Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Τα σκυλιά του Κιμ Γιονγκ Ουν.

Τα σκυλιά του Κιμ Γιονγκ Ουν

Athens Voice, 12/01/2014 - 11:59

 
Τα 120 ξενηστικωμένα σκυλιά του Βορειοκορεάτη κομμουνιστή ηγέτη τελικά το πιθανότερο δεν κατασπάραξαν το θείο του. Ο άλλοτε πανίσχυρος Γιανγκ Σονγκ Τάεκ δε ρίχτηκε γυμνός στο κλουβί τους ούτε παρακολούθησαν το κάπως ακραίο θέαμα ο ανιψιός του μαζί με άλλους τριακόσιους υψηλόβαθμους του κόμματος, -αυτοί θα παρίσταντο κυρίως προς συμμόρφωση. Η εκτέλεση με σκύλους στην κινεζική ονομάζεται «κουάν γιουΐ».
Ο θείος και «φραξιονιστής που λειτουργούσε στο κόμμα απομακρύνθηκε» μάλλον δι’ απλού τουφεκισμού, (σε εισαγωγικά η διατύπωση του ίδιου του ανιψιού). Αλλά ούτε γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Σ’ ένα πλήρως απολυταρχικό καθεστώς εκλείπει μαζί με την ελευθερία και η όποια αντιστοιχία του λόγου με τη λογική ή την αλήθεια. Τις εκατόμβες των αντιφρονούντων ή τις τελετουργίες εκφοβισμού και υποταγής του πληθυσμού τις πληροφορούμαστε συνήθως μετά την κατάρρευση αυτών των καθεστώτων.
Στη δικτατορία του προλεταριάτου δεν είναι αδιανόητη μόνο η όποια διάκριση των εξουσιών, αλλά, πράγμα που είναι απολυταρχικά αποτελεσματικότερο, υπάγεται το σύνολο της οικονομικής ζωής στην κυριότητα και τον έλεγχο του μονοκομματικού κράτους, του ενός και μόνου φορέα της εξουσίας. Όσοι κατανοούμε την αναγκαιότητα της διάκρισης των τριών εξουσιών προκειμένου να διασφαλιστούν ο πολιτικός φιλελευθερισμός και η δημοκρατία, (μ’ άλλα λόγια τα ανθρώπινα δικαιώματα), αντιλαμβανόμαστε ότι καμία δικτατορία, πολύ περισσότερο καμία δικτατορία του προλεταριάτου, δε θα οδηγούσε ποτέ σε ουσιαστική ευημερία ή σ’ ό,τι περίπου σκιαγραφείται ως σοσιαλιστική απώτερη κοινωνία - ουτοπία. Το αντίθετο ακριβώς, τα καθεστώτα αυτά, με τα φαραωνικά μαυσωλεία και τις μούμιες των ηγετών τους, τις γιγαντωμένες γραφειοκρατίες, την απαξίωση της ατομικότητας αλλά και τον εκφαυλισμό κάθε συλλογικότητας, στο τέλος καταρρέουν αφήνοντας πίσω τους κοινωνίες συνήθως σε συνθήκες βαθιάς ανθρωπιστικής κρίσης.
Μέχρις εδώ, βοηθούσης και της γενικευμένης τελευταία σύγχυσης, ο καθείς μπορεί να πει το κοντό ή το μακρύ του. Προσωπικά συστήθηκα φιλελεύθερος, (…coming out το οποίο μου κόστισε περίπου όσο και το άλλο, το… κανονικό), και μάλλον είμαι συνεπής πρεσβεύοντας τα παραπάνω. Είμαι επίσης συγγραφέας, άρα από επαγγελματική συνήθεια (ίνα μη είπω διαστροφή) αγαπώ να συναρτώ τους συνειρμούς μου σε σχήματα του λόγου. Τα σκυλιά, λοιπόν, του Βορειοκορεάτη κομμουνιστή ηγέτη μέρες τώρα μού καρφωθήκανε στο μυαλό. Σαν να έψαχνα μία μεταφορά. Κάπου τα ήξερα αυτά τα σκυλιά, αλλά πώς; Γιατί είχα την εντύπωση ότι τα είχα δει ξανά και ξανά; Να στάζουν σάλια από τα γυμνά σαγόνια τους, να μουγκρίζουν, να βρυχώνται έτοιμα να χυμήξουν. Μέχρι που επιτέλους τα αναγνώρισα. Επιτρέψτε μου, ωστόσο, μία αναγκαία μικρή παρέκβαση, θα επιστρέψω.
Όταν είμαστε έφηβοι, τότε που αρχίζουμε να κατακτούμε την αφηρημένη και επαγωγική σκέψη, τα βλέπουμε όλα κάτασπρα ή κατάμαυρα, με αδρά περιγράμματα, δίχως σκιές, δίχως δυσδιάκριτες μεταξύ τους διαφορές, χαιρόμαστε βέβαια που επιτέλους αντιλαμβανόμαστε όπως οι ενήλικοι τον κόσμο, ωστόσο αργότερα, πολύ αργότερα, και μόνο αν βοηθήσει η εμπειρία της ζωής, θα μπορέσουμε να διακρίνουμε τις λεπτές αποχρώσεις, τα ασαφή όρια των πραγμάτων, την αβέβαιη ισχύ των πεποιθήσεων.
Η αντίστοιχη συλλογική πνευματική ενηλικίωση προϋποθέτει την αστική ανάπτυξη, αυτό που συνέβη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και πολύ πιο εκτεταμένα μετά την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό στη δύση. Οι αγροτικές και γραφειοκρατικές κοινωνίες εδραίωσαν μονολιθικούς δογματισμούς, ιερατεία και καθεστώτα, πυραμίδες και μούμιες, αντίθετα, οι κοινωνίες των αστών, των εμπόρων και των βιοτεχνών, αμφισβήτησαν, διερωτήθηκαν (φιλοσοφία), έθεσαν σε διαρκή ερώτηση τους θεσμούς τους (δημοκρατία), διατύπωσαν το αίτημα της χειραφέτησης του ατόμου. Αν ένας ηθικολόγος ή δογματικός ιδεολόγος επισκεπτόταν την κλασική Αθήνα, θα αμφισβητούσε τη δημοκρατία και την ισονομία λόγω των δούλων, την ευνομία παρακολουθώντας μια οποιαδήποτε συνέλευση της εκκλησίας του δήμου, την τέχνη της πόλης λόγω της κινητικότητας των ρυθμών της, και οπωσδήποτε θα στηλίτευε την κατάπτωση των ηθών της και μόνο από τη θεματολογία στο δράμα, την τραγωδία ή την κωμωδία.
Πρέπει να ήμουνα γύρω στα δέκα, όταν στην ουρά του ταχυδρομείου δυο θέσεις μπροστά από μένα ένας τουρίστας από Αθήνα, εμφανώς ομοφυλόφιλος, με το που φτάνει στο γκισέ για τα γραμματόσημα ακούει το σαρκαστικό κράξιμο του υπαλλήλου τάχα για τη δυνατή κολόνια που φόραγε, ο κραγμένος εννοείται δεν πτοήθηκε, του απάντησε. Κάποια άλλη στιγμή, εντούτοις, σε κεντρικό μαγαζί του νησιού, θα έβλεπα τον καταστηματάρχη, έναν καθόλα αξιοπρεπή κύριο, όλο ευγένεια, δουλικότητα σχεδόν, να εξυπηρετεί τον ίδιο ομοφυλόφιλο, αλλά και τη στιγμιαία εκείνη αδιόρατη γκριμάτσα συστολής του εμπόρου, τα χέρια του επίσης που σαν να ξεχαστήκαν στον αέρα, με το που αντιλήφθηκε ότι είχα σταθεί και τον παρατηρούσα. Βεβαίως τον έμπορο και το στιγμιότυπο, την αξία του να συνειδητοποιείς ότι εκπίπτεις, (όπως το εκλάμβανε ο ίδιος ο συγκεκριμένος άνθρωπος), τα εκτίμησα πολύ μεγαλύτερος.
Ο δοκησίσοφος, ο ξερόλας που λέμε στην ομιλουμένη, είναι ένας καθηλωμένος στη νοητική εφηβεία δογματικός. Ιδεοληπτικός και ηθικολόγος μαζί. Αυξήθηκαν πάρα πολύ αυτοί οι τύποι στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Και δεν είναι απλώς γραφικοί. Πιάστε την άκρη του βλέμματός τους, ερεθίστε τους λίγο και θα δείτε, τα μυαλά τους είναι γεμάτα φωνές, σύγχυση και αρνητικά συναισθήματα.
Κλεισμένοι σε μια οικονομία - φούσκα, με την ιδεοληπτική και ηθικολογική άρνηση της ελεύθερης οικονομίας, με το δικό τους μερίδιο στα ελλείμματα, καθηλωμένοι στη μίζερη τηλεθέαση και τη λειψή ζωή, στο τέλος δεν τους έμεινε παρά να ξαμολάνε κουβέντες κι άναρθρες κραυγές, σάλια, μορφασμούς και χειρονομίες. Τα μαντρωμένα στο μυαλό τους, τα ξενηστικωμένα σκυλιά που αναρωτιόμουν πότε και πού είχα ξαναδεί. Βρίζουν, ανεβάζουν τη φωνή, δεν ακούνε, πιάνονται από μια λέξη κι ωρύονται έξαλλοι, λιβελογραφούν στο διαδίκτυο, τους φταίνε όλοι και όλα.
Είμαστε αδύναμοι, ασυνεπείς, ατελείς. Το ίδιο και οι θεσμοί μας. Κι ευτυχώς γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος να κάνει τη ζωή μας συναρπαστικότερη.

Dorival Caymmi: Samba da minha terra / Όποιος δεν αγαπάει τη σάμπα, σωστό υποκείμενο δεν είναι!



Ντοριβάου Καΐμι: Η σάμπα της πατρίδας μου

Η σάμπα της πατρίδας μου κάνει τον κόσμο να λικνίζεται
Όταν τραγουδιέται χορεύει ο κόσμος όλος
Όποιος δεν αγαπάει τη σάμπα, σωστό υποκείμενο δεν είναι
Βλάβη θα ’χει στο μυαλό ή στα πόδια
Γεννήθηκα με τη σάμπα, με τη σάμπα μεγάλωσα
Μα κι απ’ της σάμπας την κατάρα ποτέ μου δεν ξεμάκρυνα


[O Dorival Caymmi (1914-2008), Βραζιλιάνος συνθέτης και τραγουδιστής, αλλά και ηθοποιός και ζωγράφος, έγραψε τραγούδια σάμπας, συμμετείχε επίσης στο κίνημα της bossa nova. Η καλλιτεχνική δραστηριότητά του, από το 1933 μέχρι το τέλος της ζωής του, διήρκεσε περισσότερα από 70 χρόνια.]

(Ο Ντοριβάου Καΐμι το 1938.)

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Οι τόποι της ψυχής.




Χτες, των Φώτων, είπαμε με τον Θανάση, τον αδερφό μου, και το γιο του τον Χαράλαμπο, μαζί μας και ο Δημήτρης, ν' ανηφορίσουμε για το Παλιό Πυλί. Ο ουρανός ήτανε γκριζωπός, ευχάριστα μουντός, και καθοδόν και εκεί. Έτρεχε το ρυάκι, πήραμε το μονοπάτι ως το ιπποτικό κάστρο, τύχαμε κι ένα κοπάδι πέρδικες, έτρεξαν να κρυφτούν στην απόκρημνη πλευρά της ακρόπολης. Ωραίος τόπος. Είχα πολλά χρόνια να τον επισκεφτώ. Θυμόμουν τη χαράδρα με τα κυπαρισσάκια ανάμεσα στα ερείπια του εγκαταλελειμμένου χωριού, βρέθηκα σ’ ένα δάσος από ψηλά θηλυκά κυπαρίσσια.
Φωτογράφιζε ο Χαράλαμπος. 

Το απόγευμα ο Δημήτρης κόλλησε στο δορυφορικό πορτογαλικό RTP, στην πάνδημη ταφή του Εουσέμπιο. Ο Αντόνιο Ταμπούκι συνήθιζε να λέει ότι όταν έφτασε για πρώτη φορά στη Λισαβόνα, τη δεκαετία του 60, από τη χώρα ήτανε γνωστά μόνο δύο ονόματα, της Αμάλια και του Εουσέμπιο. Οι Πορτογάλοι πετούν κασκόλ της Μπενφίκα στη νεκροφόρα, κλαίνε και χειροκροτούν, από τα πλάνα της πομπής που διασχίζει την αγαπημένη πόλη εμείς χαζεύουμε τους δρόμους, τις πλατείες, τις γωνιές. Αφόρητο saudade, νοσταλγία, temοs saudades de Lisboa, νοσταλγούμε τη Λισαβόνα.

Όσο μικρός ή όσες φορές κι αν τον δεις ένας τόπος της ψυχής δεν εξαντλείται, δεν τον χορταίνεις ποτέ.    

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Amália Rodrigues, Alain Oulman: το ρίγος, η ανάταση, η αληθινή ζωή.



Υπάρχουν και είναι σημαντικά πράγματα, βέβαια, τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι ιδέες, η έκφραση εν γένει, όμως το ρίγος ή η ανάταση από το έργο τέχνης είναι η πλέον εσωτερική, η πιο αληθινή εκδήλωση της ύπαρξης.
Η Amália Rodrigues (23 Ιουλίου 1920 – 6 Οκτωβρίου 1999) [και 1, 2] προβάρει το Solidâo / Μοναξιά με το συνθέτη Alain Oulman / Αλέν Ούλμαν (1928-1990), αυτόν που εκπλήρωσε τη βαθιά ανάγκη της για ανανέωση του Fado.