεύθυνη του συνδρομητικού καναλιού της Warner, του HBO, δήλωσε ο ίδιος, και του ζήτησε τη δημιουργία μιας σειράς με θέμα το πώς αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι Αμερικανοί το θάνατο. Απ’ αυτή την πρόταση πρόκυψε η εξαιρετική Six Feet Under (Γραφείο Κηδειών Φίσερ), νομίζω από τις κορυφαίες του εν λόγω καναλιού, σειρές που –εκτίμησή μου– αποτελούν την αιχμή στις δραματουργικές τέχνες του καιρού μας.
Πρέπει να μπήκα κάπως ξαναμμένος στον Φωταγωγό, «Έχεις τίποτα;» με ρώτησε η Τζούλια (Τσιακίρη), η εκδότριά μου, «Μπα, πέρασα από το πολυτεχνείο», της απάντησα, «Α, ναι, είναι και το Πολυτεχνείο σήμερα», είπε ήσυχα καθώς προχωρούσαμε προς το εσωτερικό του ζεστού βιβλιοπωλείου.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Γλυκάκι και για τη Δευτέρα.


[Γιώργου Ζαμπέτα, Ελένη Ροδά: Βουρκωμένη Δευτέρα.]

Λίγες ώρες νωρίτερα πίναμε καφέ με τη Βασιλική (Ζάππη) στο Μαγκαζέ της Αιόλου. Της έλεγα ότι τις Κυριακές συνοδεύω το μεσημεριανό με γλυκό, λίγο παραπάνω φτιαγμένο ή αγορασμένο για να υπάρχει και τη Δευτέρα, την πιο δύσκολη μέρα της βδομάδας. Πώς το λένε εκείνο το ωραίο τραγουδάκι με τη Δευτέρα, ποια το τραγουδάει κιόλας; «Τη Βουρκωμένη Δευτέρα, λες, του Γιώργου Ζαμπέτα. Η Ελένη Ροδά το λέει», μου θύμισε η Βάσω. Σκίρτησα. Νάτος πάλι ο Ζαμπέτας, ο υπέροχος Ζαμπέτας.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Οι συγγραφείς εξομολογούνται.

Οι συγγραφείς εξομολογούνται
Jo Nesbo
«Το μόνο που με νοιάζει είναι να αφηγηθώ μια καθηλωτική ιστορία. Και είμαι ικανός να κάνω οτιδήποτε για να το πετύχω. Θα χρησιμοποιήσω την αγάπη, το μίσος, την καλοσύνη, την απόλυτη αχρειότητα. Είμαι ένα όρνεο».
Τζορτζ Πελεκάνος
«Δεν είμαι ενάντια στα όπλα ή στην υπεύθυνη οπλοκατοχή. Θεωρώ απλώς ότι τα παράνομα πιστόλια δεν έχουν θέση στις πόλεις μας».
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο
Ανατράφηκα σε περιβάλλον ακαδημαϊκό και διανοουμενίστικο. Όλη αυτή η σοβαροφάνεια έπρεπε κάπου να βρει μια διέξοδο. Για μένα ήταν η ποπ κουλτούρα, το σινεμά, οι σαπουνόπερες. Οπότε φροντίζω να μην ξεχνώ ότι αυτό που προέχει είναι μια δυνατή ιστορία».
Τζίλιαν Φλιν
«Πάντα φτιάχνω μουσικές λίστες για τους χαρακτήρες μου, με βοηθάει να μπω στον τρόπο σκέψης τους. Έχω άπειρα τραγούδια μέταλ της δεκαετίας του Õ80 απ' όταν έγραφα για τον Μπεν Ντέι στον ÇΣκοτεινό τόποÈ (εντάξει, και επειδή μ' αρέσει κιόλας η συγκεκριμένη μουσική)».
Victoria Hislop
«Ορισμένοι αδιαφορούν απέναντι σε οτιδήποτε δεν κινείται γύρω από το μικρόκοσμό τους. Εγώ αρέσκομαι να ξεμακραίνω από την προστατευμένη ζώνη. Το θεωρώ απαραίτητο, τόσο για ένα συγγραφέα όσο και για όποιον επιθυμεί να ζήσει».
Αύγουστος Κορτώ
«Δεν νομίζω πως η ηδονοθηρία έπαψε ποτέ – απ’ την εποχή των αυστραλοπιθήκων μέχρι σήμερα, όλοι την καύλα μας κυνηγάμε. Και σε ό,τι αφορά την πόλη, πολύ φοβάμαι πως έχει καταντήσει ελαφρώς ξενέρωτη».
Στέφανος Δάνδολος
«Και παρότι είμαι οπαδός του μεταμοντερνισμού, με γοητεύουν περισσότερο οι συγγένειες με το κλασσικό μυθιστόρημα από ό,τι τα νεωτεριστικά πειράματα κάθε είδους. Ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου, ως συγγραφέα, ζει μάλλον στο παρελθόν».
Μισέλ Φάις
«Εξάλλου αυτό δεν είναι το ιαματικό άγγιγμα της τέχνης; Να σε συμφιλιώνει με το σκοτεινό απόθεμα μέσα σου και την ωμότητα που μας περιβάλλει».
Αντώνης Νικολής
«Δεν μου αρέσει καθόλου το γεροντίστικο προοδευτιλίκι. Σιχαίνομαι το λαϊκισμό σε οποιαδήποτε μορφή και μισώ αυτό που ονομάζεται λαοφιλές στην Ελλάδα. Είναι καρκίνωμα και μακάρι να τελειώσουμε κάποτε μαζί του. Έχω βαρεθεί να διαβάζω δηλώσεις καλλιτεχνών που κολακεύουν τον κόσμο και συγχρόνως κλαίνε για τις υπό κατάργηση επιχορηγήσεις.  Μου θυμίζουν τους τυφλούς της Ζακύνθου».
Κάριν Σλότερ
«Κάποιες φορές σκέφτομαι ότι πρέπει να γράψουμε σκουπίδια που κανείς ποτέ δεν πρέπει να δει προτού καταφέρουμε να γράψουμε κάτι για το οποίο θα είμαστε υπερήφανοι. Κάποιες από τις πιο σημαντικές δουλειές μου προέκυψαν αφότου συνειδητοποίησα πως αυτό που έγραφα επί δύο εβδομάδες πιστεύοντας πως θα είναι τέλειο και συναρπαστικό δε θα φτάσει ποτέ στην τελευταία του σελίδα».
Θεόδωρος Γρηγοριάδης
«Είμαι φιλοευρωπαϊστής, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι η ευρωπαϊκή υπόθεση είναι μια υπόθεση γραφειοκρατική, των Βρυξελλών. Είχα πιστέψει πως θα μπορούσαμε να ανταλλάξουμε ήθη, αγάπες και τέχνες με τους Ευρωπαίους, αλλά τώρα βλέπω κάθε ευρωπαϊκή χώρα να γίνεται πιο εγωιστική και πιο εθνικιστική».
Βασίλης Αλεξάκης
«Η Ελλάδα είναι σαν μια μουσουλμανική χώρα που έχασε την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό και όπου επί δεκατρείς αιώνες απαγορευόταν το να σκέφτεσαι. Ακόμα και σήμερα είμαστε μια χώρα που δεν ξέρει την αλήθεια, στερούμαστε ελευθερίας της σκέψης».
Μίμης Ανδρουλάκης
«Οι γυναίκες πλήττονται πιο εύκολα γιατί βρίσκονται σε μεγαλύτερο ποσοστό στη ζώνη προσωρινής επισφαλούς εργασίας. Ταυτόχρονα αποτελούν το «μαξιλάρι» για την απορρόφηση των συνεπειών της κρίσης μέσα από τον προστατευτικό, αμυντικό ρόλο της οικογένειας. Η χρηματοοικονομική κρίση, βέβαια, έχει περισσότερο σχέση με την «τεστοστερόνη» παρά με τα «οιστρογόνα». Με την «ανδρική» επιθετικότητα και απληστία».
Δημήτρης Στεφανάκης για τις «Μέρες της Αλεξάνδρειας»
«Για δύο χρόνια έκανα αιματηρή έρευνα. Εκτός από τα ταξίδια στην Αλεξάνδρεια, ταξίδεψα και στις πόλεις που αναφέρονται στο βιβλίο (Βερολίνο, Μόναχο, Παρίσι…) αναζητώντας το υλικό που χρειαζόμουν. Δούλεψα με βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά και φιλμ της εποχής, μίλησα με πολλούς ανθρώπους. Και επειδή όλα αυτά τα έκανα χωρίς να έχω άλλα έσοδα, είχα πει πως αν δεν βγει κάτι καλό θ’ αυτοκτονήσω».
Λένα Διβάνη
«Τους πιτσιρικάδες σήμερα τους βλέπω όπως τους πιτσιρικάδες που ήμασταν εμείς χτες. Μόνο πιο τρομαγμένους από το μέλλον, πιο ακυρωμένους δηλαδή, αφού είχαν την ατυχία να προσπαθήσουν ν’ ανθίσουν (ματαίως) μέσα στη δικτατορία του φόβου».
Χρήστος Χωμενίδης
«Απεχθάνομαι τη μίρλα, τη μνησικακία, τη μισαλλοδοξία, το «κάθε πέρυσι και καλύτερα», το «πού ήσουν νιότη που 'λεγες»; Πρότυπά μου είναι οι άνθρωποι που πέντε φορές έπεσαν κι έξι φορές σηκώθηκαν και προχώρησαν».

[Athens Voice, τεύχος 459, ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ATHENS VOICE (συλλεκτική έκδοση), δέκα χρόνια βιβλίο.]

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Tribalistas (Marisa Monte / Carlinhos Brown / Arnaldo Antunes): O amor é feio.



Τριμπαλίστας (Μαρίζα Μόντσι, Καρλίνιους Μπράουν, Αρνάλντο Αντούνες): Ο έρωτας είναι άσχημος.
Ο έρωτας είναι άσχημος
μοιάζει με εξάρτηση
παίρνει τους δρόμους
δε συμβιβάζεται

ο έρωτας είν’ αυτός
κι έχει κεφάλι θηρίου
ρίχνει παίζοντας την αγάπη μου
στον κάδο των σκουπιδιών
       
ο έρωτας είναι βρόμικος    
μυρίζει ούρα
σε γεμίζει φόβο
εγώ θα σε τραβήξω μακριά του

ο έρωτας είναι όμορφος

ο έρωτας είναι όμορφος
πραγματοποιεί το αδύνατο
ο έρωτας είναι χάρη
δίνει και πάει παραπέρα

ο έρωτας είναι ελεύθερος

[Tribalistas ήταν το όνομα του βραχύβιου τρίο που συνέπηξαν οι Βραζιλιάνοι μουσικοί Μαρίζα Μόντσι, Καρλίνιους Μπράουν και Αρνάλντο Αντούνες, και οι τρεις σπουδαίοι και με απήχηση και συνεργασίες και εκτός Βραζιλίας. Το ομώνυμο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2002 στη χώρα τους, το 2003 διεθνώς. Τον περασμένο Μάιο, δέκα χρόνια μετά τη διάλυση του τρίο, συναντήθηκαν εκτάκτως και μόνο για να ηχογραφήσουν το Joga arroz (πέτα ρύζι), προκειμένου να εκφράσουν την υποστήριξή τους στο γάμο ομοφύλων.]


Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Robbie Williams: My way.

Ο Robbie Williams στην παλιά μεγάλη επιτυχία του Frank Sinatra.

Ο τρόπος μου, η ατομικότητά μου, η ελευθερία μου. 

Ο σύγχρονος κόσμος θεμελιώθηκε στην ατομικότητα, στην ελευθερία. Είναι ο κόσμος μας, ακόμα κι αν ζούμε στο κομμάτι του που ακολουθεί με καθυστέρηση, ακόμα κι όταν αναλωνόμαστε στις θλιβερές σέχτες του (τις σέχτες του διαφωτισμού: φασισμούς, εθνικισμούς, κουμμουνισμούς).

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Με πορτοκάλια και με πέτρες.

Με πορτοκάλια και με πέτρες

Athens Voice, 07/11/2013 - 08:05

(Αφιερωμένο στον Θεόδωρο Αγγελάκη Συγγελάκη αλλά και τους δεκάδες άσημους Έλληνες ομοφυλόφιλους που μέρα τη μέρα αποφασίζουν το βήμα προς την ορατότητα.)

Το καλοκαίρι που μας πέρασε δέχτηκα το τηλεφώνημα του Δ., ενός νεαρού άντρα που εργάζεται σε μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα ως σεφ πρωινού, είχε διαβάσει το τελευταίο βιβλίο μου, και ήθελε, μου είπε, να με γνωρίσει από κοντά. Δίχως να ξέρω ποια πληγή έξυνα, έκλεισα εκείνη την πρώτη συνδιάλεξη μ’ ένα «Τι τρυφερή φωνή, αγόρι μου», νόμιζα του επιδαψίλευα φιλοφρόνηση.
Ο Δ. ανήκει στους ομοφυλόφιλους που «τους φαίνεται». Ορμώμενοι από το βιβλίο χαθήκαμε σε πολλά, φτάσαμε ως το χωριό του στην ορεινή Κορινθία, τους γονείς, τ’ αδέρφια του, τις δουλειές στα χωράφια. Κυλούσε η ώρα, και τόσο καθυστερούσαν οι λέξεις στην ομιλία του, όσο πλησίαζε προς το δύσκολο κέντρο της μνήμης του. Στο τέλος άρχισε τη διήγηση της κύριας ιστορίας του με το βλέμμα κατεβασμένο στα δάχτυλα των χεριών του, τα έτριβε μεταξύ τους, σκυφτός, τ’ ανέβασε μόνο για να σύρει τα δάκρυα από τα μάτια του.
Ήτανε μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, του είχε αγοράσει η μάνα του από το παζάρι ένα άσπρο μπουφάν, φτωχοί αγρότες οι δικοί του, ένα φτηνό, όμως το καινούριο του μπουφάν, το φόρεσε με καμάρι, πήγε στο σχολειό. «Πάντοτε με πείραζαν, γιατί… που η φωνή μου είναι όπως είναι, και που… δεν είμαι όπως οι άλλοι, αλλά εκείνη τη μέρα το παρακάνανε. Με πήρανε στο κυνήγι μετά που σχολάσαμε, μου πετάγανε πορτοκάλια. Στην πλατεία, στη μέση της πλατείας, εγώ γονάτισα, δεν άντεξα, έτρεχαν αίματα από τη μύτη μου, ήμουνα λερωμένος από τα ζουμιά τα πορτοκάλια, το άσπρο μου μπουφανάκι όλο κιτρινίλες, αλλά πιο πολύ με πίκραινε που οι μεγάλοι στο καφενείο, αντί ένας έστω ανάμεσά τους να σηκωθεί, να βάλει τη φωνή να σταματήσει τα παιδιά, γελάγανε και αυτοί ακόμα μαζί μου, με κορόιδευαν και αυτοί…
Καμιά φορά πάλι λέω, για κάποιο λόγο θα μου έδωσε ο Θεός αυτή τη φωνή, κάποτε θα με φωτίσει να καταλάβω για ποιο λόγο… Όμως, υπάρχει μία κλινική στην Αθήνα, με τρία χιλιάρικα μπορώ να κάνω εγχείρηση στις χορδές, να γίνει πιο αντρική, γιατί αν μία μέρα καταφέρω να είμαι σεφ κουζίνας και εγώ, όχι υπεύθυνος μόνο για το πρωινό, πώς θα μπορώ να επιβάλλομαι… Που τα γελάκια τους, δεν είμαι και κανένας χαζός, τα πιάνω. Μέχρι και ο λαχανάς, ένας Αλβανός, ενώ κάθεται σε όλους τους άλλους σούζα, εμένα μού ρίχνει πότε – πότε ένα προσβλητικό γελάκι…»
Έλεγα και ξανάλεγα την ιστορία του Δ., ιδιαίτερα γιατί χρονολογούνταν την περίοδο που αποφασίστηκε η συμμετοχή της Ελλάδος στο ευρώ, στην ομάδα των ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης (τι χυδαίο αστείο αυτή η φράση), συμπλήρωνα ασφαλώς ότι ίσως δεν ήταν πρέπον να γενικεύω από ένα ακραίο συμβάν στην ορεινή Κορινθία, μέχρι που νεαρός φίλος περίπου συνομήλικος του Δ., μειδιώντας πικρά μού εξιστόρησε το δικό του… κανονικό λιθοβολισμό. Που μάλιστα δε συνέβη σε κάποια δυσπρόσιτη επαρχία αλλά σε δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Αθήνας.
«Στην πέμπτη δημοτικού ήμαστε δύο τα φλωράκια στην τάξη, -αθώα παιδιά, έτσι; ούτε τον προσανατολισμό μας είχαμε συνειδητοποιήσει ακόμα ούτε τίποτα-, απλώς κάναμε παρέα μαζί τα δυο μας γιατί μοιάζαμε ή γιατί οι άλλοι, τα άλλα αγόρια κυρίως, μας απόδιωχναν από τα παιχνίδια τους… Μια μέρα, λοιπόν, στο προαύλιο, στην άκρη όπου συνήθως παίζαμε εμείς, πιαστήκαμε κι απ’ τα δυο χέρια σαν τα χαζά, γυρνάγαμε γύρω – γύρω με τα κεφάλια ριγμένα πίσω κοιτάζοντας τον ουρανό, να ζαλιστούμε, ζαλιστήκαμε, κι όπως τρεκλίζαμε πέφτοντας, τους φανήκαμε μάλλον πιο φλωράκια από το συνηθισμένο, αρχίσανε όλοι μαζί, οι διάφοροι, να μας κυνηγάνε και να μας πετάνε πέτρες. Πέτρες, κανονικές πέτρες. Τρέξαμε εμείς, κλειστήκαμε σε μια από τις τουαλέτες της αυλής, συνέχισαν να μας πετροβολάνε και κει μέσα, από το παράθυρο. Και, εννοείται, κυνηγητό και πετροβόλημα δεν τα αναφέραμε σε κανέναν. Ούτε σε δάσκαλο ούτε σε γονιό. Και για κάτι γδαρσίματα και εκδορές, είπαμε ότι τάχα σκοντάψαμε και πέσαμε. Γιατί ντρεπόμαστε. Μπορεί, -σου λέω αθώα παιδιά-, να μην ξέραμε τι ήμαστε, αλλά γι’ αυτό που ήμαστε ήδη ντρεπόμασταν…»