Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Veronese, Mantegna, Giotto, η Galla Placidia και ο Cole Porter.

(1)
(2)
(3α)
(3β)
(4)
Στο ταξίδι από το Μπέργκαμο ως την Μπολόνια τέσσερις δυνατές στιγμές. Τόλμη και φωτεινότητα στην Αναγέννηση (1 - 3β), φωτεινός ο θόλος ακόμα και στην ύστερη αρχαιότητα (4).

(1) Στο κτήριο Gran Guardia (Piazza Bra) στη Βερόνα η έκθεση έργων του Πάολο Βερονέζε (1528 - 1588) με τον ταιριαστό τίτλο The illusion of reality / η ψευδαίσθηση (οι ιστορικοί της τέχνης προτιμούν παραίσθηση) της πραγματικότητας, -είχα πολύ καιρό να δω πόσο η αληθοφάνεια παραμένει πρόφαση, η αφήγηση μεταβολίζει το υλικό της μνήμης.

(2) Στην Gallerie dell'Accademia στη Βενετία, τον San Giorgio, έργο του 1460, του Αντρέα Μαντένια (1431 - 1506). Τι πόζα, αυτοκυριαρχία και αυτοπεποίθηση: το άτομο επιδεικνύει τη βούληση και την ικανότητα να κατακτήσει την ελευθερία του. Αυτός ο Αη Γιώργης είναι ο σύγχρονος άνθρωπος καθ' αυτόν. Τον σκεφτόμουν μέρες. 

(3α,β) Capella degli Scrovegni, Παρεκκλήσιο των Σκροβένι, στην Πάντοβα. Ναός ιστορημένος εξολοκλήρου, περί το 1305, από τον Τζότο ντι Μποντόνε (περίπου 1267-1337). Φωτεινά χρώματα, τολμηρή κίνηση: ο μέγας Giotto. Δεν είμαι ιστορικός της τέχνης, είναι ίσως μόνο ιδιοσυγκρασιακή εμμονή ή συγκίνησή μου. Κάθε φορά που βλέπω Τζιότο νομίζω πως κοιτάζω την εποχή που η Ιστορία -ή η Ανθρώπινη Περιπέτεια να το πω με πιο ζεστές λέξεις- πήρε δρόμο από τα μέρη μας, κίνησε για δυτικότερα.

(4) Το Μαυσωλείο της Galla Pacidia, στη Ραβέννα, τον 5ο αιώνα μ.Χ. Τα ψηφιδωτά στα μνημεία της πόλης, η τελευταία φωτεινή εικόνα του αρχαίου κόσμου, η πρώτη λένε του βυζαντινού. Κοιτάζοντας το θόλο σ' αυτό το μαυσωλείο σε επίσκεψή του το 1920 εμπνεύστηκε ο Κολ Πόρτερ (1891-1964) τη σύνθεση "Night and Day".

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Aghi di pino, οι Πευκοβελόνες του Bergamo.

11 Ιουλίου, βράδυ, σε πλατεία της Κάτω Πόλης στο Μπέργκαμο. Μας γοητεύει η πόλη κι οι Aghi di pino, οι Πευκοβελόνες της. Canti popolari bergamaschi e non, αυτοσυστήνονται, φρεσκάρουν παλιές ντόπιες μουσικές. 

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Λογοτεχνία.

Λογοτεχνία

image


















Athens Voice, 10-7-2014.
Θα πρέπει να ήμουν προσχολικής ηλικίας και πάντως όχι μεγαλύτερος από έξι ή επτά χρόνων στην ανάμνηση με τη γιαγιά μου να μου διαβάζει παραμύθια. Άκουγα με έξαψη, τηρουμένων των αναλογιών σε κατάσταση υψηλής έξαρσης, άνθρωποι, εικόνες, συμβάντα τρέχανε στο μυαλό μου, εκείνη διάβαζε από το ολιγοσέλιδο τεύχος, μέσα μου αντίθετα στήνονταν ολόκληρες υπερπαραγωγές, τα μύρια όσα. Αυτά τα τευχίδια πρέπει να τα προμηθευόταν από το πρακτορείο των εφημερίδων απέναντι από το εμπορικό του παππού, ήτανε πολύ φτηνές εκδόσεις, δίχως καν σκληρό εξώφυλλο, μόνο με ένα υποτυπώδες σχέδιο και γράμματα του τίτλου σαν καλλιγραφικά ιδιόχειρα, στο εσωτερικό πυκνότατα τυπωμένες σελίδες, με μεγάλες παραγράφους, χωρίς κενά, ψιλό χαρτί, να φεγγρίζουν κάτω από τις αράδες τα στοιχεία της πίσω σελίδας.
Θυμήθηκα και τη γιαγιά και τα παραμύθια της και το να περιεργάζομαι έπειτα ένα απ’ αυτά τα φυλλάδια όπως ένα μηχανολογικό εξάρτημα, απορημένος από πού ξεπηδούσαν όλα εκείνα τα θαυμαστά, που ήτανε μόνο γράμματα, συνεχές κείμενο, τα θυμήθηκα εξιχνιάζοντας μερικές από τις τωρινές συγγραφικές εμμονές μου: το γιατί μ’ αρέσουν οι μεγάλες παράγραφοι, γιατί απεχθάνομαι το κενό ανάμεσά τους, ότι παρά τις σπουδές, παρά την όποια κατάρτισή μου, παραμένει το ισχυρότερο κριτήριό μου για ένα κείμενο το πόσο γρήγορα, ύστερα από πόσες αράδες, βία μερικές σελίδες, αυτό που διαβάζω παύει να είναι τυπογραφικά στοιχεία στο χαρτί ή στην οθόνη, γίνεται εικόνες, κόσμοι, μορφές.
Από τον Όμηρο ως τον Ιωάννου κι από τη Σαπφώ ως τον Σαχτούρη χρειάζονται δυο τρεις γραμμές και η συναρπαστική μετάβαση έχει ήδη συντελεστεί. Πριν από λίγα χρόνια καθίσαμε μ’ έναν φίλο απέναντι από τα ράφια της βιβλιοθήκης του, κατεβάζαμε βιβλία παλιά διαβασμένα, ελέγχαμε την αντοχή τους, το ένα μετά το άλλο τα παρατάγαμε αποκαρδιωμένοι. Εωσότου πιάσαμε τον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, φτάσαμε ως τη σελίδα πενήντα σχεδόν απνευστί και μεταφερμένοι εκεί, στο Μεγάλο Κάστρο του. Πρόσφατα στο λιμάνι του Ηρακλείου έπεσα σε οδική σήμανση «Προς Άγιο Μηνά», στη στιγμή γλίστρησε στη μνήμη μου ο καβαλάρης Άι-Μηνάς του μυθιστορήματος, παραχωρούσαν οι εικόνες μπροστά μου τη θέση τους στις άλλες, τις νοερές, τις πλασμένες από το κείμενο του οιστρήλατου Κρητικού. Η δύναμη της λογοτεχνίας, βέβαια.
Ο λόγος, και όχι μόνο του λογοτέχνη, όταν υπακούει στην ανάγκη της έκφρασης, της σκέψης ή της επικοινωνίας, φέρει όπως λέμε περιεχόμενο, αναγκάζεται να εφεύρει την προσήκουσα στο περιεχόμενο αυτό μορφή. Διαφορετικά, είναι λογής απομιμήσεις ύφους, ιδίως απομιμήσεις αισθημάτων, που συνεπάγονται πόζα και επιτήδευση, τις ποικίλες εκδοχές του στόμφου. Ρητορισμοί, γλωσσικά στερεότυπα, κοινοί τόποι, λεξιθηρία, εύκολα λογοπαίγνια. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό που λέμε «πολύ καλό, σαν μεταφρασμένο», που είναι το ίδιο με το «ωραία λουλούδια, σαν ψεύτικα».
Δεν μπορώ να ξεχάσω τον Αύγουστο του 2007 στις πυρκαγιές της Πελοποννήσου, σε μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που υπέστη ποτέ η χώρα, με νεκρούς κοντά στους εβδομήντα, χιλιάδες άστεγους, τον πρωθυπουργό Κωστάκη να μιλάει, και μετά τις δυο λέξεις του να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στα λεγόμενά του, να αφαιρούμαι, κι ύστερα, επόμενη είδηση, τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιωργάκη, ετούτος με το σακάκι στον ώμο, να διαγράφεται το μεσήλικο fit κορμί, εδώ αρκούσε και μόνο το βλέμμα του, καν να προφέρει μία λέξη, για να αφαιρεθώ. Μα αν οι ηγέτες αυτής της κοινωνίας μπροστά σε εβδομήντα φέρετρα και με καμένο το Μοριά δεν ήτανε σε θέση να συνταιριάξουν ένα συναίσθημα (τη λύπη) και μία πνευματική κατάσταση (τη σοβαρότητα) με πέντε λέξεις, οι υπόλοιποι γιατί δε βλέπαμε την επερχόμενη χρεωκοπία, μαζί μ’ όλα της τα συμπαρομαρτούντα;
Παρέκκλινα κάπως λόγω θέματος. Ο λόγος που σκέφτομαι τα τευχίδια εκείνα δεν είναι μόνο που πιθανώς υπήρξαν η πρώτη μύησή μου στη λογοτεχνία είναι γι’ ακόμα μια αιτία, λίγο πιο πεζή αυτή. Οι παππούδες που από οικονομική δυσχέρεια μου αγόραζαν τα φτηνά δίχως εικονογράφηση παραμύθια είχαν το πρώτο εργοστάσιο ντομάτας, το πρώτο αυτοκίνητο και το πρώτο ράδιο του νησιού, πτώχευσαν και, παρόλο που ο παππούς δεν έπαψε να καταγίνεται με το εμπόριο, στο τέλος κουτσοζούσαν με μια λειψή σύνταξη από το ταμείο των εμπόρων. Αυτοί ήταν οι δεξιοί παππούδες, η οικογένεια της μάνας μου. Αντίθετα, η άλλη μισή οικογένεια, οι γονείς του πατέρα μου, εκείνοι ήταν αριστεροί, δάσκαλος ο παππούς, παύθηκε από την υπηρεσία του για τους αγώνες και τα ιδεώδη του, αποκαταστάθηκε αργότερα και εντέλει απολάμβανε μια καλή σύνταξη, ήταν οι παππούδες με τα γενναιόδωρα χαρτζιλίκια. Αγαπημένοι στη μνήμη εξίσου και οι τέσσερις, εννοείται.
Και αυτά συνέβαιναν πριν από το 1981, προτού απογίνει ο ιθαγενής «κρατισμός», αλλά και πολύ πριν τη σημερινή μετά τη χρεωκοπία προκλητική κατίσχυσή του. Για να διατηρεί κιόλας το κύρος της η νεοελληνική παγκοσμίως μοναδική δήλωση φθόνου στην κατακλείδα των παραμυθιών: και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! (Το «καλά» και το «καλύτερα» από την άποψη του εν λόγω «κρατισμού», να αποσαφηνίσω.)

Στο άμεσο προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» η νουβέλα μου «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα».

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Το άγριο κάτασπρο άλογο του Γιάννη Ρίτσου.


Γιάννης Ρίτσος, (Μονεμβασιά, 1 Μαΐου 1909 - Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1990), ποιητής.

«…
Θυμάμαι ένα άγριο κάτασπρο άλογο, δεμένο απ’ το πόδι
           σ’ ένα δέντρο. Πώς τιναζόταν,
πώς άφριζε η ουρά του, η χαίτη του ∙ πώς κυματίζανε οι
           μυώνες σ’ όλο το κορμί του
κάτω απ’ το λαμπερό λευκό του τρίχωμα. Θαρρούσα
πώς θα κοπεί το πόδι του απ’ τη ρίζα ∙ (ίσως
καμιά λευτεριά δεν κερδίζεται χωρίς κάποια δική μας
            θυσία). Κι αλήθεια,
έσπασε το σκοινί κι όχι το πόδι του ∙ κι ενώ έκθαμβη περίμενα
την αστραπή της φυγής του, εκείνο
έκανε πέντε αργά μεγάλα βήματα και στάθηκε
κοιτώντας σοβαρά και περίλυπα την κομμένη τριχιά του.
…»

[Γιάννης Ρίτσος: Φαίδρα, απόσπασμα από τη σελ. 25, Κέδρος, 3η έκδοση, 1978.]
 

Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Το τελετουργικό τραπεζομάντιλο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ.

Η Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ (1939-), ποιήτρια και μεταφράστρια.
""...
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
...""

(Απόσπασμα από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής "Η ανορεξία της ύπαρξης", 2011, "Ποίηση 1963-2011", εκδόσεις Καστανιώτη.)

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Νίκος Στρατάκης: Χρωματιστό μου όνειρο.

 

Χρωματιστό μου όνειρο
Χρωματιστό μου όνειρο, πες μου ποια μαύρα χέρια
σ' αγγίζουνε και γίνονται στο στήθος μου μαχαίρια.

Σύνθεση - ενορχήστρωση Νίκος Στρατάκης, στίχοι Δέσποινα Σπαντιδάκη, τραγούδι Γιώργος Στρατάκης. Από τη συλλογή "Ανάσα" (2014).


Λίγες μέρες αφότου γύρισα Κω, -απευθείας από Ηράκλειο, από το αεροδρόμιο Νίκος Καζαντζάκης, κιόλας. Το Χρωματιστό όνειρο το ακούγαμε στις διαδρομές από το Κουρταλιώτικο Φαράγγι, -τι δυνατό τοπίο. Στις βραχώδεις πλευρές ανθισμένα μοβ θυμάρια, μοβ κι οι λυγαριές στους φράχτες και στις άκριες των δρόμων, μοσχοβολούσαν κι αυτές, μας χτυπούσαν οι μυρωδιές απ' τ' ανοιχτά παράθυρα, και σε κάθε μικρή - μεγάλη ρεματιά οι αυτοφυείς κόκκινες πικροδάφνες, σκόρπια και τα τελευταία κίτρινα ανθάκια στα σπάρτα. Από το Κουρταλιώτικο για Πρέβελη, Πλακιά, Ροδάκινο - Κόρακα, Σούδα.  

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Όλοι σε λένε μέλισσα, μα πεταλούδας μοιάζεις.



Τραγούδι, Γιάννης Βρεττός. Μουσική – ενορχήστρωση, (και λαούτα – μαντολίνο), Νίκος Στρατάκης. Στίχοι, Δέσποινα Σπαντιδάκη.

Πεταλούδα
Ποιας πεταλούδας τα φτερά έβαλε ο έρωτάς μας
Κι έφυγε σ’ άλλες γειτονιές κι ήρθε ο καημός κοντά μας.
Όλοι σε λένε μέλισσα μα πεταλούδας μοιάζεις
Έρχεσαι φεύγεις χάνεσαι και δε με λογαριάζεις.

Χαράματα στο λιμάνι του Ηρακλείου, μα δε σταθήκαμε, βουρ για το Λιβυκό. 
Υπάρχει άλλος τόπος, Θε μου, που κι η ασχήμια να 'ν' όμορφη; 
Καφεδάκι στη Φαιστό, την υπερβατική εξέδρα πάνω από τη Μεσαρά, κι ύστερα Μάταλα. Είχε και φεστιβάλ εκεί, δεν το ξέραμε. 
Ακούμε στο αυτοκίνητο γηγενείς μουσικές. Οι Κρητικοί τραγουδάνε ακόμα. 
Κρήτη, όμορφη χώρα, δικοί σου κι εμείς οι Δωδεκανήσιοι. 
Τραγούδια της ψυχής, στίχοι δίχως οίηση, δίχως στόμφο, λογοπαίγνια, λεξιθηρία. Καθαρά αισθήματα, συγκίνηση.   

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Τρυφερές εικόνες ρατσισμού.

Τρυφερές εικόνες ρατσισμού

Athens Voice, 21/06/2014 - 11:24
image

















Τις προάλλες επισκέφτηκα τον καλό φίλο Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, να τον συγχαρώ για το τελευταίο του βιβλίο, «Το ελάχιστο ίχνος», κατά τη γνώμη μου μία επιτυχή σύγχρονη εκδοχή του ελληνιστικού μυθιστορήματος. Κατά την επιστροφή από Πεύκη προς πλατεία Αμερικής με το λεωφορείο Α8, σε κάποια από τις ενδιάμεσες στάσεις επιβιβάστηκε νεαρό ζευγάρι μαύρων, ούτε εικοσιπεντάχρονοι, από την εμφάνιση και την όλη στάση τους έμοιαζαν με δικούς μας μεσοαστούς, κρατούσαν σε καλάθι το βρέφος τους. Ούτε παιδί ούτε νήπιο ∙ βρέφος.
Μετά από λίγο κι αφού προηγήθηκε από διαφορετική κατεύθυνση ένα «Άχου, τι όμορφο μαυράκι!», σηκώθηκε κάποιος, πλησίασε στο καλάθι, κατέβασε τα δάχτυλά του, άγγιξε το μάγουλο του βρέφους. Ύστερα και δεύτερος, και τρίτος, πρέπει το σύνολο τέσσερις. Οι γονείς σαν ζώα πάνω απ’ το μικρό τους κράταγαν την ανάσα τους, συγκρατιόντουσαν με δυσκολία από το να χιμήξουν. Να σημειωθεί επίσης ότι αυτή η ανοίκεια… οικειότητα προερχόταν μόνο από αντρικά και εμφανώς λούμπεν δάχτυλα. Μέχρι που ακούστηκε μεσήλικη γυναίκα, και αυτή όχι επιτακτικά: «Μην το πιάνετε το μωρό με τα χέρια σας, δεν κάνει…» Το αγόρι και το κορίτσι, οι γονείς, κοίταξαν προς την πλευρά της με εύγλωττη ευγνωμοσύνη, έπειτα σταδιακά χαλάρωσαν, επέστρεψαν το κουβεντολόι τους.
Πρόσφατα, πάλι, στην ουρά ταμείου σε μεγάλο σουπερμάρκετ της Κυψέλης, ακούγεται αίφνης η διαμαρτυρία εφήβου που του πήραν τη σειρά, γυρνάμε προς τα πίσω, είναι ο τελευταίος, το στιγμιότυπο δεν έχει μάρτυρα, το παιδί που διαμαρτύρεται είναι μαύρος, κι αυτός στον οποίο απευθύνεται, ένας δικός μας μεσήλικος, μία θέση μπροστά του, ο οποίος με μια αδιόρατη σιχασιά στο λοξό βλέμμα και στη σχισμή των χειλιών του απαξιοί και να του απαντήσει. Δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε το παιδί, παρόλο που έχει με το μέρος του το δίκιο της φυσικής και όχι μόνο ευγένειας. Με εντυπωσιάζουν τα ελληνικά του που υποθέτω δεν τα ’μαθε από τους γονείς του ή το κοινωνικό τους περιβάλλον, μα και που αποκλείεται να τα μάζεψε μόνο από την ελληνική τηλεόραση ή το σχολείο. Ξεφυσάει μια – δυο εκπνοές, ύστερα βουβαίνεται, φαίνεται να το ξεχνάει.
Διηγιόταν υπάλληλος στην υποδοχή γυμναστηρίου την κατσάδα που άκουσε από το αφεντικό της όταν πούλησε μηνιαίες συνδρομές σε δύο σκουρόχρωμα ισχνά μεταναστόπουλα, «Δε σου είπα σε κάτι τέτοιους να λες 90 ευρώ (αντί 30) ο μήνας, να παίρνουνε δρόμο; Πακιστανά είναι, δεν το βλέπεις! Ο κόσμος σιχαίνεται να γυμνάζεται μαζί τους», «Μα φοράγανε σκουλαρίκια, …και παπούτσια επώνυμα», αντέτεινε η υπάλληλος, «πού να το καταλάβω ότι ήτανε Πακιστανοί».
Κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα φιλμάκι από το You Tube σε διάφορες παραλλαγές, το είδα αναρτημένο και εδώ, στην ηλεκτρονική Athens Voice, με τίτλο racism experiment dolls ή Doll Test, πείραμα ρατσισμού ή άσκηση με κούκλες, η κάμερα καταγράφει σταθερά από τη μία πλευρά ενός τραπεζιού, στο τραπέζι βρίσκονται δύο πανομοιότυπες κούκλες, διαφέρουν μόνο στο χρώμα, η μία μαύρη η άλλη λευκή, και στην απέναντι πλευρά καθισμένα απαντούν σε ερωτήσεις σχετικές με τις κούκλες έγχρωμα στην πλειονότητά τους παιδιά προσχολικής ηλικίας. Οι ερωτήσεις είναι για το ποια από τις δύο κούκλες είναι όμορφη ή άσχημη, καλή ή κακή, και επίσης τους ζητούν να αιτιολογήσουν τις απαντήσεις τους.
Δε γνωρίζω το επιστημονικό κύρος αυτών των βίντεο (με ποια κριτήρια επελέγη το δείγμα των παιδιών ή οι απαντήσεις τους), εύλογα μαντεύω ωστόσο τις αποκρίσεις τους και προτού τις ακούσω: άσχημη ή κακή, δηλώνουν τα περισσότερα, είναι η μαύρη, και η αιτιολόγησή τους είναι συνήθως ταυτολογική, η μαύρη είναι κακή γιατί είναι μαύρη. Όσο κι αν σοκάρει, εντούτοις η δύναμη των στερεοτύπων είναι γνωστή.
Σε μία από τις παραλλαγές, και μάλιστα στην πρώτη που είδα, (την είχε κοινοποιήσει στο facebook ο φίλος και καλός γλωσσολόγος Γιάννης Οικονόμου), μεξικανικής προέλευσης, η τελευταία ερώτηση και που απευθύνεται σ’ ένα έγχρωμο αγόρι, του ζητά να πει με ποιαν από τις δύο κούκλες μοιάζει. Το παιδί, που πρωτύτερα έδειξε ως άσχημη και κακή τη μαύρη, στρέφει το κορμί και το χέρι αυθόρμητα προς τα κει, ύστερα ακαριαία και με πανικό σχεδόν γυρνάει προς την λευκή, δείχνει αυτήν, ότι μοιάζει με τη λευκή κούκλα, όχι τη μαύρη. Είναι το βλέμμα του χαμένο, σουρώνει τα χείλη του σαν από έναν ασύνειδο πόνο.
Αυτά τα δευτερόλεπτα στην έκφραση αυτού του παιδιού μού τριβέλιζαν για μέρες το μυαλό, εωσότου κατανόησα την αναγωγή που γινόταν στο ασυνείδητό μου. Η μαύρη κούκλα ήταν ο ομόφυλος προσανατολισμός, η λευκή ο ετερόφυλος. Είχα καθίσει κι εγώ σ’ αυτό το τραπέζι κι είχα τείνει το δείκτη πολλές φορές προς τη λευκή αντί προς τη μαύρη κούκλα. Κι αν είναι σχετικά εύκολο ή όχι πολύ δύσκολο σ’ ένα μαύρο παιδί ήδη στην διάρκεια της πρωτοβάθμιας να ταυτίσει πια τη μαύρη κούκλα με τον εαυτό του (μόλο που ο Μάικλ Τζάκσον έδειχνε στη διάρκεια όλης του της ζωής τη… λευκή), είναι ελάχιστοι οι ομοφυλόφιλοι που ακόμα και στην εφηβεία, έστω μόνοι με τον εαυτό τους, αποδέχονται την ταύτιση. Και απ’ αυτούς που συμφιλιώνονται με τον προσανατολισμό τους αργότερα στην ενήλικη ζωή τους δεν είναι λίγοι όσοι τον θεωρούν κακό και άσχημο, μερικοί κιόλας, ακόμα και ηλικιωμένοι (τόσο πρόδηλο ιδιαίτερα σε ορισμένους ρασοφόρους) δε σταματούν ποτέ να του επιτίθενται με λυσσαλέα εμπάθεια.
Στο σύγχρονο κόσμο, εννοώ τον κόσμο μετά τον Διαφωτισμό, οι κύριες κατευθύνσεις, με τις όποιες επιμέρους διαφωνίες ή στρατηγικές, είναι δύο: η εμπιστοσύνη στη λογική, στον ορθό λόγο, κι η αμετάκλητη επιλογή της ελευθερίας. Κι εδώ δε χωράνε δογματικές αγκυλώσεις. Υπάρχουν ελευθερίες που κατακτιούνται με κρατική υποστήριξη, αυτές –τι να κάνουμε– τις αγαπούν περισσότερο οι αριστεροί, όπως και ελευθερίες που κερδίζονται με τον περιορισμό του κράτους, τις δεύτερες τις υπερασπιζόμαστε οι φιλελεύθεροι. Στην πρώτη κατηγορία υπάγονται η καθολική βασική δωρεάν εκπαίδευση ή οι αντίστοιχες υπηρεσίες υγείας.
Αν απελευθερώσεις ένα ζώο γεννημένο στην αιχμαλωσία, δεν ξέρει να ζήσει, θα τριγυρνάει γύρω από το λουρί του. Εδώ χωράνε οι ποικίλες ποσοστώσεις, οι αντιρατσιστικοί, ο γάμος ομοφύλων, ένα είδος, δηλαδή, αρχικής αναγκαίας προστασίας των δικαιωμάτων. Οι οποίοι, αντιρατσιστικός και ισότιμος πολιτικός γάμος, παρεμπιπτόντως, θα θεσπιστούν και εδώ, μόνο που θα θεσπιστούν με καθυστέρηση, μίζεροι, εκβιασμένοι και εισαγόμενοι, όπως και ό,τι ανάλογο προηγήθηκε τις περασμένες δεκαετίες, (ισότητα φύλων, συνδικαλισμός, εργατικά δικαιώματα, πλουραλισμός, ελευθεροτυπία), για να γίνουν δυστυχώς κι αυτοί με τη σειρά τους ασυδοσία και παρακμή, όχι ελευθερία και ευημερία.
Ο ρατσισμός δεν είναι ποτέ τρυφερός. Είναι διαβρωτική, τοξική και όχι μόνο βραδείας δράσης βία.

Στο άμεσο προσεχές διάστημα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» η νουβέλα μου «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα».

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.


(Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 15 Ιουνίου 2014, στο ένθετο ταξίδια extra.)

Ο Αντώνης Νικολής μάς συστήνει το νησί του.

Για την Κω συνηθίζω το λογοπαίγνιο πολλοί κόσμοι ή πολλές ηδονές σε μία συλλαβή, δεν αγαπώ τα λογοπαίγνια, μα σε τούτο το οξύμωρο χωράει η σχέση γοητείας που με συνδέει με το μονοσύλλαβο νησί της Δωδεκανήσου, το νησί μου είναι σωστότερο να πω, γιατί από δω κατάγομαι κι εδώ ζω το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου.
Η Κως είναι σχετικά μεγάλο νησί, το ένα από το άλλο άκρο της απέχει οδικώς γύρω στα 50 χιλιόμετρα, με πληθυσμό κοντά στους 35 χιλιάδες κατοίκους.
Ήπιο, μαλακό, ηδύ, τα επίθετα για το τοπίο της. Πεδινή με γήλοφους, ακόμα και οι ορεινοί της όγκοι μοιάζουν με ψηλούς ήμερους λόφους. Ενδοχώρα με εξοχικούς δρόμους που φέρνουν στο νου χρόνους αφηγηματικούς της παλιάς καλής λογοτεχνίας και που σβήνει δίχως εξάρσεις και με αχνές πινελιές στο ακροθαλάσσι. Και σχεδόν παντού με ομαλή πρόσβαση στην ακτή, με παραλίες από καλές έως εξαιρετικές.
Η πόλη της Κω διακρίνεται για τον ιταλικό δωδεκανησιακό χαρακτήρα του κέντρου της, τα διάσπαρτα στον ιστό της αρχαιολογικά πάρκα, τον ιδιότυπο συγκρητισμό των μνημείων της, (ναοί ορθόδοξοι, καθολικοί, η συναγωγή, τεμένη μουσουλμανικά, το ιπποτικό κάστρο της Νεραντζίας στον παλιό λιμενοβραχίονα, οθωμανικά, βυζαντινά, παλαιοχριστιανικά κατάλοιπα, ρωμαϊκά όπως η αναστηλωμένη Κάζα Ρομάνα ή το ωδείο, ελληνιστικά και υστεροκλασικά όπως το Ασκληπιείο στα περίχωρα), που μαζί με τα αλσύλλια και τις δεντροστοιχίες από φίκους, φοινικοειδή, πλατάνια, αγριογιασεμιά, μπουκαμβίλιες, ιβίσκους, συμπληρώνει την κοσμοπολίτικη και κάπως ανατολίζουσα εντύπωση που αποκομίζει ο επισκέπτης της.
Η Κως ήτανε γνωστή και με το προσωνύμιο: το νησί των ποδηλάτων, τότε που οι περισσότερες οικογένειες είχαν τόσα ποδήλατα όσα και μέλη. Τα τελευταία χρόνια χάρη στο ευρύ δίκτυο των σύγχρονων ποδηλατόδρομων, επιστρέφουν οι γνώριμες εικόνες, οι φίλοι δυο – δυο με συντονισμένες πεταλιές να ποδηλατούν και να συζητούν ήσυχα, τα προειδοποιητικά κουδουνίσματα, οι τσιρίδες των παιδιών οιονεί ιαχές μικρών ζογκλέρ ποδηλατώντας με τα χέρια σε έκταση, ή γι’ ακόμα πιο ριψοκίνδυνη οδήγηση με τα πόδια περασμένα πάνω από το τιμόνι.
Οι επισκέπτες του νησιού αξίζει να κατεβείτε στα Θερμά, δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη, στον υποβλητικό βραχώδη τόπο με τη θερμή πηγή πλάι στο κράσπεδο του γιαλού. Στην αντίθετη κατεύθυνση, να ανεβείτε στα άνδηρα του Ασκληπιείου, για τον ίδιο το χώρο αλλά και για τη θέα της πόλης από ψηλά, των γειτονικών νησιών, των μικρασιατικών ακτών απέναντι. Να επισκεφτείτε το εκεί επιγραφικό μουσείο με τα σύγχρονα εκθεσιακά πολυμέσα. Μερικά χιλιόμετρα δυτικότερα, συνεχίζοντας στους πρόποδες του κύριου ορεινού όγκου του νησιού, του βουνού Δίκαιος, το Παλιό Πυλί, το ερειπωμένο χωριό, αλλά και το σύγχρονο Πυλί με τη δροσερή Πηγή του, ύστερα το Ασφενδιού με τους παραδοσιακούς οικισμούς, τις ταβέρνες , τα καφενεία. Στα μεσόγεια, στην Αντιμάχεια, το δεύτερο μεγάλο ιπποτικό κάστρο. Και σ’ όλη τη νοτιανατολική ακτογραμμή από την Καρδάμαινα έως την Κέφαλο, σε πολλά χιλιόμετρα, τις αμμουδιές απαράμιλλης ομορφιάς. Στον κόλπο της Κεφάλου, την παλαιοχριστιανική του Αγίου Στεφάνου απέναντι από το νησάκι. Κάντε μία στάση στον κόλπο, για κολύμπι, για ψάρι ή και για διανυκτέρευση.
Η Κως δεν είναι το ήσυχο γραφικό νησί. Θα σας αρέσει, αν σας ελκύει η ποικιλία των προσφορών, αν συνυπολογίσετε επιπλέον ότι λόγω υποδομών, ακόμα και ντάλα τουριστική σεζόν, εδώ θα βρείτε καταλύματα, ενοικιαζόμενα οχήματα, εστίαση σε πολύ προσιτές τιμές, αλλά και λόγω μεγέθους μέχρι… και ερημικές αμμουδιές αν αυτό ορέγεστε. Αν πάλι φορώντας το μαγιό γίνεστε κοινωνικότεροι, υπάρχουν και οι παραλίες οι οποίες σφύζουν από ημίγυμνο ανθρωπομάνι. Και μια και το ’φερε ο συνειρμός, η μεγαλύτερη και πιο πολυσύχναστη παραλία γυμνιστών βρίσκεται στο Τιγκάκι, η οποία λόγω του μεγάλου βάθους της παράκτιας ζώνης, του ανάγλυφου των θινών, της απόστασης από τον οικισμό, θεωρείται από τους λάτρεις του είδους ιδεώδης.
Μα η Κως θα σας ανταμείψει πρωτίστως με το φως του νοτιανατολικού Αιγαίου και της Καρίας. Βαρύ και πυκνώνει τις σκιές το μεσημέρι, το σούρουπο ιώδες. Στα μέρη μας το κοκτέιλ περιέχει τρία μέρη: συγκατάβαση, ανοχή, νοσταλγία. Απ’ αυτό ξεκίνησα: πολλές ηδονές σε μία μόνο συλλαβή.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Περήφανοι κάθε μέρα.


Στη χτεσινή Γιορτή Περηφάνιας μού έλειπε η Βασούλα, -εμφάνισε σημάδια ακραίας επιδείνωσης η κατάσταση της κατάκοιτης και σε άνοια μητέρας της. Ήθελα εθιμοτυπικά, όπως πέρσι, να τους είχα ξανά και τους δυο, εκείνην και τον Θωμά Ξωμερίτη.
Το βράδυ στην πλατεία Κλαυθμώνος δίπλα στο περίπτερο του ΣΥΔ με τη Μαρίνα Γαλανού του Πολύχρωμου Πλανήτη και της εξαιρετικής ακτιβιστικής δράσης.
Ήταν πιο πολύς ο κόσμος φέτος, ένας κόσμος που χαιρόταν όσο τού επιτρεπόταν την ορατότητα, ήτανε πολιτικό και πάλι, θέλω να πω δημόσιο, το βίωμα, σχεδόν καθόλου ιδιωτικό.
Τόσος κόσμος, που όλα τα κόμματα από κοινού δε θα τον μάζευαν, ο δήμαρχος της πόλης, πρεσβευτές, και όμως κάμερα καμία, κι αν δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάποια, πάντως δεν ήταν όσες θα δικαιολογούσε μία από τις χώρες με τις περισσότερες κατά κεφαλήν κάμερες. Δε βαριέσαι.
Με αυτοεκτίμηση, λοιπόν, δίχως καμιά ενοχή, καμιά ντροπή.
Περήφανοι κάθε μέρα.

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

Ακόμα μία προδημοσίευση. Από την Τζούλια Τσιακίρη.

Η Τζούλια Τσιακίρη, η εκδότριά μου, προδημοσίευσε ακόμα ένα απόσπασμα από τον Δανιήλ στη σελίδα των εκδόσεων Τὸ Ροδακιὸ με το σχόλιο "τι εννοώ όταν λέω στυλίστας φαίνεται εδώ", επεξηγώντας το "Ο στυλίστας Αντώνης Νικολής" που είχε σημειώσει σε προηγούμενη ανάρτησή της.

Την ευχαριστώ για τον τόσο μεγάλο έπαινο.

(Έξοχο το ζωγραφικό σχόλιο.)

Αντώνης Νικολής, Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα.

11 Ιουνίου 2014 στις 12:44 μ.μ.
Κι άλλη προδημοσίευση (homemade) με ζωγραφικό σχόλιο της Πελαγίας Κυριαζή.



Παραμέριζα τὸ σαθρὸ μαδέρι, τὸ ἀπομεινάρι τῆς αὐλόπορτας, ἔνιωθα πάλι κάπως νὰ καθυστεροῦν οἱ εἰσπνοὲς καὶ οἱ ἐκπνοές μου. Περπάτησα τὴ χορταριασμένη μπροστινὴ αὐλή, ἔστριψα στὴν πλακόστρωτη ἐσωτερικότερη. Ἔλειπαν καὶ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ κυρίως σπιτιοῦ οἱ ἡμικίονες, οἱ μαρμάρινες ἀρχαῖες παραστάδες -- τὶς μάζεψαν, ποιὸς ξέρει, ἀρχαιολόγοι ἢ τίποτα νεόπλουτοι γιὰ τὰ τζάκια τους.

Ἤμουνα μέσα στὸ σπίτι, στὸ κατώι, τὴν κάμαρη μὲ τὴν ντιβανοκασέλα τότε. Προσπαθοῦσα νὰ προσανατολίσω τὶς μνῆμες μου, δυσκολευόμουν ἀρκετά. Κρεμόταν ἀκόμα στὸν τοῖχο δίπλα στὸ μεσημβρινὸ παράθυρο ἕνα ἡμερολόγιο ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ξεκολλᾶς τὰ χαρτάκια, τὶς μέρες, κι ἀπ’ τὴν πίσω τους ὄψη εἶναι γραμμένα τετράστιχα. Ἦταν ξεχασμένο στὸ χαρτάκι ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὶς 19 Αὐγούστου τοῦ 1981. Ἔκτοτε σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι εἴτε θὰ ἐξέλιπε ἡ μέριμνα γενικὰ γιὰ τὸ χρόνο εἴτε ἴσως ὁ τελευταῖος του ἔνοικος, ὁ Δανιήλ, ἡ Μαριγὼ ἢ ὅποιος ἄλλος. Δὲν ἤξερα. Ἀναρωτιέμαι ἐκ τῶν ὑστέρων γιατί τὰ καλοκαίρια ὅταν κατέβαινα στὸ νησί, φοιτητὴς πιά, δὲν ἐνδιαφερόμουν νὰ μάθω τί γίνονταν, δὲν ἦρθα ἕνα ἀπόγευμα στὸ χαμάμ, ἔστω νὰ πλυθῶ μόνο. Ὑποθέτω γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ θὰ μὲ ψυχοπλάκωνε νὰ παίξω μπάλα σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ προαύλια τῆς σχολικῆς μου ζωῆς.

Στὰ ἐρείπια τῶν σπιτιῶν, ὅσο ἀκόμα κρατᾶνε τὸ βασικὸ σκελετὸ τοῦ κελύφους τους, κοντὰ σὲ γωνίες ἢ σὲ ἀκμὲς τοίχων, ἔχεις τὴ φευγαλέα ἐλάχιστη ἐντύπωση ἀνάμεσα σὲ ξερὰ ἢ χλωρὰ χόρτα καὶ πέτρες ὅτι ὀσμίζεσαι τοὺς ἐνοίκους τους. Πάταγα μὲ προσοχὴ σὲ σπασμένα, σκεβρωμένα ξύλα, χαρτιὰ καὶ κομμάτια πανιὰ συμπιεσμένα ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ τὰ χρόνια κι ἀνακατεμένα μὲ πέτρες καὶ χώματα. Ἀνέβηκα τὴ σκάλα γιὰ τὸν ὄροφο. Τὸ ἐμαγιὲ λαβομάνο, τρύπιο, ἔμενε ἀκόμα στὴ θέση του στὸ διάδρομο ἔξω ἀπὸ τὸ ὑπνοδωμάτιο τοῦ Δανιήλ, ὅλα τὰ ἄλλα βρίσκονταν σὲ ἐντελῶς ἐπισφαλὴ θέση, μὲ τὸ μισὸ πάτωμα ἀπὸ τὶς δύο κάμαρες νὰ κρέμεται στὸν ἀέρα μισογκρεμισμένο κι ἀπὸ τὴν ἔξω πλευρὰ τοῦ διαδρόμου, στὴν ὑπόστεγη βεράντα, οἱ πήλινες πλάκες τοῦ δαπέδου, τὰ κολονάκια τοῦ στηθαίου καὶ ἡ κεκλιμένη σκεπὴ μὲ τὰ κεραμίδια, ὅλα μισοδιαλυμένα. Ἀποτολμοῦσα ἕνα-δυὸ βήματα ἀπὸ τὸ πλατύσκαλο, ἔτριζαν οἱ σάπιες τάβλες, γύριζα πίσω. Ἕνα παπούτσι μὲ ἀναδιπλωμένη, συρρικνωμένη τὴ σόλα του, ἀντρικὸ μαῦρο μὲ κορδόνια, μὲ τὴν καφετιὰ στάμπα ἀπὸ τὸ πέλμα ποὺ τὸ φόραγε στὴν ξεκολλημένη πατούσα του, ἔσκυψα, τὸ σήκωσα, οὔτε σαράντα νούμερο, δὲν πρέπει νὰ ἦταν ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ Δανιήλ.

Ἔνιωθα στὴν παλάμη μου τὴ σκόνη ἀπὸ τὴν πατούσα τοῦ παπουτσιοῦ, εἶχα κατεβεῖ στὴν αὐλή, πάταγα στὶς χορταριασμένες πλάκες. Δίπλα στὸ πηγάδι ἡ μουριά, ξερὸ μαῦρο κούτσουρο πιά, κι ἀπὸ χοντρὸ καρφὶ στὸν κορμό της κρεμόταν ἕνα τσίγκινο κανάτι. Κατὰ διαστήματα τραμπαλιζόμενο ἐλαφρὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα τοῦ ἀέρα ἄφηνε ἕνα μεταλλικὸ πνιχτὸ κρότο καθὼς χτύπαγε μὲ τὰ τοιχώματά του στὸν κορμό. Θυμήθηκα τὸ ὄνειρό μου, σήκωσα τὸ σκουριασμένο σκέπασμα στὸ φρόχειλο, στὸ χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ, δὲν ἦταν ἡ οἰκοσκευὴ ἐκειμέσα βέβαια, ἔπειτα ὑπῆρχε καὶ νερό, μὲ τὴ στάθμη του ὅμως πολὺ κατεβασμένη, ὅπως ὑπολόγισα ρίχνοντας ἕνα λιθάρι.

Τὰ μικρότερα κτίσματα εἴχανε καταρρεύσει. Ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες διακρίνονταν μόνο οἱ βάσεις τῶν τοίχων τους, ἕνας χορταριασμένος σωρὸς πέτρες καὶ ξύλα. Στὶς κουζίνες σωζόταν ἡ λαξευτὴ γούρνα ἀπὸ τὸ μεγάλο νεροχύτη, ἀπόρησα ποὺ δὲν τὴ μάζεψε κανένας νεόπλουτος (γιὰ γλάστρα σὲ κῆπο, στὴν ἄκρη τοῦ γκαζόν), τὸν πέτρινο πάγκο τὸν μάντευα μόνο κάτω ἀπὸ τὰ χορταριασμένα χώματα καὶ τὰ μαῦρα σκισμένα δοκάρια. Λίγο πιὸ πέρα --ἀπίστευτο-- ἀποκόλλησαν καὶ κλέψανε τὰ πυρότουβλα ἀπὸ τὸ θολωτὸ χτιστὸ φοῦρνο!

Ἡ ἔκπληξη μὲ περίμενε στὸ τέλος, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς αὐλῆς, ἀπέναντι ἀπὸ τὶς κουζίνες: τὸ χαμὰμ διατηροῦνταν στὸ σύνολό του σχετικὰ καλά, ἦταν τὸ λιγότερο ἐρειπωμένο. Δὲν τὸ ἄφησα δίχως λόγο τελευταῖο στὴν περιήγησή μου. Καὶ τότε καὶ τώρα, ἂν κάπου θὰ μούδιαζε τὸ σῶμα μου, θὰ ἦταν ἐκειμέσα βέβαια. Τελευταῖο ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ βλέμμα μου. Τὸ κοίταξα μόνο σὰν ἔφτασα μπροστά του, σήκωσα τὸ κεφάλι ἀδιάφορα, ὅτι τὸ λογάριαζα ἐξίσου ὅσο καὶ τὰ ὑπόλοιπα χτίσματα.

Ἔμπαινα μέσα --ὅπως λένε-- μὲ λυμένα τὰ γόνατα. Χάζευα τὶς λεπτομέρειες σὰν ἐξιχνιάζοντας ἕνα ξεχασμένο μονοπάτι, ψάχνοντας τὰ σημάδια νὰ ξαναπάρω ἕναν παλιὸ γνώριμο δρόμο. Στὸν πρῶτο χῶρο, στὸ ταμεῖο, τὸ σπασμένο σκαμνὶ στὴ γωνία κοντὰ στὸ ἄνοιγμα γιὰ τὰ ἀντρικά, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄσπρο ξύλινο ἑρμάρι ὅπου στοιβάζαμε τὶς πετσέτες διπλωμένες, καὶ τὸ μικρότερο ἀπὸ κάτω, ὅπου τακτοποιούσαμε τὰ πράσινα μοσχοσάπουνα ἢ τὰ σκοῦρα καφετιὰ δαφνοσάπουνα. Παραμέσα, στὸν προθάλαμο, τὰ σπασμένα ντουλαπάκια, τὰ προσωπικὰ ἑρμάρια, καὶ πιὸ μέσα, στὶς σάλες, τὶς ἐσοχὲς μὲ τὶς βρύσες καὶ τὸ σκοτεινὸ δωματιάκι. Κοίταζα στοὺς τοίχους τοὺς σοβάδες (ἀπὸ κουρασάνι, τὸ ἀνθεκτικὸ κονίαμα μὲ τὸ ὁποῖο στεγανοποιοῦσαν τὰ τοιχώματα στὶς στέρνες), σὲ μεγάλες ἐπιφάνειες ἀκόμα στὴ θέση τους, νὰ σώζουν μέχρι καὶ τὴν κοκκινωπὴ ὤχρα, ποικιλμένη βέβαια μὲ στάμπες (τὰ ἐπιχρίσματα ἀπὸ τὴν ἐξάνθηση τῶν ἁλάτων τῆς ὑγρασίας) ἀσπριδερὲς καὶ γκριζωπὲς καὶ πρασινωπές. Ἀνέβαζα τὸ βλέμμα ὣς τοὺς τζαμωτοὺς φωταγωγούς, τὶς ἀναφωτίδες, ψηλὰ στοὺς τρουλίσκους, ἀπ’ ὅπου αἰωροῦνταν σκονισμένα κανναβάτσα κι ἄλλα κατακόρυφα μαῦρα κορδόνια ἀπὸ παχιοὺς ἱστοὺς ἀράχνης. Ἀνάπνεα τὴ σκόνη, τὸν ὑγρὸ ἀέρα. Ἔσκυβα πάλι τὸ κεφάλι, ἀδύναμα ξερόχορτα στὶς ἀκμὲς τῶν τοίχων καὶ στοὺς ἁρμοὺς τοῦ δαπέδου, ἕνα λιωμένο ἀπὸ τὴ σκουριὰ τάσι πεταμένο στὴ ρηχὴ γούρνα τῆς μιᾶς βρύσης, σκουπίδια κάθε λογῆς καὶ ἀκαθαρσίες πολυκαιρισμένες.

Ἀνάσανα βαθιά. Ὅλα ἐπέστρεφαν ὁλοζώντανα καὶ μὲ τὴ θέρμη καὶ τὴν ὑγρὴ λάμψη τῆς σάρκας ποὺ στέκει δίπλα σου καὶ σφύζει ἀπὸ τὴ βουλιμία νὰ ζήσει. Ἀρκοῦσε νὰ βάλω τὸ καθετὶ στὴ σειρά του. Δὲ θὰ τὸ ἔκανα τώρα. Βυθίστηκα, ὅπως ἀποτίνει κανεὶς λίγη ἀναπόληση σὲ μιὰ ἀνάμνησή του περιβεβλημένη μὲ κύρος. Ὕστερα πῆρα τὰ πόδια μου πίσω.

Ἔξω στὴν αὐλὴ πάλι, ἄγγιζα τὸν κορμὸ τοῦ κυπαρισσιοῦ, ἀκούμπησα μὲ τὸ ἕνα πλευρό, στὸ τέλος κάθισα μὲ τὴν πλάτη στὴ βάση του. Κοίταζα μπροστά μου ἀλλὰ καὶ μέσα στὸ θολὸ ρευστὸ τῆς σκέψης μου καί, ἐνόσω ἄδειαζα ἀπὸ ἐμένα τὸν ἴδιο, στὶς πλάγιες ἀκτίνες τοῦ ἀπογεύματος τὰ αἰωρούμενα ἔντομα καὶ τὴ σκόνη. Κάποια στιγμὴ ξεχώρισα πίσω ἀπὸ τὰ ρουμάνια στὸ ἀκαλλιέργητο περβόλι τὰ ἀπομεινάρια ἀπὸ τὸ σπιτάκι τοῦ θείου Θρασύβουλου.

Δὲν ξέρω πόση ὥρα ἔμεινα γερμένος στὴ βάση τοῦ στιβαροῦ κορμοῦ. Ὅταν σηκώθηκα νὰ φύγω, σουρούπωνε. Σκοῦρο μενεξεδί, ἀραιωμένο ἰώδιο.