Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Στο Φωταγωγό.

Ο Αντώνης Νικολής στο «Φωταγωγό»

Με την ευκαιρία της έκδοσης του νέου βιβλίου του

image


















Ο συγγραφέας Αντώνης Νικολής, με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου του «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» και με σκοπό συναντήσεις και διαλόγους με τους αναγνώστες, θα βρίσκεται την Παρασκευή και το Σάββατο 24 και 25 Οκτωβρίου, όπως και το Σάββατο 1 Νοεμβρίου, από τις 12.00 έως τις 15.00, στο «Φωταγωγό», το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Το Ροδακιό», Κολοκοτρώνη 59Β, εντός της στοάς Κουρτάκη.

Στην Athens Voice, 23-10-2014.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα - το δελτίο τύπου.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ

Ο ΔΑΝΙΗΛ ΠΑΕΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ψηφιακή ζωγραφική στο εξώφυλλο: ΠΕΛΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΖΗ
Σχήμα 15 Χ 23,  σελ 136,  τιμή: 12 €,  ISBN  978–960–8372–69–6
Εκδόσεις Το Ροδακιό, Οκτώβριος 2014 – νουβέλα –

 «Το πλοίο έριχνε άγκυρα, ξημέρωνε, το νησί αχνόφεγγε. Δε διέκρινα καλά τις γραμμές του τοπίου, μάλλον δεν τις αναγνώριζα, σαν πιο χτισμένη μου φαινόταν η πόλη, πιο εκτεταμένος ο ιστός της. Ακόμα και το φόντο πίσω και πάνω από τα όριά της, τις μαλακές πλαγιές του Δίκαιου, περισσότερο τις μάντευα παρά τις έβλεπα. Οι μόνες πραγματικά γνώριμες ήταν οι επάλξεις του κάστρου των Ιπποτών κατά μήκος του βραχίονα του παλιού λιμανιού και που καταλήγουν στη σύγχρονη αποβάθρα, εδώ που αγκυροβολούσαμε. Άλλωστε εντυπωμένη σαφή εικόνα του νησιού απὸ καράβι δεν είχα, μου άρκεσε μια γρήγορη ματιά κι έσκυψα να κατέβω τα σκαλιά για το αμπάρι, πίεζαν οι υπόλοιποι οδηγοί, έπρεπε να βιαστούμε να φέρουμε μπροστά τα αυτοκίνητά μας, — ο χρόνος που συνήθως μένει ανοιχτή η μπουκαπόρτα σε κάθε λιμάνι για την αποβίβαση επιβατών και οχημάτων είναι περιορισμένος.»

Έτσι ξεκινάει η νουβέλα του Αντώνη Νικολή Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Ένα ονειρόδραμα φτιαγμένο από φθορά, σωματικά υλικά, λόγια του τόπου, ξερόχορτα, λεπτομέρειες, μυρωδιά, οσμές, και ηδονή στο ξετύλιγμα των λέξεων. Θα μπορούσες να το πεις ξερολιθιά για τη σοφία της συναρμογής αν δεν ήταν βουτηγμένο στην υγρασία της εφηβείας και στην υπόκωφη σήψη της ωριμότητας.

Ένα παιχνίδι με το χρόνο όπως μας τον δίδαξαν τα μεγάλα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα και οι ποιητές του αλλά ιλιγγιωδώς μεταφερμένο σε μικρή κλίμακα, και συγκεκριμένα με ενέσεις εντοπιότητας —και ποιος δεν οσφραίνεται το νησί στις περιγραφές, όποιο νησί, κι ας είναι η Κως— και αρθρώσεις πανθεϊσμού ή πανηδονισμού. Ένα πεζό με ένταση χωρίς έκταση, που συνιστά κανόνα για τα ελληνικά γράμματα του 21ου αιώνα.

Ο Αντώνης Νικολής (1960-) είναι συγγραφέας, μυθιστοριογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα είναι το τρίτο βιβλίο του (προηγήθηκαν Το Σκοτεινό Νησί, 2008, νουβέλα επίσης, και το μυθιστόρημα Διονυσία, 2012). Από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στην ηλεκτρονική Φωνή της Αθήνας (Athens Voice).






             Τὸ Ροδακιὸ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ 59Β & ΛΙΜΠΟΝΑ (ΣΤΟΑ ΚΟΥΡΤΑΚΗ) 105 60 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ. 210 3839355

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα / το ελάχιστο δείγμα.



Είναι η πομπή, προπορεύονται οι νεαροί, με μπροστάρηδες τ’ αγόρια με τους θύρσους, τα ραβδιά με τα κλαδιά του κισσού και τις κουκουνάρες στην κορφή, άλλοι με κοντάρια ν’ ανεμίζουν ψηλά κίτρινες και κόκκινες ταινίες, κι άλλοι να σείουν τρυφερά χλωρά βάγια πλεγμένα σε ωραία θριαμβικά σχέδια.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Συγγραφέας με εκδότρια σε τυπογραφείο.


Χτες το πρωί, για το εξώφυλλο του Δανιήλ, με την Τζούλια (Τσιακίρη), στο τυπογραφείο (της Ζωής Κάρδαρη και του Κώστα Πλέτσα, Μαυρομιχάλη 92, στα Εξάρχεια). Μας φωτογράφισε η Πελαγία Κυριαζή.

Ένας αντικατοπτρισμός;

Ένας αντικατοπτρισμός;

image














Athens Voice, 18-10-2014.
 
Αν δεν έχω τα οράματα του διψασμένου στην έρημο, δεν μπερδεύω πέρα εκεί στον αχνιστό ορίζοντα τον αντικατοπτρισμένο ουρανό με τα νερά μιας λίμνης, αν επίσης κατά τη γενίκευση δεν κάνω κάποια λάθος αναγωγή, νομίζω ότι γύρω μας τριανταρίζει μία γενιά από κοινωνική άποψη ωριμότερη από τις προηγούμενες δικές μας.
Το είχα σκεφτεί κι άλλες φορές. Το μεσημέρι της προηγούμενης Παρασκευής, κάτω στο νησί της Κω, από ορισμένα στιγμιότυπα σε αντρικό κουρείο, θα αναλογιζόμουν τον παραπάνω συλλογισμό εναργέστερα. Ο κουρέας είναι νεαρός στα είκοσι εννέα, περίπου συνομήλικοί του και οι περισσότεροι από τους πελάτες του, και ειδικά εκείνη τη μέρα, οι τέσσερις εκτός από μένα στους δύο αντικριστούς καναπέδες και στην πολυθρόνα, και επιπλέον ο ένας στην καρέκλα εργασίας, όλοι τους, εκεί γύρω στα είκοσι πέντε. Ο ακριβώς διπλανός μου, μάλιστα, γιατί είχε δεμένη τη σκυλίτσα του έξω στο πεζοδρόμιο κι εκείνη τού γκρίνιαζε, κάθε τόσο σηκωνόταν να την κανακέψει, άφηνε τη θέση του κενή.
Όσο, λοιπόν, περίμενα τη σειρά μου, αυτήν την περιοδικά ελεύθερη θέση την κατέλαβαν δύο σίγουρα ασυνήθιστοι τύποι. Ο ένας, Άγγλος, μάλλον σαραντάρης, με έκφραση και όψη ακαθόριστη ως προς την ταυτότητα φύλου, ξεφύλλισε ένα περιοδικό από το τραπεζάκι ανάμεσα στους καναπέδες, ύστερα ρώτησε σε πόση ώρα περίπου θα τον αναλάμβανε ο κουρέας, του φάνηκε πολύς ο χρόνος, έκανε μία γκριμάτσα, σηκώθηκε κάπως αμήχανα, μας αποχαιρέτησε, θα ξαναπερνούσε, είπε, το απόγευμα.
Ο δεύτερος, νεότερος ετούτος, εισέβαλε στο στενόχωρο σαλονάκι με βαρύ ανοιχτό διασκελισμό, κάθισε, κουνούσε σπαστικά άρρυθμα το αριστερό χέρι και πόδι, επίσης ψέλλιζε διάφορα δίχως νόημα. Άτομο φανερά διαταραγμένης ψυχικής υγείας. Ντυμένος με χειμερινά ρούχα, σε μέρα με θερμοκρασία γύρω στους 28ο C, χοντρής ύφανσης παντελόνι, πουκάμισο, μάλλινη μπλούζα, μπουφάν, και παρόλο που η όσφρησή μου δεν είναι πολύ δυνατή, σε λίγο ανάδιδε δυσοσμία τόση, που απέκλεια να μην την οσμίζονταν και οι άλλοι. Με ματιές και μορφασμούς φοβισμένου ζώου, δεν κάθισε για πολύ, σηκώθηκε απότομα και πάλι με μεγάλες άτσαλες δρασκελιές, τώρα εξαφανιζόταν.
Οι δύο, ο Άγγλος και ο ψυχικά ασθενής, ελάχιστα με απασχόλησαν, τους παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου, εκείνο που μου κέντρισε την προσοχή ήταν που τα υπόλοιπα αγόρια, μαζί τους και ο κουρέας, και στις δύο περιπτώσεις δεν άφησαν να φανεί καμιά αντίδρασή τους, ούτε ένα πλάγιο βλέμμα, πολύ περισσότερο κάποιο σχόλιο, συνέχισαν απερίσπαστοι, μιλούσαν για το ίνσταγκραμ ή το φέισμπουκ, για το ένα ή το άλλο της καθημερινότητάς τους. Ήταν από απάθεια, από διακριτικότητα, ήταν από καλή αγωγή, από την εμπεδωμένη σε τουριστικούς τόπους όπως η Κως ανοχή, ακόμα πιο απίθανο, από ό,τι ονομάζουμε παιδεία ή συγκρότηση; Νομίζω τίποτε απ’ αυτά.
Αλλά, ας διευκρινίσω καλύτερα αυτό που με εντυπωσιάζει. Αν φανταστώ τις παραπάνω σκηνές τριάντα ή είκοσι, ακόμα και πριν από δέκα – δεκαπέντε χρόνια, και όσο παλιότερα τόσο εντονότερα, βλέπω να πληθαίνουν οι λοξές ματιές, τα μειδιάματα, κάποια σχόλια σίγουρα, και αν όχι μπροστά τους, οπωσδήποτε αφότου θα απομακρύνονταν από το κουρείο, να οριοθετούν σαφώς, δηλαδή, τα μέλη της ομήγυρης τη δικιά τους κανονικότητα από τη μη κανονική ή αποκλίνουσα παρουσία ή συμπεριφορά των «αλλόκοτων».
Η πόλη, το άστυ, όπως πρώτος απόδειξε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά Α 2, 5-6), ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση, είναι πληρέστερη συνθήκη από όσο το χωριό ή ο οικισμός. Και συμβαίνει εδώ το παράδοξο, εκεί που πλεονάζει ο ζωτικός φυσικός χώρος, στις αγροτικές ή ημιαστικές περιοχές, να περιορίζεται έως αφανίζεται η ατομικότητα στη συνείδηση των υποκειμένων, αντίθετα στη στενόχωρη πόλη να χαλαρώνουν οι συλλογικοί δεσμοί και εξισορροπητικά να απελευθερώνεται η ατομική δημιουργικότητα. Όμως ο πρώτης γενιάς αστός, κάτοικος πόλης, δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με την πολιτιστική αυτή διαφορά, να βιώσει ομαλά τη μετάβαση από το χωριό στην πόλη, έχει ανάγκη την κοινωνία ως διατεταγμένο συλλογικό θεσμό, οτιδήποτε διαφέρει ή αποκλίνει από τον κυρίαρχο κανόνα αισθάνεται να τον απειλεί, να απειλεί την ευστάθεια του συνόλου.
Είναι τα τμήματα του πληθυσμού τα κυρίως επιρρεπή στην ιδεοληπτική πρόσληψη των πολιτικών θεωριών, ό,τι ονομάζουν ιδεολογίες, που όμως δεν είναι παρά η αδυναμία να συλλάβουν την ποικιλία, κυρίως την αταξία, ως συστατικό στοιχείο της φύσης αλλά και της κοινωνίας, (που και αυτή δεν είναι παρά μέρος της φύσης). Ας θυμηθούμε εδώ τις στολές και τις παρελάσεις των εθνικοσοσιαλιστικών ή των κομμουνιστικών καθεστώτων, την καθησυχαστική προπαγανδιστική εικόνα της ομοιογένειας και της τάξης. Είναι γνωστή, άλλωστε, η από κοινού απέχθεια αυτών των καθεστώτων προς τους αστούς.
Να αναφέρω απλώς την πρωτοφανή στη διάρκεια του εικοστού αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο μετακίνηση πληθυσμών προς τα αστικά κέντρα, την καταλυτική ισχύ που απόκτησαν οι ιδεολογίες, αλλά και την έκταση της βαρβαρότητας που η ιδεοληπτική προσήλωση σ’ αυτές προξένησε.
Η νεοελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται κυρίως από ρευστότητα, δεν υπήρξαν σ’ αυτήν αυστηροί ταξικοί διαχωρισμοί, κάτι βέβαια όχι αρνητικό, όπως όμως δεν υπήρξε ούτε σοβαρή αστική τάξη, με όσες υστερήσεις αυτό σημαίνει. Επίσης, να συνυπολογίσουμε τα βίαια από πολλές αιτίες κύματα προς τα αστικά κέντρα κατά τον εικοστό αιώνα, την κακή αστικοποίηση, φανερή ιδίως στην εικόνα των πόλεών μας, -από τις ασχημότερες στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτή τη ρευστότητα την ανιχνεύει κανείς και σε επίπεδο οικογένειας, συνήθως τα αντρικά μέλη είναι «νέοι άνθρωποι», επαγγελματίες πτυχιούχοι ή επιχειρηματίες, πρώτης γενιάς αστοί, αντίθετα οι μανάδες, οι γιαγιάδες, οι προγιαγιάδες δεύτερης ή τρίτης γενιάς αστές. Σπάνια κάποιος, περασμένα σαράντα σήμερα, είναι και από τις δύο πλευρές τρίτης ή τέταρτης γενιάς αστός, κάτοικος μικρής ή μεγάλης πόλης να διευκρινίσω ξανά.
Βεβαίως, στο πολιτιστικό άλμα από τη συλλογικότητα στην ατομικότητα μπορεί να συμβάλει και η ιδιοσυγκρασία ή η καλλιέργεια ενός ατόμου, αδιαμφισβήτητα τις τελευταίες δεκαετίες τα μέσα, ιδιαίτερα το διαδίκτυο, όμως τίποτε όσο η ίδια η εμπειρία της πόλης, η βιωματική από την παιδική ηλικία κατανόηση της ισορροπίας, από τη μια, των συλλογικών θεσμών ή συμβάσεων που καθιστούν λειτουργική τη ζωή της, από την άλλη, της άτυπης νομιμοποίησης της ποικιλίας, ιδίως της αταξίας στην έκφραση της ατομικότητας.
Έχω, λοιπόν, την εντύπωση πως ετούτη η γενιά που ακόμα δεν τριαντάρισε είναι απ’ αυτή την άποψη ωριμότερη από τις δικές μας. Παιδιά που δε γυρνάνε να δουν, δεν παραξενεύονται από τον άλλον, που εκτιμώ ότι ακόμα και δίχως μόρφωση ή καλλιέργεια δεν έχουν τις υποδοχές στη βάση της αντίληψής τους για ιδεοληψίες. Δε μου διαφεύγει ότι, αν άνοιγα πολιτική κουβέντα σ’ εκείνο το νεανικό κουρείο, θα εισέπραττα ολίγη από αντιμνημονιακή συνωμοσιολογία, ότι το πιθανότερο τριανταρίζοντας κι ετούτα τα αγόρια, με λυτούς και δεμένους, κάπου να «χωθούν» θα προσπαθήσουν, όμως, -και με το συμπάθιο, πάντοτε, τα σχήματα-, αν δε γέμισε αχνιστή υγρασία ο ορίζοντας του μυαλού μου, αν όντως υπάρχει αυτή η γενιά, μία γενιά με ασύνειδες έστω, όμως βιωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις νεαρών αστών, μπορεί να μας συμβούν και όμορφα πράγματα στο μέλλον.

Την επομένη Παρασκευή 24 και το Σάββατο 25 Οκτωβρίου, όπως και το μεθεπόμενο Σάββατο 1 Νοεμβρίου, από τις 12.00 έως τις 15.00, θα βρίσκομαι στο «Φωταγωγό», το βιβλιοπωλείο – στέκι των εκδόσεων «Το Ροδακιό», Κολοκοτρώνη 59Β, στη στοά Κουρτάκη. Ελάτε να γνωριστούμε.
Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή, «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

image

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

Ο Δανηλάκος πήγε τυπογραφείο.














Έτοιμο ήδη το σώμα του Δανιήλ, στον βιβλιοδέτη, σήμερα το πρωί τυπώνεται και το εξώφυλλο. Δε βλέπω την ώρα, σε δυο - τρεις μέρες, να τον πιάσω -βιβλιαράκι ζεστό- στα χέρια μου. 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Εις οιωνός άριστος, η Πελαγία Κυριαζή!


Έφτασα Αθήνα χτες, Τετάρτη, με την πολύ πρωινή πτήση, το εισιτήριο αγορασμένο προ πολλού, λόγω των μικροκαθυστερήσεων, καλύτερα εντέλει, θα παραβρίσκομαι στην εκτύπωση του εξωφύλλου αύριο το πρωί, κι ακόμα ευτυχέστερος που θα είμαι εδώ στον πρώτο Δανιήλ. Είχα ξυπνήσει, λοιπόν, τέσσερις το χαράματα, ο κοχλίας μου δεν είναι και υπόδειγμα, ταλαιπωρούμαι στα ταξίδια, ήμουν στην Κυψέλη κάπου στις εννιά. Άνοιξα παράθυρα, μπαλκονόρτα, και ζαλισμένος ακόμα κατηφόρισα προς τον Βασιλόπουλο της Αγίου Μελετίου για τα στοιχειώδη του ψυγείου. Άλλη σύγχυση εκεί, άλλαξαν όλη τη διαρρύθμιση, σαστίζω προς στιγμήν, και πάνω σ' όλο αυτό, πρώτα ακούω, ύστερα βλέπω μία κυρία, κι εκείνη κάπως χαμένη από τις αλλαγές του σουπερμάρκετ, μου απευθύνεται, "Μάλλον σας γνωρίζω, είστε ο Αντώνης Νικολής;", δεν προλαβαίνω να την αναγνωρίσω καλά - καλά, "Πελαγία Κυριαζή", είχαμε συναντηθεί στο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν της Τζούλιας Τσιακίρη, της εκδότριάς μου, πριν από δύο χρόνια, "εμείς, οι εικαστικοί, είμαστε οπτικοί τύποι, μας εντυπώνονται τα πρόσωπα", με απαλλάσσει ευγενικά από το να απολογηθώ για το σάστισμά μου. Μιλήσαμε το καλοκαίρι στο τηλέφωνο δυο - τρεις φορές, και στον ενικό στην τελευταία συνδιάλεξη, δε γνώριζε, βέβαια, πως μόλις είχα πατήσει το πόδι μου στην πόλη, την κούραση και τη ζαλάδα που κουβαλούσα. Μεμιάς ξυπνάω, σ' έκρηξη ενθουσιασμού την αγκαλιάζω, τη φιλώ, "Πελαγία μου, μόλις έφτασα! Δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό μου, την καλή τύχη που θα είμαι εδώ στην εκτύπωση του εξωφύλλου, και δες τι απίθανη σύμπτωση, ο πρώτος άνθρωπος που πέφτω πάνω του σ' ολόκληρη Αθήνα είσαι εσύ!", -να θυμίσω, η ψηφιακή ζωγραφική στο εξώφυλλο του Δανιήλ είναι της Πελαγίας-, "Θα πάρω την Τζούλια να της το πω: απίστευτος οιωνός!".
Και τι ψυχούλα η Πελαγία. Μεταρσιωμένη, τρυφερή, με τα μάτια πρωινά, μαλακά. Λάμπει. 
Μου λέει συχνά η Τζούλια πόσο εκτιμούσε τη ζωγραφική της ο Βασίλης Διοσκουρίδης. 
Τη φιλάω ξανά, της χαϊδεύω τα μαλλιά. 
Τι τυχερός ο Δανηλάκος μου...


Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Και άλλη αναγγελία της έκδοσης του Δανιήλ.


Στις 16 Σεπτεμβρίου 2014 σε άρθρο της στην Ελευθεροτυπία η κα Σταυρούλα Παπασπύρου είχε προαναγγείλει και εκείνη την έκδοση του Δανιήλ.

Η κα Παπασπύρου δεν τον συναρίθμησε μόνο στα προς έκδοση του φθινοπώρου, είχε να πει και μία κουβέντα: "το «Ροδακιό» κυοφορεί τη νουβέλα «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα» του Αντώνη Νικολή, ο οποίος μας είχε εντυπωσιάσει πριν από δύο χρόνια με το μυθιστόρημα «Διονυσία»".

Ευγνώμων.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Amália Rodrigues - δεκαπέντε χρόνια.

Amália Rodrigues, 23 Ιουλίου 1920 - 6 Οκτωβρίου 1999.
[Προηγούμενες αναρτήσεις: 1, 2, 3.]

Grito / Κραυγή, στίχοι της Αμάλια Ροντρίγκες, μουσική του Κάρλος Γκονσάλβες. Το τραγούδι που η ίδια ζήτησε να τη συνοδέψει στο ξόδι της.

Στο λαρύγγι αυτής της ύπαρξης αντηχούσε ο Ατλαντικός και ο Τάγος, το αεράκι τους στα στενά της Λισαβόνας. Τραγούδησε την πόλη με τις λυπημένες γειτονιές. Αρμονία από πολύ βαθιά. Η μοίρα των αληθινών. Με ματιές σαν από απόσταση κοίταζε μέσα της να δει τι της συνέβαινε. Της έμενε η απορία, όμοια με στοχαστική λύπη. Ποιος κατάλαβε και πότε όλη αυτή την κατοχή.

Τα χρόνια που ταξίδευα στη Λισαβόνα τής αφιέρωνα το πρωινό της τελευταίας μέρας. Ν' αφήσω ένα λουλούδι στο μνημείο της, στο Πάνθεον. Μέσα μου κάπως ταυτιζόταν με τη Σαπφώ. Ακουμπούσα για μερικά λεπτά την παλάμη στη σαρκοφάγο. Ο φίλος με περίμενε απ' έξω. Κατηφορίζαμε έπειτα την Αλφάμα ως την Κάτω Πόλη. Δε μιλάγαμε, ήξερε ότι συγκρατούσα με δυσκολία πολλούς λυγμούς.

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Μετανεωτερική ασχήμια.

Μετανεωτερική ασχήμια

Athens Voice,  27.9.2014.

image




















Πάει καιρός που ψηφίστηκε ο αντιρατσιστικός. Οι κυβερνώντες θα έπρεπε να είναι υπερήφανοι γι’ αυτό το νόμο. Γνωρίζω τις αντιρρήσεις ακραιφνών (ορισμένων και ακροδεξιών –άλλο οξύμωρο και τούτο-) φιλελεύθερων, αντιρρήσεις που δε συμμερίζομαι. Και οι ποσοστώσεις και ο αντιρατσιστικός, ευρύτερα ο παιδαγωγικός ρόλος της νομοθεσίας όπως και της εκπαίδευσης, άλλωστε, αποσκοπούν στο να ξεπεραστούν προκαταλήψεις και στερεότυπα, που από μόνη της, δίχως κάποια κεντρική ρύθμιση, καμιά κοινωνία δεν μπορεί να υπερβεί. Ιδίως σε πραγματικότητες όπως η νεοελληνική, όπου αν απέμεινε μία, όσο ανυπόληπτη, πάντως μία και τελευταία νομιμοποιητική αρχή, αυτή είναι το κράτος.
Πριν περάσω σ’ αυτό που με απασχολεί, θα ήθελα να μνημονεύσω δύο από τους υποστηρικτές του νόμου. Τον Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, βουλευτή Πιερίας της Νέας Δημοκρατίας, για το σύγχρονο ρίγος που διαπερνά το λόγο του, και τον Κώστα Τριαντάφυλλο, βουλευτή Χίου του ΠΑΣΟΚ, επίμονο και αθόρυβο υπερασπιστή των ατομικών δικαιωμάτων. Ας μου επιτραπεί αυτή η επιλεκτική αναφορά. Γιατί στήριξαν έναν αντιρατσιστικό με σαφή αναφορά στο σεξουαλικό προσανατολισμό και στην ταυτότητα φύλου, παρόλο που άντρες (και συναφή ζητήματα, σε ομοφοβικές κοινωνίες, επαφίενται συνήθως σε… καλλιεργημένες κυρίες), μολονότι μέλη των κυβερνητικών κομμάτων (με ακροατήριο τυπικά συντηρητικότερο), και το κυριότερο, παρά το ότι οι εκλογικές τους περιφέρειες βρίσκονται στην επαρχία.
Αλλά όπως και κάθε φορά που διαχειριζόμαστε θέματα αιχμής του μετανεωτερικού, μας αρέσει – δε μας αρέσει, κόσμου στον οποίο ζούμε, αναδείχθηκε ξανά ολόγλυφη η ασχήμια μας. Ιεράρχες που δημόσια απειλούν και εκβιάζουν εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, πολιτικοί δευτεροκλασάτοι που προσβάλλουν ηγέτες, αξίες και κατακτήσεις κοινωνιών -μελών της Ένωσης, κακόμοιροι και ανόητοι εθνικιστές που εξιχνιάζουν… σιωνιστικές συνωμοσίες πίσω από την ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος.
Να σημειώσω, παρεμπιπτόντως, πως, όταν ο Πειραιώς αποκαλεί σε έκλαμψη ρητορικής ευφράδειας Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ «εξαίσια πτώματα», όταν, χολωμένος που δεν τον αφήνουν να εκτονώνει μίσος κι απέχθεια προς την ομοφυλοφιλία, στην έξαψή του επάνω γλιστράει από το στόμα του το… καβαφικότατο επίθετο «εξαίσια», τότε τι άλλο έχουμε παρά ένα θαυμάσιο -θα έλεγα και εύγλωττο- συνειρμό;
Η υπέροχη ελληνική γλώσσα! Χαλάλι της οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια που της χάρισα...
Όταν στη δεκαετία του ’70 ξεκίναγε η τρίτη ελληνική δημοκρατία, ο δυτικός κόσμος ήδη αντιμετώπιζε τα ζητήματα της μετανεωτερικότητας. Εμείς, αντίθετα, δεν είχαμε διευθετήσει ακόμα πολλά από τα θεμελιώδη της νεωτερικότητας, η οποία σε μεγάλο βαθμό συμπυκνώνεται στην κατανόηση και εμπέδωση του φιλελεύθερου χαρακτήρα των δημοκρατιών. Οι τρομερές σέχτες του διαφωτισμού, ο εθνικοσοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, θεμελιώθηκαν ακριβώς σ’ αυτή τη μερική άγνοια. Αλλά και τρεις δεκαετίες μετά τον πόλεμο, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, λίγο - πολύ σοσιαλδημοκρατίες, δέχονταν κριτική και πολλές αναθεωρήσεις για τη γραφειοκρατική και αντιπαραγωγική αδράνειά τους. Οι άλλοι ξεκίναγαν τις αποκρατικοποιήσεις και μέσω των κινημάτων σταδιακά ενσωμάτωναν την τελευταία ομάδα των ατομικών δικαιωμάτων, διεύρυναν τον ποιοτικό χαρακτήρα των θεσμών τους, όταν εμείς με κάτι υποτυπώδεις μεταρρυθμίσεις για ξεκάρφωμα απλώναμε μακάριοι την αρίδα μας στην υπανάπτυξη, περιχαρείς την ονομάζαμε και σοσιαλισμό. Στην ουσία επρόκειτο για την εγκαθίδρυση μιας λαϊκιστικής ολιγαρχίας, που ιδιαίτερα μετά τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια μοιάζει και αδέσποτη και ανεξέλεγκτη και ασύδοτη.
Από μία άποψη αυτή η άτυπη και ιδιότυπη χρεοκοπία που βιώνουμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι το τέλος της πάγιας εθνικής στρατηγικής, της «φυγής προς τα εμπρός». Αυτήν εφάρμοσε ο κυβερνήτης Καποδίστριας, ο Τρικούπης αργότερα, ο Βενιζέλος κατ’ εξοχήν, και τελευταίος ο Καραμανλής. Ετούτος, μάλιστα, τη συνόψισε στην παροιμιώδη φράση του: «Εγώ σας πέταξα στη θάλασσα, εσείς να μάθετε κολύμπι».
Ωραία, αλλά πώς να κολυμπήσεις, πώς να σωθείς, με το ιερατείο ενός δόγματος μισθοδοτούμενο από το δημόσιο ταμείο, με ιδιαίτερο προνομιακό νομικό καθεστώς (ούτε οι διομολογήσεις των δυτικών στην ύστερη οθωμανική αυτοκρατορία!), ναοδομία, φορολογική ατέλεια, κ.λπ., επιπλέον συμπεριφερόμενο ως αν ήταν κάποια υπέρτερη νομοθετική εξουσία; Με την πολιτική τάξη, προκειμένου να διατηρήσει τα πελατειακά δίκτυά της, να συρρικνώνει την ιδιωτική οικονομία, να δημεύει την ατομική ιδιοκτησία; Με τους φερέλπιδες της αριστεράς, ειδικά, να επαγγέλλονται ένα ακόμα πιο διογκωμένο κράτος, άρα με επαπειλούμενη στο προσεχές μέλλον και τη ληστρική επιδρομή στις καταθέσεις;
Στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο ο διαχωρισμός κράτους εκκλησίας είναι δεδομένος από δεκαετίες. Σε ταξίδι μου την Ισπανία πριν από δύο χρόνια, το είδα σε ναό της Βαρκελώνης, μεταφέρουν την κυριακάτικη λειτουργία και απογεύματα Παρασκευής, για όσους τυχόν θα λείψουν από την πόλη το διήμερο. Τις Κυριακές από εκκλησιά σε εκκλησιά ποικίλλει η ώρα έναρξης, βρίσκει να λειτουργηθεί κανείς και στη μία το μεσημέρι. Και στις επισκέψεις σε συγγενείς της φίλης που με φιλοξενούσε, γνώρισα και έναν θείο της πάστορα, 83 χρόνων, που ακόμα ιερουργούσε, γιατί το ελάχιστο επίδομα της εκκλησίας, όχι κρατική σύνταξη, δεν του έφτανε για τα προς το ζην. Θέλω να πω, η ελεύθερη αγορά, που είναι αδιαμφισβήτητα πολύ πιο κοντά στη φύση της ζωής, δεν αποκλείεται και του Θεού, με άλλα λόγια, ο σεβασμός προς τον πιστό και την τσέπη του, ίσως βοηθήσει τους εξημμένους ιεράρχες μας κάπως να θυμηθούν την πραότητα και την ησυχία των ταπεινών ανθρώπων, την αγιότητα ίσως, αν καταλαβαίνω κιόλας απ’ αυτά τα πράγματα, γιατί και θεολόγος δεν είμαι.
Φέτος το καλοκαίρι στους τουριστικούς τόπους πλήθυναν και πια θα ’ναι κάθε χρόνο περισσότερες οι εικόνες σε δημόσιο χώρο ομόφυλων ζευγαριών πιασμένων χεράκι ή που φιλιούνται ή που κρατούν από το χέρι το παιδί τους. Είναι άλλο να διαβάζεις γι’ αυτά στο διαδίκτυο, άλλο να τα βλέπεις να υφίστανται δίπλα σου και μάλιστα τόσο φυσικά και αβίαστα. Και η ελευθερία είναι ιός, αγαπητοί μου, από κείνους μάλιστα που μεταδίδονται ταχύτατα.
Παπάδες και ατομικά δικαιώματα, πολιτικάντηδες και καινοτόμος επιχειρηματικότητα, πελάτες και δημοκρατία, το χέρι της επαιτείας στην Ευρώπη αλλά το φρόνημα στον Πούτιν, άλλο δεν πάνε μαζί. Ένα κουβάρι όλα μαζί, περδουκλώνουν τα πόδια μας. Πια, να τα σέρνουμε όλα μαζί δε γίνεται. Το πολύ μερικούς βασανιστικούς μήνες ακόμα. Ας επιλέξουμε.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Η συνοχή και η αλληλουχία.



Σήμερα τέλειωσα το πρώτο γράψιμο του δεύτερου μυθιστορήματός μου. Άρχισα να κρατάω σημειώσεις γι’ αυτό στις 22 Φεβρουαρίου του 2012, πριν από 31 μήνες ακριβώς. Θα το διορθώνω ως το τέλος του ερχόμενου Φεβρουαρίου (ίσως και το Μάρτιο) του 2015. 
[Αναρτήσεις που προηγήθηκαν: 1, 2, 3.]

Η φωτογραφία, πάνε τρεις βδομάδες τραβηγμένη, αλλά στο κλίμα των τελευταίων παραγράφων (από τον Δημήτρη Μποσνάκη).

Να σημειώσω μόνο εδώ πως όποια δουλειά κι αν κάνουμε, φτάνει μια στιγμή (αν είμαστε δοσμένοι και τυχεροί, βέβαια), που ένα μας επίτευγμα, έργο εν προκειμένω, μας επιτρέπει να σταθούμε όρθιοι. Επιτέλους να σηκωθούμε όρθιοι. Η ώθηση είναι εσωτερική, ενστικτώδης και αλάθητη, υπό την έννοια της ορμής ή της αλήθειας που εκλύεται απ' όλο το σώμα, απ' όλη την ύπαρξή μας, -το κυριότερο, δεν επηρεάζεται, δε συναρτάται από τις αντιδράσεις των άλλων.  Η στιγμή μου αυτή –απέραντα ευγνώμων που την έζησα- είναι η Διονυσία

Ετούτο το δεύτερο μυθιστόρημα ίσως αποδειχτεί για άλλο λόγο εξίσου καίριο. Φαίνεται να νομιμοποιεί, να αποδεικνύει τη συνοχή και την αλληλουχία στο ύφος της, όλη την προηγούμενη δουλειά μου (Νησί, Δανιήλ, Διονυσία).   

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Οι αξίες.



"Μακάρι όλοι οι συγγραφείς να παρέδιδαν στους αναγνώστες τέτοια συγκλονιστικά βιβλία. Τη χαρά της ανάγνωσης, ακολουθεί η ανάγκη της περισυλλογής. Είναι τόση η απόλαυση, που επιδιώκω να μην τελειώσει. Κάθε φορά που το πιάνω στα χέρια μου και βυθίζομαι στον κόσμο της πολύπαθης Διονυσίας, ξεμακραίνω από τους γύρω μου. Απόλαυση της ανάγνωσης σημαίνει να σε συναρπάζει και ο τρόπος που είναι γραμμένο ένα βιβλίο· η μεστή, πλούσια και ανεξάντλητη γλώσσα. Στάθηκα τυχερή στην επιλογή μου."

Η κυρία Σπυριδούλα Αποστολού (κατά facebook Spi Apostolou) δημοσίευσε στη σελίδα Διονυσία το παραπάνω σημείωμα. Με συγκίνησε η αμεσότητα και η οικονομία της διατύπωσής της, με κολάκεψε επιπλέον, εννοείται.

Είναι άνθρωπος αξίας όποιος ψάχνει να δώσει αξία σ' αυτό ή σ' αυτόν που βρίσκεται κοντά του.

Αναζητήστε όσους, ιδίως συγγραφείς, εσχάτως, στη γελοία μόδα της καταγραφής των δέκα βιβλίων που τους σημάδεψαν περισσότερο, περιλαμβάνουν έστω ένα νεοελληνικό και δη κοντινό στα χρόνια τους (αλλά και ποιο)... Ακουσίως αποτιμούν τον εαυτό τους, βέβαια.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Λερναία... μπουκαμβίλια.

Τώρα, στις τελευταίες παραγράφους του δεύτερου μυθιστορήματός μου, κι όπως κοιτάζω διαγωνίως απέναντι την μπουκαμβίλια να μου χιμάει με τα κλωνάρια της, λέω ότι ετούτη η μπουκαμβίλια μοιάζει με την αφήγηση, ότι η αφήγηση είναι κάπως ένα θηρίο με κόκκινα κεφάλια.
Σχήματα του λόγου, βέβαια, και λογοπαίγνια.
Όμως την αφήγηση την ανασαίνουμε. Συχνά άδηλη, πού και πού την αναλογιζόμαστε, ύστερα πάλι την ξεχνούμε, υπάρχει κάτω από το στήθος μας κι όταν ακόμα νομίζουμε ότι δεν αφηγούμαστε. 

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Ανάμεσά τους και ο Δανιήλ.

Στο σημερινό Βήμα της Κυριακής (7 Σεπτεμβρίου 2014), σε άρθρο του Γρηγόρη Μπέκου ("Όλες οι νέες εκδόσεις του φθινοπώρου"), ανάμεσα σε καμιά σαρανταριά νεοελληνικούς τίτλους λογοτεχνίας καταλέγεται και Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα. Οι πληροφορίες ζητήθηκαν από τους ενδιαφερόμενους εκδότες, για τον Δανιήλ από την Τζούλια Τσιακίρη (Τὸ Ροδακιὸ).

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Στην αλάνα του μίσους.

Στην αλάνα του μίσους

image

















Athens Voice, 24-8-2014.
Δεν υπάρχουν σαφείς ιδεολογικοί σχηματισμοί, ουσιαστικά δεν υπήρξαν ποτέ στην Ελλάδα. Και στο βαθμό που υπάρχουν είναι συνήθως υποτυπώδεις και προσχηματικοί. Να θυμηθούμε τον Ροΐδη*: «Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουσιν άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν∙ αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία, μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.» Μ’ άλλα λόγια, ο καβγάς είναι για το γκοβέρνο, δηλαδή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για το δημόσιο κορβανά. Πέρασαν 139 χρόνια από τη διαπίστωση του Ροΐδη, και ας προσέξουμε, φέρ’ ειπείν, πώς και από πού έφτασε να μαζεύει ψήφους και αυτή η φέρελπις αριστερά: ας είν’ και ιδιοκτήτες, ας είν’ και θεοσεβούμενοι του Όρους!
Να μην απορούμε. Στον κόσμο μετά το Διαφωτισμό πρώτα ιδρύεις κράτος (το κράτος - έθνος ή στο όνομα της αυτοδιάθεσης του έθνους το κράτος της οικείας σ’ αυτό αστικής τάξης), έπειτα αποφασίζεις αν θα είναι μεγάλο ή μικρό, αν η προτεραιότητα θα δίνεται στα άτομα ή στις συλλογικότητες κ.τ.ό. Εδώ, σ’ εμάς, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ η πρώτη, η ιδρυτική συνθήκη. Και είναι γι’ αυτό που η πραγματική ιδεολογική αντιπαράθεση παραμένει σταθερά η ίδια εδώ και δύο αιώνες, (για πολλούς λόγους, ωστόσο, σχεδόν αφανής): από τη μια το αίτημα του εξευρωπαϊσμού, της ορθολογικής και άρα πολιτικά φιλελεύθερης διοίκησης, από την άλλη η ισχυρή αδράνεια που σχετίζεται με ό,τι θα περιγράφαμε ως μεταοθωμανική καθυστέρηση.
Άλλωστε δεν υπήρξε πουθενά στον κόσμο σοβαρή ιδεολογική διαμάχη ή μια άλλη διακυβέρνηση, η σοσιαλδημοκρατική ας πούμε, αν προηγουμένως δεν είχε στέρεα θεμελιωθεί το αστικό σύγχρονο κράτος, το οποίο, πάλι, παντού κατ’ αρχάς και κυρίως οργανώθηκε από συντηρητικά ή και φιλελεύθερα, δηλαδή δεξιά κόμματα. Δίχως ορθολογικό σύγχρονο κράτος, η νεοελληνική κοινωνία -και νομίζω όχι αδικαιολόγητα- φοβάται ότι ο φιλελευθερισμός θα την οδηγούσε σε μορφές διάλυσης με μεγάλη αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων, αλλά και ότι η αριστερά, όπως ήδη το δοκίμασε, θα την ξανάριχνε στον αφόρητο λαϊκισμό, στη διάχυση της ανομίας και εντέλει στην κατάρρευση.
Με αυτό το κράτος δεδομένο, είναι εύλογο όλα να υφίστανται περισσότερο σαν προσχήματα. Οι επιμέρους θεσμοί, όπως τα κόμματα ή η διάκριση των εξουσιών, ο δημοκρατικός και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος, στο σύνολό του ο λεγόμενος δημόσιος βίος. Κοινοβουλευτική δημοκρατία στα όρια της παρωδίας: εκλεγμένες κυβερνήσεις που ορκίζονται στο τελετουργικό τυπικό που ορίζει το ιερατείο της επίσημης (κρατικής) θρησκείας! Σε μια εικόνα όλη η γελοιότητα μαζί.
Και τα προσχήματα τα σώζει το φιλότιμο: του υπαλλήλου που παρά την ισοπέδωση και την παρακμή συνεχίζει με ζήλο τη δουλειά του, του γιατρού του ΕΣΥ που με αυταπάρνηση εννοεί να κρατάει σε λειτουργία μία ολόκληρη κλινική, του ανώτερου στελέχους σ’ ένα υπουργείο ή του μέλους της πολιτικής ηγεσίας, όλων αυτών που παραδόξως συνεχίζουν να μοχθούν. Βέβαια, αποτελούν τις εξαιρέσεις, δε δίνουν τον τόνο, δεν αποτελούν το μέσο όρο. Αλλά και ευρύτερα στον πληθυσμό η πολιτική συνείδηση και συμπεριφορά κάτω από μια τέτοια γενική συνθήκη είναι περισσότερο αισθηματολογικής φύσεως, σχεδόν παιδική, και πάντως σπάνια υπεύθυνη και συνειδητή. Ο λόγος που χρησιμοποίησα ήδη στον τίτλο του άρθρου τη μεταφορά της αλάνας: εκεί όπου συχνάζουν παιδιά.
Οι αλάνες, αν μου επιτρέπετε το σχήμα, είναι δύο. Γειτνιάζουν και επικοινωνούν με πολλές διόδους. Η μία, η αλάνα του φθόνου, της αριστεράς στις ποικίλες συνομοταξίες της, και παραδίπλα, η άλλη, η αλάνα του μίσους, ο δεξιός –να τον πω-παιδότοπος. Εδώ, να γίνω αναλυτικότερος. Σε τούτη την αλάνα συχνάζουν παλιομοδίτες δεξιοί, η πλειονότητα -όχι το σύνολο όπως παλιότερα- των απολίτικων, η μεγάλη μάζα των κεντρώων και κεντροδεξιών, οι περισσότεροι απ’ όλους αυτούς μετά τη χρεωκοπία ολοένα πιο φοβισμένοι συχνά και εξαθλιωμένοι μικροαστοί, και εσχάτως το επιθετικότερο και αυθαδέστερο κομμάτι των λούμπεν νεοελλήνων, οι χρυσαυγίτες. Με διαβαθμίσεις, ασφαλώς, αλλά είναι η αλάνα όπου κυριαρχεί το μίσος, ο φόβος προς τον ξένο, προς οτιδήποτε μοιάζει να παραβιάζει τις πόρτες της μικρής μας πατρίδας. Συμφωνώ με όσους εκτιμούν ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι εδώ που πύκνωσε το ακροατήριο. Άλλωστε και στο μεγαλύτερο μέρος της η comme il faut νεοελληνική κεντροαριστερά, λίγο να την ξύσεις, δυστυχής ανέστια κεντροδεξιά μοιάζει.
Μικροπολιτική, αντιφατικές τακτικές, βραχυπρόθεσμες στρατηγικές. Όλα λάθος. Κυρίως το ότι για τον όποιο σχεδιασμό η ηγεσία του εν λόγω χώρου περιμένει τις συμβουλές των δημοσκόπων. Όταν ένα κομμάτι της κοινωνίας μετατραπεί σε όχλο, ο κοινοβουλευτικός οφείλει να σηκώσει τη φωνή. Ας θυμηθούμε τον Βενιζέλο κόντρα στο συγκεντρωμένο πλήθος στην Πλατεία Συντάγματος. Οι ακραίοι, οι λούμπεν, ο όχλος τιθασεύεται ∙ δε νουθετείται. Όποιον πάει να τους νουθετήσει, τον κράζουν φλώρο και πουλημένο. Ο καλύτερος τρόπος να τους διαλύσει κανείς είναι η επιθετική περιφρόνηση. Είναι άλλο ο ακροδεξιός πολίτης, άλλο ο όχλος των λούμπεν. Σήμερα αυλίζεται στο μίσος, αύριο με την ίδια αυθάδεια θα περάσει στο φθόνο. Είναι έξω από το λόγο, είναι σκυλολόι, είναι μοιραίο λάθος να τους φλερτάρει, καν να τους λογαριάζει κανείς.
Το αντίδοτο στο μίσος και το φόβο, φίλοι της δεξιάς αλάνας, είναι η ελευθερία. Η ελευθερία στην οικονομία, δηλαδή οι όσο γίνεται λιγότεροι φόροι, (με διασφαλισμένη ορθολογική διοίκηση και πρόνοια ευνομούμενου κράτους προηγουμένως, εννοείται), αλλά και τα όσο γίνεται περισσότερα ατομικά δικαιώματα. Στον τόσο έκδηλα ομοφοβικό και σκοταδιστικό όχλο απαντήστε επιθετικά με πολιτικές που διευρύνουν ορίζοντες, σπάνε στερεότυπα, καταφάσκουν στην πιο βαθιά ανθρώπινη ανάγκη, την ανάγκη για ελευθερία.
Υ.Γ. Εξαιρετικά αφιερωμένο, όπου δει. Σε πρόσφατη δήλωσή του ο πρωθυπουργός και αρχηγός των συντηρητικών της Μεγάλης Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Όταν υπάρχουν παιδιά που έχουν την ανάγκη μιας οικογένειας να τα αγαπάει και υπάρχουν ομόφυλα ζευγάρια με τόση πολλή αγάπη να προσφέρουν, δε θα επιτρέψουμε στις προκαταλήψεις να εμποδίσουν την ευημερία των παιδιών μας ή την πρόοδο προς μια πιο ανοικτή κοινωνία.»

*Από τον «Ασμοδαίο», Πολιτικόν Δελτίον, 8-6-1875. [Εμ. Ροΐδης, άπαντα, Ερμής 1978, τόμος Β’ σελ. 138]