Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Εικόνες της φιλελεύθερης δύσης.

Εικόνες της φιλελεύθερης δύσης

image



















Athens Voice, 30/5/2015 
Τις προάλλες σε σπίτι φίλων, συζητούσαμε τα σχετικά με τους γάμους ομοφύλων και συμφωνούσαμε πόσο αντιδραστικό είναι πλέον ακόμα και το να συνηγορείς υπέρ ενός συμφώνου συμβίωσης, ν’ αρνιέσαι ωστόσο τον απολύτως ισότιμο (πολιτικό) γάμο ομοφύλων. Οι φίλοι, ετερόφυλο ζευγάρι, ανάμεσα σαράντα και πενήντα στις ηλικίες, ανήκουν στους αδιαμφισβήτητα ανοιχτόμυαλους. Κάποια στιγμή, από τον τόνο της φωνής τους που χαμήλωνε, σήκωσα το κεφάλι, μας πλησίαζε ο έφηβος γιος τους, κάτι ζητούσε από τη μάνα του, σταματήσαμε την κουβέντα, περιμέναμε να απομακρυνθεί, να συνεχίσουμε. Και θα μου διέφευγε η σημασία του στιγμιότυπου, αν δεν έπεφτα πάνω στη φωτογραφία του Reuters από το πρόσφατο δημοψήφισμα της Ιρλανδίας: σκαρφαλωμένα στα κάγκελα μιας πύλης παιδιά -ούτε δεκάχρονα- με τις σημαίες του ουράνιου τόξου στα χέρια πανηγυρίζουν για την υπερψήφιση του ισότιμου γάμου στην πατρίδα τους.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

28 Μαΐου 1979.

28 Μαΐου 1979. 
Το σημαντικότερο ορόσημο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδος.
Κωνσταντίνος Καραμανλής πρεσβύτερος.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Marguerite Yourcenar: Η Άβυσσος.


Η Άβυσσος ανήκει στα έργα που γράφονται και ωριμάζουν σε μακρά χρονικά διαστήματα, εμπεριέχουν σε βαθύτερα στρώματά τους έως και νεανικές δοκιμές, είναι για τη Γιουρσενάρ ό,τι ο Πειρασμός για τον Φλομπέρ.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται κυρίως στην αναγεννησιακή Φλάνδρα του 16ου αιώνα, ανάμεσα στο 1510 και 1569, στα όρια της ζωής ενός φανταστικού «ιστορικού» προσώπου, του Ζήνωνα, αλχημιστή και φιλοσόφου και γιατρού, που ως νόθος γιος της αδελφής του τραπεζίτη Ερρίκου Ζυστ είχε την επιλογή των θεολογικών σπουδών και της ιερατικής σταδιοδρομίας, τις οποίες όμως δεν ακολούθησε. Στην εποχή κυριαρχεί το ουμανιστικό πρότυπο του πανεπιστήμονα (homo universalis). Φιλόσοφος και τυχοδιώκτης, θα ταξιδέψει πολύ, θα κυνηγηθεί, θα ζήσει περιόδους με πλαστά ονόματα και ταυτότητες. Όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας στο επίμετρο (σελ. 388-389): «Ο Ζήνων, που υποθέτουμε να γεννιέται το 1510, θα ήταν εννιά χρονών την εποχή που ο γέροντας Λεονάρντο έσβηνε στην εξορία του στην Αμπουάζ, τριάντα ενός στο θάνατο του Παράκελσου, με τον οποίο άλλες φορές τον κάνω να συνοδοιπορεί κι άλλες ν’ ανταγωνίζεται, τριάντα τριών στο θάνατο του Κοπέρνικου, που δε δημοσίευσε το μεγάλο του έργο παρά στην κλίνη του θανάτου (…)». Πρόκειται για την εποχή κατά την οποία ηττώνται τόσο η Μεταρρύθμιση, μετεξελισσόμενη σε προτεσταντισμό, όσο και ο Καθολικισμός ως Αντιμεταρρύθμιση, οι ηγεμόνες βασιλείς και οι ευγενείς αρχίζουν να κλονίζονται, τους αμφισβητεί η νέα τάξη που αναδύεται, η αστική, και η ραγδαία αναπτυσσόμενη μαζί της οικονομία, η καπιταλιστική.

Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Χλωρίδα από τον τόπο σου...


Στον κήπο όχι μόνο παραδείσια πουλιά από τη Μαδέρα, αλλά και ασπαρτιές, σπάρτα, που ξερίζωσα ο ίδιος, νεαρά βλαστήματα, από τη Ζιά, από το Δίκαιο, νερακίζια επίσης, λεβάντες και άλλα. (...Που εντός μου η Πορτογαλία δε λογιζόταν στους ξένους τόπους, -εκεί αναπαυόμουν-, στην ηπειρωτική της χώρα, κιόλας, είδα πολλές φορές στις άκριες των εξοχικών δρόμων σπάρτα, μακριές γραμμές κιτρινισμένους φράκτες, όπως κι εδώ.) Και άραγε ποια τα σύνορα της χλωρίδας... Παλιότερα πίστευα ότι τα εκατοντάφυλλα, τα μπομπόνια και τα μαγιάτικα ήτανε εγκλιματισμένες, ντόπιες, δικές μας ποικιλίες τριαντάφυλλα, μέχρι που βγήκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου πέρσι το καλοκαίρι στη Βερόνα, έβλεπε σε κηπάρια λαϊκών σπιτιών, αβοτάνιστα, με κανέναν κισσό ή άλλο αναρριχώμενο και ξεχασμένα σαν αυτοφυή μόνο εκατοντάφυλλα, μπομπόνια και μαγιάτικα. Να τα ’φεραν κι αυτά οι Ιταλοί στο νησί, εικάζω πιθανότερο να πρόκειται για παλιές ποικιλίες διαδεδομένες ένα γύρο στις χώρες της Μεσογείου, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν αποδύομαι... και τον ιστορικό της γεωπονίας…




Εδώ που κάποτε –προ κόκκινου σκαθαριού- έθαλλε ένας εύρωστος φοίνικας. Άφησα τις λεβάντες να θεριέψουν δίκην πένθους για το ωραίο άλλοτε δέντρο.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Marguerite Yourcenar: Αδριανού Απομνημονεύματα.



Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (8 Ιουνίου 1903 – 17 Δεκεμβρίου 1987) συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές των γαλλικών γραμμάτων του 20ού αιώνα. Ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1981. Οι σπουδές της επικεντρώθηκαν κυρίως στα κλασικά γράμματα. Από το 1942 εγκαταστάθηκε μόνιμα στις ΗΠΑ, στο νησί Μάουντ Ντέζερτ της πολιτείας του Μέιν. Έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της εκεί, και για περίπου σαράντα χρόνια μαζί με τη σύντροφό της Γκρέις Φρικ.
Το Αδριανού Απομνημονεύματα (1951) της χάρισε την παγκόσμια αναγνώριση, τιμήθηκε με το Prix Femina για την Άβυσσο (1968) και με το Grand Prix Litteraire για το σύνολο του έργου της το 1972.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Gustave Flaubert: Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου.



Ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου είναι το έργο που φαίνεται να απασχόλησε τον Φλομπέρ σ’ όλη σχεδόν τη συγγραφική του ζωή, -υπάρχει σε τρεις γραφές, του 1849 (πριν από τη Μαντάμ Μποβαρύ), του 1856 (πριν από τη Σαλαμπώ) και του 1871(ενώ ήδη έγραφε το Μπουβάρ και Πεκυσέ). Παρά το ότι καταχωρίζεται και στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος, το τέμνει -καλύτερα- κατά έναν τρόπο, σίγουρα το ξεπερνάει, κατά τον Michel Foucault είναι κάτι σαν το (όλον) Βιβλίο Flaubert, «Μετά απ’ αυτόν θα μπορεί πια να γεννηθεί το Βιβλίο Mallarmé, κι έπειτα ο Joyce, ο Roussel, ο Kafka, ο Pound, ο Borges. Η βιβλιοθήκη άρπαξε φωτιά (από το επίμετρο της έκδοσης του Ηριδανού, σελ. 161)». Πράγματι, μοιάζει με συγγραφικό πείραμα που αφέθηκε σκοπίμως ανοιχτό, μάλλον περισσότερο κι απ’ το κύκνειο Μπουβάρ και Πεκυσέ. Νομίζω, επίσης, αποτελεί την ανοιχτή ελεύθερη πρόσβαση στο Εργαστήρι Φλομπέρ: όλα τα στοιχεία του ύφους, της μαστορικής του, βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ. Ξαναδιαβάζοντας τώρα και σ’ αυτή την περίοδο της ζωής μου τον Πειρασμό, τον ίδιο τον Φλομπέρ, δηλαδή, να παρακολουθεί τον εαυτό του εκτεθειμένο στους πειρασμούς του μοναχικού αισθητή, συνειδητούς ή ασύνειδους, στις φοβερές προβολές τους στο νου του, στην όπως κι αν την παρακολουθήσει κανείς πάντως ευφάνταστη και μνημειώδη μακρότατη παραίσθηση – ονειρική παρέλαση (πολλές φορές γκροτέσκα ή ακόμα και μπουφόνικη) αιρεσιαρχών, θεοτήτων, δαιμονίων, τεράτων, και που ως προς τον πειραματικό λογοτεχνικό χαρακτήρα της δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από μεταγενέστερους νεωτερισμούς, αναλογιζόμουν ότι ο Φλομπέρ συγγραφέας δε συνέθεσε απλώς έργα – σταθμούς στην πορεία του, αλλά ότι διέτρεξε σ’ όλη της την έκταση τη λογοτεχνία, -θαυμαστή αλλά και πόσο, άραγε, επώδυνη διαδρομή. Στον Πειρασμό ξεκινάς με την εντύπωση ότι διαβάζεις θεατρικό κείμενο, θεατρικό ακόμη και στην εικόνα της σελίδας, έπειτα αντιλαμβάνεσαι πως το πράγμα δε χωράει σε καλούπια, ότι περιέχει φόρμες ευέλικτες, όγκο απίστευτο πραγματολογικού υλικού αλλά και ελεύθερη ονειροπόληση, αφήγηση ρευστή, με πολλή και εσωτερική ένταση, και εντούτοις δίχως ίχνος επιτήδευσης, ότι η ανάγνωση δε σκαλώνει πουθενά.

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Καλοκαιριάζει...

Coldplay - A Sky Full Of Stars.

Καλοκαιριάζει, τα νεαρόπαιδα φορτώνονται τα οργανάκια τους, ξεσηκώνουν το ένα το άλλο, πανηγυρίζουνε.

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Κάτω στο λούμπεν μαχαλά.

Κάτω στο λούμπεν μαχαλά

image

















Athens Voice, 9/5/2015

Μέρα τη μέρα κάτι καλό σαν ν’ αχνοφαίνεται στην άκρη του ματιού μας. Θέλω να πω, όλο και περισσότεροι σαν να κοιτάζουμε γύρω μας με λίγο πιο ξύπνιο, με λίγο λιγότερο αφηρημένο βλέμμα, να συνειδητοποιούμε –σοφότεροι;- ότι μοίρα της ιστορίας μικρή, αλλά γενναιόδωρη, το πιθανότερο θα αποτρέψει την αυτοκαταστροφή μας.
Ίσως έπρεπε ήδη από το 2009 να έχουμε αναλογιστεί και συζητήσει δύο πράγματα περισσότερο: πρώτον, ότι οι ομάδες της ντόπιας πολιτικής τάξης στη λυσσαλέα κάθε φορά επιδίωξή τους για κατίσχυση, εδώ και δύο αιώνες, συμπαρασύρουν τη χώρα στην (ακραία) καταστροφή μόνον όταν το διεθνές περιβάλλον για τον άλφα ή βήτα λόγο συγκατατεθεί σ’ αυτό (δεκαετία του ’20 Μικρασιατική Καταστροφή, δεκαετία του ’40 Εμφύλιος), άρα, καθώς τώρα δα δύσκολα θα δινόταν μια τέτοια συγκατάθεση, μ’ ό,τι κι αν σκαρφίζονταν οι φιλότιμοι ετούτοι, σε μοιραίες καταστάσεις μάλλον δε θα μας οδηγούσαν, και δεύτερον, ότι αργά ή γρήγορα την αιτία της χρεωκοπίας, όσο κι αν εθελοτυφλούσαμε, θα τη βλέπαμε.
Οι ντόπιοι πολιτικοί δεν είναι λιγότερο έντιμοι ή αξιόλογοι από συναδέλφους τους αλλού, απλώς στο αδιέξοδο (και αναγκαστικά φαύλο γιατί καθυστερημένο) καθεστώς της πελατειοκρατίας, κοτζαμπάσηδες – πολιτικάντηδες με τα δίκτυά τους, εκόντες – άκοντες δρουν τυχοδιωκτικά, αδέσποτοι, ο καθείς και το ασκέρι του, το πλέγμα σχέσεων πατρονίας του, έξω από τις δομές της κοινωνίας, όχι εκπρόσωποι των πολιτών, μα ούτε ποτέ υπόλογοι ή έστω συνδιαλεγόμενοι μαζί τους. Με τη συμμετοχή, (τη συνέργεια, για την ακρίβεια), βέβαια, σεβαστού ποσοστού του πληθυσμού.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Η εσωτερική αφήγηση / σημειώσεις στην Άννα Καρένινα.



Η αφήγηση με εσωτερική εστίαση είναι συχνή, βέβαια, στην Άννα Καρένινα, προκειμένου μ’ αυτήν να αιτιολογηθούν κίνητρα ή δράσεις των προσώπων. Κάποτε, όμως, σπανιότερα, (και εκεί ο Τολστόι προαναγγέλλει και εκείνος την επερχόμενη νεωτερική λογοτεχνία του 20ού αιώνα), η αποκάλυψη του εσωτερικού κόσμου του ήρωα μοιάζει μάλλον μετέωρη και να μη χρησιμεύει παρά για μια φευγαλέα ματιά στο ασυνείδητό του. Το έκαναν συχνότερα, και νομίζω καλύτερα, και ο Φλομπέρ και ο Μέλβιλ, ακόμα –ακόμα, ίσως, και ο Ντοστογιέφσκι. Το δαιμόνιο του Τολστόι αποτυπώνεται στις πολυπρόσωπες σκηνές, στις επιταχύνσεις, στις επιβραδύνσεις, γενικότερα στο ρυθμό, επίσης στην εξαιρετική ικανότητα να περνάει το κέντρο της αφήγησης σε δεύτερο πλάνο διευρύνοντας ή και μετατοπίζοντας την εστίασή του (όπως στις σελίδες της ιπποδρομίας, με τον Βρόνσκι να αγωνίζεται, την Άννα να τον παρακολουθεί με τα κιάλια ανάμεσα στους θεατές, και εκείνην, παράλληλα με το θέαμα του αγώνα, ο απατημένος Καρένιν), καθώς και στις μακροσκελείς, οιονεί παρεκβάσεις, εμβόλιμες αφηγήσεις ή εγκιβωτισμούς, όπου όμως έμμεσα φωτίζει τους χαρακτήρες των ηρώων του (η διαμονή της Κίττυ στη λουτρόπολη του Κάρλσμπατ, το κοσάρισμα του Λέβιν μαζί με τους μουσίκους του κ.ά.).
Τα παρακάτω αποσπάσματα, ιδίως το πρώτο, αποτελούν ενδεικτικά νεωτερικής εσωτερικής αφήγησης:
Σελ. 185-186: «…Πηγαινόφερνε το χαρτοκόπτη πάνω στο τζάμι, ακούμπησε ύστερα τη λεία και κρύα επιφάνειά του στο μάγουλό της και παραλίγο να γελάσει δυνατά απ’ τη χαρά της που την έπιασε ξαφνικά και δίχως αιτία. Ένιωθε πως τα νεύρα της, σαν χορδές, τεντώνονταν όλο και περισσότερο, λες και τυλίγονταν οι άκρες τους σε κάποια κουρντιστήρια. (…) Τρόμαξε διαπιστώνοντας πως ξεχνιέται και χάνει την αίσθηση του περιβάλλοντος. Μα κάτι την τράβαγε και είδε πως μπορεί να βυθίζεται και να συγκρατιέται όπως και όταν ήθελε. Σηκώθηκε για να συνέρθει κι έβγαλε τη ζεστή πελερίνα της. Για μια στιγμή συνήρθε και κατάλαβε πως ο αδύνατος μουζίκος που μπήκε στο βαγόνι φορώντας ένα μακρύ παλτό που του έλειπε ένα κουμπί, ήταν ο θερμαστής και είχε έρθει να κοιτάξει το θερμόμετρο, και πως ο άνεμος και το χιόνι όρμησαν το κατόπι του μέσα στο βαγόνι. Ύστερα όμως όλα ξαναχάσαν τον ειρμό τους… Κείνος ο ψηλός μουζίκος άρχισε κάτι να ροκανίζει στον τοίχο, η γριά άρχισε να τεντώνει τα πόδια της σ’ όλο το μάκρος του βαγονιού και το γέμισε με ένα μαύρο σύννεφο ύστερα κάτι άρχισε να τρίζει φοβερά και να χτυπάει σάμπως να σκίζανε κάποιον κομμάτια ύστερα μια κόκκινη εκτυφλωτική φωτιά κι ύστερα όλα τα έκρυψε ένας τοίχος. Η Άννα ένιωσε πως έπεφτε στο κενό. Όμως, όλα αυτά δεν ήταν καθόλου τρομερά, ήταν απεναντίας διασκεδαστικά. Η φωνή ενός κουκουλωμένου, χιονισμένου ανθρώπου κάτι ούρλιαξε πάνω απ’ τ’ αυτί της. Η Άννα ανασηκώθηκε και συνήρθε κατάλαβε πως είχαν φτάσει σ’ ένα σταθμό και πως αυτός ήταν ο ελεγκτής. Είπε στην Άννουσκα να της δώσει την πελερίνα που είχε βγάλει και τη μαντίλα της, τις φόρεσε και προχώρησε κατά την πόρτα.»

Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Και ο τίτλος αυτού: «Ο θάνατος του μισθοφόρου».



Μυθιστόρημα σε επτά κεφάλαια, το ξεκίνησα το Φεβρουάριο του 2012, το τέλειωσα το Σεπτέμβριο του 2014. Έκτοτε, έως και πρόσφατα, το διορθώνω, (πάει εικοσαήμερο, επίσης, που το κατοχύρωσα στο συμβολαιογράφο μου). Στο τέλος του έκτου κεφαλαίου με κάποιο τρόπο η δράση μεταφέρεται στην εποχή των Ιωαννιτών Ιπποτών, κι εκεί επιχείρησα την πρώτη μου δοκιμασία στο ιστορικό μυθιστόρημα. Είχα μεγάλη αγωνία να τα καταφέρω, μόνο τότε θα ξεκινούσα τη νέα μου εργασία.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Γουσταύος Φλομπέρ: το έπος της Σαλαμπώ.

Ο Γουσταύος Φλομπέρ αδιαμφισβήτητα ανήκει στους πολύ πολύ σπουδαίους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Νομίζω δικαίως ο Μίλαν Κούντερα τον χαρακτηρίζει το μυθιστοριογράφο - πρώτο αντιλυρικό ποιητή, υπό την έννοια πως, παρά την πρόζα ή την έλλειψη των τεχνικών χαρακτηριστικών της ποίησης (μέτρου, ρίμας κ.λπ.), η επεξεργασία του ύφους είναι τόση, τόση η λογοτεχνία, όση παραδοσιακά αποδίδεται στην ποίηση. [(Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, εκδ. Εστία, σελ. 152): 1857: η σπουδαιότερη χρονιά του αιώνα. Μαντάμ Μποβαρύ: για πρώτη φορά ένα μυθιστόρημα είναι έτοιμο ν' αναλάβει τις υψηλότερες απαιτήσεις της ποίησης (την πρόθεση να "ψάξει πάνω από κάθε ομορφιά"), τη σημασία κάθε ξεχωριστής λέξης, την έντονη μελωδία του κειμένου, την επιταγή της πρωτοτυπίας εφαρμοζόμενη σε κάθε λεπτομέρεια. Από το 1857, η ιστορία του μυθιστορήματος είναι η ιστορία "του μυθιστορήματος που έγινε ποίηση". ...Οι μεγαλύτεροι μεταξύ "των μυθιστοριογράφων που έγιναν ποιητές" είναι βίαια αντιλυρικοί: Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Γκομπρόβιτς. Μυθιστόρημα = αντιλυρική ποίηση.]
Μ’ άλλα λόγια, ένας, ίσως ο πρώτος, στυλίστας μυθιστοριογράφος.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Gustave Flaubert, ο συγγραφέας.

Από τον πρόλογο του Jacques Suffel (1964) στη Σαλαμπώ [Γκυστάβ Φλομπέρ, Σαλαμπώ, εκδ. Ζαχαρόπουλος, σελ. 11-12]:
"Την άνοιξη του 1862, η Σαλαμπώ, στην οριστική της μορφή, περίμενε πια τον εκδότη. Ο Φλομπέρ δεν ήταν καλόβολος διαπραγματευτής. Απέρριπτε ως υποτιμητική κάθε αίτηση προηγούμενης ανάγνωσης και, έχοντας συνείδηση της λογοτεχνικής του αξίας, ζητούσε για τα βιβλία του υψηλή τιμή. Τελικά, στις 30 Μαΐου έγραψε στον εκδότη του, Μισέλ Λεβύ: " (...) Πήγαινε στου κ. Ερνέστ Ντυπλάν, στην οδό Σαιντ -Ονορέ, αρ. 163 (είναι συμβολαιογράφος)... Σε προειδοποιώ, αγαπητέ μου Μισέλ, ότι θα βρεις τις απαιτήσεις μου υπερβολικές, αλλά σε παρακαλώ να λάβεις υπόψη σου ότι για το έργο αυτό χρειάστηκα πέντε χρόνια και μου στοίχισε σε ταξίδια και διάφορα έξοδα τουλάχιστον τέσσερις χιλιάδες φράγκα. Γνωρίζεις, άλλωστε, ότι πουλώ καλή ποιότητα.""
(Οι υπογραμμίσεις δικές μου.) 

[Για τον Γουσταύο Φλομπέρ και: 1, 2, 3.]

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Dom La Nena, Sambinha.

Η Ντον Λα Νένα από το Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας τραγουδάει την τρυφερή σάμπα Sambinha. Αντίδοτο: ο πλανήτης δεν κατοικείται μόνο από τοξικούς μικροαστούς.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Οι απαρχές.



Αυτές τις μέρες, στα τελειώματα του δεύτερου μυθιστορήματός μου, ξεκίνησα και την προεργασία για το επόμενο. Ελπίζω να μου δοθεί ο αναγκαίος γι' αυτό χρόνος, η υγεία και η δύναμη, -ανήκει στην πολύ απαιτητική κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος.
Θα χρειαστώ, όπως πρόχειρα υπολόγισα, περί τους 48 μήνες, τέσσερα χρόνια, (μα και για το άρτι περαιωθέν που λογάριαζα 30, στο τέλος, μια το ένα – μια το άλλο, οι μήνες γίνανε 37). Θα ξεκινήσω ανατρέχοντας στα κορυφαία του είδους διαβάσματά μου (Φλομπέρ, Γιουρσενάρ, Γκορ Βιντάλ), και, αποτίνοντας την οφειλόμενη πρώτη συγκίνηση, από τη Σαλαμπώ.    
Στις 18 Μαρτίου του 1857 ο Γουσταύος Φλομπέρ (12 Δεκεμβρίου 1821 – 8 Μαΐου 1880), μόλις που απαλλασσόταν από τη δικαστική ταλαιπωρία για τη «Μαντάμ Μποβαρύ», εκμυστηρεύεται σε επιστολή του: «Θα γράψω ένα μυθιστόρημα, του οποίου η δράση θα αναφέρεται στον τρίτο αιώνα π.Χ., γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να ξεφύγω από το σύγχρονο κόσμο, με τον οποίο έχω πολύ απασχολήσει την πένα μου και που, άλλωστε, με κουράζει τόσο για να τον αναπαραστήσω, όσο και με αηδιάζει να τον κοιτώ.»
Απόφαση, να δραπετεύσει από τη Γαλλία του καιρού του, που προφανώς σχετιζόταν και με τις αναμνήσεις από το πολύμηνο ταξίδι του μερικά χρόνια νωρίτερα (1849-1850) στην Αίγυπτο, αλλά και στα μέρη μας, Τουρκία (και Ρόδο) και Ελλάδα.
Στο χειρόγραφο της Σαλαμπώ ο ίδιος ο Φλομπέρ σημειώνει για το χρόνο συγγραφής τις ημερομηνίες Σεπτέμβριος 1857 – Απρίλιος 1862. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1862 σε σχήμα όγδοο με κίτρινο εξώφυλλο.
Την άνοιξη του 1858 ένιωσε την ανάγκη της αυτοψίας εκεί όπου εκτυλίσσεται η Σαλαμπώ, να περπατήσει ο ίδιος στα ερείπια της Καρχηδόνας. Όταν επέστρεψε, σημείωσε την επίκληση: «Μακάρι όλες οι ενέργειες της φύσης που ανέπνευσα να με κατακλύσουν και να δώσουν την ανάσα τους στο βιβλίο μου! Δικές μου οι δυνάμεις της πλαστικής δύναμης! Δικιά μου, δικιά μου η ανάσταση του παρελθόντος! Πρέπει το παρελθόν να ζωντανέψει, να γίνει αληθινό, μέσ’ απ’ το Ωραίο. Έλεος, Θεέ των ψυχών, νιώσε τον πόθο μου! Δώσε μου δύναμη κι ελπίδα!»
[Από τον πρόλογο (Γκυστάβ Φλομπέρ, Σαλαμπώ, εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος), και το επίμετρο (Γκυστάβ Φλωμπέρ, Σαλαμπώ, εκδόσεις Ηριδανός).] 

(Για τον Γ. Φλομπέρ και 1, 2)


Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Και να μην υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.

Και να μην υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε

image



















Athens Voice, 18/4/2015

Η Ελλάδα ανήκει στις επικράτειες τούτου δω του πλανήτη, για τις οποίες, ακόμα κι αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε επειγόντως να επινοηθεί ο φιλελευθερισμός, ο πολιτικός και ιδίως ο οικονομικός.
Για τον πρώτο, τον πολιτικό, αρκεί μια ματιά στην τρέχουσα ειδησεογραφία: η κατίσχυση του ορθόδοξου ιερατείου, η προβολή των αγαστών σχέσεών του με την κυβέρνηση, οι παρελάσεις και ποικίλες εθνικιστικές κορόνες, η εντύπωση μιας υποβόσκουσας ανοχής προς τους τρομοκράτες, το κανάκεμα «μπαχαλάκηδων» και λοιπών καταστροφέων ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας, τα εθνικοσοσιαλιστικά ψήγματα στην κυβερνητική ρητορική, η προπαγάνδα για τις επιβουλές των Ευρωπαίων ενάντια στα συμφέροντα του ελληνικού λαού, οι… αυθόρμητες λαϊκές συγκεντρώσεις, η πεποίθηση ότι η στήριξη από την πλειοψηφία νομιμοποιεί κάθε λογής καθεστωτικές συμπεριφορές.
Οι πλειοψηφίες, βέβαια, αρέσκονταν ανέκαθεν στα καθεστώτα, στήριξαν τον Χίτλερ, τον Στάλιν, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, γνώση που φαίνεται να περιέχεται στη θεμελιώδη αρχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κατά την οποία, ενώ παρέχεται η δυνατότητα στην πλειοψηφία να κυβερνήσει, περιορίζεται ταυτόχρονα η ισχύς της με την παράλληλη κατοχύρωση των μειοψηφιών, ουσιαστικά των ατόμων, κυρίως με τη συνταγματική διάκριση των εξουσιών και την υπεράσπιση των αναφαίρετων ατομικών δικαιωμάτων. Ο ιδεοληπτικός, (που δεν είναι άλλος από τον ηθικολόγο), δεν μπορεί να δει την πιο περιφανή νίκη της δημοκρατίας: όταν ο ένας πολίτης, ο θιγόμενος, καταφεύγοντας στο Συμβούλιο της Επικρατείας καταρρίπτει το νόμο που του στερεί το άλφα ή το βήτα δικαίωμα, ακόμα κι αν ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από το σύνολο των βουλευτών, τυπικά το σύνολο του λαού, όποιος κι αν είναι αυτός ο πολίτης (ο τάδε οικονομικά ισχυρός ή το δείνα λαμόγιο). Στην πραγματικότητα η κοινοβουλευτική δημοκρατία, (η πεμπτουσία της φιλελεύθερης δύσης), είναι το πολίτευμα που θεσμοθετεί διαρκώς την εξισορρόπηση ανάμεσα στο σύνολο και το άτομο, στην πλειοψηφία και τις μειοψηφίες.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Ο αφηγηματικός χρόνος / σημειώσεις στην Άννα Καρένινα του Λέοντα Τολστόι.

Ποια είναι η σχέση του πραγματικού με τον αφηγηματικό χρόνο;
Πώς αποδίδεται ο πρώτος από το δεύτερο ή μήπως η αφήγηση απατηλά κάνει κάτι τέτοιο, είναι μόνο ρευστή μνήμη;

Ένα μικρό -νομίζω- καλό παράδειγμα, το λύγισμα των δαχτύλων και οι τριγμοί των αρθρώσεων στα παρακάτω αποσπάσματα.

(Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, ο σύζυγος της Άννας, που κάτι διαισθάνθηκε απόψε για το ειδύλλιό της με τον αξιωματικό Βρόνσκι, την περιμένει να επιστρέψει σπίτι, δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σκέφτεται τι θα της πει.)

«”Πρώτον να εξηγήσω τη σημασία της κοινής γνώμης και της καλής συμπεριφοράς δεύτερον να εξηγήσω τη σημασία του γάμου από θρησκευτική άποψη τρίτον, αν χρειαστεί να υποδείξω τη δυστυχία που ενδέχεται να πλήξει τον γιο μας τέταρτον να υποδείξω τη δική της προσωπική δυστυχία”. Και μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών του γύρισε προς τα κάτω τις παλάμες, τα λύγισε και τα δάχτυλα τρίξανε στις αρθρώσεις.
Αυτή η χειρονομία, αυτή η κακή συνήθεια –το μπλέξιμο των χεριών και το τρίξιμο των δαχτύλων- τον καθησύχαζε πάντα και του χάριζε την ακρίβεια και την τάξη που του ήταν τώρα τόσο απαραίτητη. Στην είσοδο ακούστηκε να σταματάει η καρότσα. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς στάθηκε στη μέση της σάλας.
Στη σάλα ακούστηκαν ν’ ανεβαίνουν γυναικεία βήματα. Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς, έτοιμος με το λόγο του, στεκότανε σφίγγοντας τα μπλεγμένα του δάχτυλα και περιμένοντας μήπως ξανατρίξει κανένα. Μια άρθρωση έτριξε.
(…)

(Οι σύζυγοι αμέσως έπειτα.)

-Έτσι είναι πάντα, του απάντησε σα να μην καταλάβαινε καθόλου περί τίνος πρόκειται κι απ’ όσα είπε να κατάλαβε μόνο το τελευταίο. Όταν πλήττω, στενοχωριέσαι, όταν διασκεδάζω, στενοχωριέσαι. Απόψε δεν έπληττα. Αυτό σε πρόσβαλε;
Ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς ανατρίχιασε και λύγισε τα χέρια για να τρίξουν τα δάχτυλα.
-Αχ, σε παρακαλώ, μην κάνεις αυτό το κρακ – κρακ, δε μ’ αρέσει, είπε αυτή.
-Άννα, δε σε αναγνωρίζω! είπε ο Αλεξέι Αλεξάντροβιτς σιγά, προσπαθώντας να συγκρατηθεί και σταματώντας απότομα την κίνηση των χεριών.»

[Από την Άννα Καρένινα, το κατά πολλούς αρτιότερο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, του Λέοντα Τολστόι (9-9-1828 – 20-11-1910), μετάφραση Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Άγρα, σελ. 1262, τα αποσπάσματα από τις σελ. 246, 247 και 249.]

 

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Η Μαργαρίτα Καραπάνου και η (νεοελληνική) λογοτεχνία.



Αν η μητέρα της, η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, έδωσε στα ελληνικά γράμματα ένα από τα πιο εντελή αστικά μυθιστορήματα, «Τα ψάθινα καπέλα» (1946), η ίδια η Μ. Κ. (1946 – 2008), νομίζω, τόσο με το εμβληματικό λογοτεχνικό της ντεμπούτο «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» (1974), όσο και με το ωριμότερο «Ο υπνοβάτης» (1985), χάρισε στη νεοελληνική γραμματεία μερικές από τις εγκυρότερες νεωτερικές σελίδες. Τα ξαναδιάβασα πρόσφατα, μετά από πολλά χρόνια. Δε βρήκα ψεγάδια ούτε αυτό που λέμε κούραση από το πέρασμα του χρόνου. Σημείωσα, επίσης, το γερό ένστικτο της γλώσσας που προστάτεψε την ιδιόλεκτό της κατά την αφήγηση του "σαλεμένου" ασυνειδήτου. Κάτι που πάντοτε θαυμάζω και στον Σαχτούρη. Και οι δυο τους αυτοί με επιμονή επιλέγουν την οικονομικότερη φόρμα μαζί με την απλούστερη δυνατή λέξη. Φαίνεται να τιθάσευσαν το «θηρίο» τους κρατώντας το δεμένο μ’ ένα απλό λουράκι.
Στο πρώτο, «Η Κασσάνδρα και ο λύκος», η Κασσάνδρα το νήπιο, η μαμά Κασσάνδρα, η γιαγιά, η Φανή, ο Πέτρος, η σκληρότητα και ο υπερρεαλισμός μιας οιονεί παιδικής "διαταραγμένης" συνείδησης, το υψηλής ποιότητας χιούμορ κι ένας αστικός υπό διάλυση κόσμος.
Στον Υπνοβάτη, η Ύδρα, το Νησί που δεν πρέπει να αναφέρεται με το όνομά του, οι αποκλεισμένοι εκεί εστέτ και μποέμ, και ο Μανόλης, ο υπνοβάτης, ένα πρόσωπο λίγο φευγάτο (όπως ο Χριστός των Ευαγγελίων κατά τη συγγραφέα), ο τιμωρός καταλύτης που σκοτώνει όσους ασύνειδα γυρεύουν το θάνατο. Ως την τελική κρίση. Παρόντες κάθε λίγο και εδώ ο υπερρεαλισμός, τα εσωτερικά "διαταραγμένα" τοπία, το σκοτεινό χιούμορ, η διάλυση των αφηγηματικών συμβάσεων.

Και δύο ενδεικτικά αποσπάσματα:  

Sunday school
Τις Κυριακές πιστεύω στο Θεό. Ιδίως το χειμώνα.
Τις Κυριακές, γεμίζω χαρές κι όμορφες σκέψεις, βουρτσίζω τα μαλλιά μου 100 φορές, γίνομαι καλή.
Τις Κυριακές όταν ξυπνήσω μου ’ρχεται να γίνω σκύλος, γάτα, ακόμη και πουλί, να κελαηδώ, να βρίσκομαι ψηλά στον ουρανό ή μες στη θάλασσα, να ’μαι ψάρι και με φίλους να παίζω κρυφτό μέσα στα φύκια.
Τις Κυριακές όλα είναι έτοιμα ν’ αλλάξουν: το τραπέζι να λέγεται καρέκλα, το ρολόι νερό, κι εγώ να γίνω Άλλη. Πουλί με αθόρυβα φτερά. Γοργόνα με ουρά φανταχτερή, να μαθαίνω στους ναύτες να κάνουνε βουτιές και μετά να τους πετρώνω.
Τις Κυριακές, η Γιαγιά δεν μυρίζει υπνίλα όταν με φιλάει, ο Παππούς δε μοιάζει με κρεμάστρα. Το σπίτι μαλακώνει, γίνεται καλό.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, στ' ανατύπωση, Ερμής Αθήνα 1988, σελ. 139, απόσπασμα στη σελ. 109.]

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Τούμας Τράνστρεμερ, Το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο.

Tomas Gösta Tranströmer (15 Απριλίου 1931 - 26 Μαρτίου 2015)
Σουηδός ποιητής, Νόμπελ λογοτεχνίας 2011.







Για τον Τ.Τ. και: 1, 2

Απρίλιος και σιωπή

Η άνοιξη έρημη.
Το χαντάκι, γεμάτο βελούδινο σκοτάδι,
σέρνεται δίπλα μου
δίχως κατοπτρισμούς.

Το μόνο που φέγγει
είναι τα κίτρινα λουλούδια.

Με κουβαλά η σκιά μου, 
όπως μια μαύρη θήκη
κουβαλά το βιολί της.

Το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ' ασημικά
στο ενεχυροδανειστήριο. 

[Από τη συλλογή Η πένθιμη γόνδολα, 1996, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εκδόσεις Printa, μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.]

Το ομοφοβικό νταηλίκι: ακόμα μία καθήλωση.

Το ομοφοβικό νταηλίκι: ακόμα μία καθήλωση

image

















Το νταηλίκι (bullying) είναι μία αρκετά περίπλοκη κοινωνική συνθήκη. Δύσκολα, όμως, μπορεί να αμφισβητηθεί πως η οδυνηρότερη εκδοχή του παραμένει το ομοφοβικό, είτε στη μορφή του διασυρμού ή του εκφοβισμού είτε στη βιαιότερη του τραμπουκισμού. Ένα παιδί ΑΜΕΑ εύκολα απευθύνεται στους γονείς του για να ζητήσει βοήθεια. Το ίδιο και το δύσμορφο ή το παχύσαρκο. Το ομοφυλόφιλο παιδί δε γίνεται να μιλήσει, το αντίθετο μάλιστα. Ο λόγος, ότι συνήθως παράλληλα με το σχολείο, τον παιδότοπο, το δρόμο, το νταηλίκι το βιώνει και στο σπίτι. Από τους γονείς ή και τα αδέρφια του.
Ωριμάζουμε, ας σημαίνει και ότι βρίσκουμε το κουράγιο να διανύσουμε την απόσταση, να δούμε και το δίκιο των απέναντί μας. Άλλωστε με τα χρόνια, ανάμεσα σ’ άλλα, μάθαμε να ακούμε και όσα «μετριάζουν» το δικό μας δίκιο: την κουβέντα στον πατέρα από το συνάδελφό του, δήθεν στο άσχετο, «Μα έχει πια σπίτι δίχως πουστάκι;», στη μάνα «Όταν σε θυμάμαι πώς φίλαγες το γιο σου!», αντίστοιχες κουβέντες και προς τ’ αδέλφια. Μου λέγανε πρόσφατα, σε συνοικιακό καφενείο με τηλεόραση στον τοίχο να παίζει, αίφνης ένας από τους θαμώνες στη θέα υπουργού: «Ρε συ, πούστης, δεν είναι αυτός; Η γυναίκα μου λέει είναι πούστης», «μη νομίζεις, συνέχισε το άτομο που μου μετέφερε το στιγμιότυπο, σκασίλα του τι ήτανε ο υπουργός, για να πικάρει φίλο του στο διπλανό τραπέζι, τσακωμένοι από μέρες, μπηχτή για το γιο του». Οικογενειακοί καβγάδες που ύστερα από πολλά χρόνια αποκαλύπτεται πως η κρυμμένη πραγματική αιτία ήταν το «προσβλητικό υπονοούμενο» για τον προσανατολισμό ενός παιδιού.
Αναλογιστείτε κάθε φορά που κάποιος ιερωμένος διακηρύσσει την απέχθειά του προς την ομοφυλοφιλία, τι ακριβώς διαμηνύει προς τους οικείους ενός τέτοιου παιδιού: θα κάνουμε ό,τι περνάει από την εξουσία μας το παιδί σου να παραμείνει κατά το δυνατόν εκτός κοινωνίας.
Ο ακραίος διασυρμός των αποκλειστικά ομοφυλόφιλων, παλιότερα, διευκόλυνε τους πολλαπλάσιους αμφιφυλόφιλους να απωθήσουν τον ομόφυλο προσανατολισμό τους, να ζήσουν με τον αποδεκτό ετερόφυλο μόνο, να γίνουν οικογενειάρχες. Και τα στερεότυπα κατά τις φαλλοκρατικές αξίες ήτανε πανεύκολα. Οι αδελφές, οι πούστηδες, από τη μια, από την άλλη οι άντρες, οι ετεροφυλόφιλοι, και οι… άλλοι, όσοι δήθεν γιατί τους περίσσευε η ερωτική ορμή, κατέβαιναν από καιρού εις καιρόν και στα πονηρά κατατόπια, στην πραγματικότητα καταπιεσμένοι αμφιφυλόφιλοι που πράγματι κάθε τόσο επιδίωκαν ένα είδος εξισορρόπησης. Ποιος μπορεί να υπολογίσει ανάμεσα στα ανέραστα γεροντοπαλίκαρα, πόσοι δεν ήταν από το φόβο του εξευτελισμού ανενεργοί ομοφυλόφιλοι; Υπήρχαν και οι αποκλειστικά ενεργητικοί ομοφυλόφιλοι, -αυτοί έχαιραν ασυλίας, «γιατί μπορεί ανώμαλοι, αλλά τουλάχιστον δεν ντρόπιαζαν τον αντρισμό τους».
Οι πιέσεις, μικρές – μεγάλες, από το οικογενειακό περιβάλλον, σ’ αυτό αποβλέπουν ακόμα και σήμερα. Όλα τα πρόσωπα γύρω από το ομοφυλόφιλο παιδί, αυτός ο κρυφός υπόκωφος μόνιμος αναστεναγμός των στενών συγγενών, και που αντιλαμβάνεται πάντοτε τον ομόφυλο προσανατολισμό ως ένα είδος αδιόρατης (αλλά και επονείδιστης) αναπηρίας, παρακολουθεί χρόνια ανάλογες περιπτώσεις, «το παιδί του Τάδε που σίγουρα… ήτανε και που όμως τα κατάφερε», δεν μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορά των αποκλειστικά ομοφυλόφιλων από τους αμφιφυλόφιλους, ότι εκείνο το παιδί που τα κατάφερε διέθετε και τον άλλο προσανατολισμό. Άλλωστε, όπως και σε πολλά άλλα, η νεοελληνική κοινωνία, αναπόδραστα μαζί της και η νεοελληνική γλώσσα, είναι πεισματικά καθηλωμένη σ’ ένα προνεωτερικό στάδιο (με πολλές κακοχωνεμένες μεταγενέστερες επιρροές).
Ας μου επιτραπεί μία σχετική παρέκβαση. Η λέξη πούστης μπορεί να θεωρηθεί εμβληματική αυτής της κοινωνικής καθυστέρησης. Πούστης σημαίνει ομοφυλόφιλος που αρέσκεται στο παθητικό πρωκτικό σεξ, αυτή ήταν και είναι η πρώτη σημασία της. Όμως ομοφυλόφιλοι είναι δύο που νιώθουν έλξη ο ένας για τον άλλο, ακόμα κι αν δεν ξέρουν τι θα κάνουν με τα κορμιά τους. Υπάρχουν άντρες που έζησαν ισόβια δεμένοι δίχως ποτέ να κάνουν πρωκτικό σεξ. Άλλοι που είναι αποκλειστικά ομοφυλόφιλοι και που στο πρωκτικό σεξ είναι μόνο ενεργητικοί, ή κατά περιόδους το ένα ή το άλλο. Το πιο ενδιαφέρον, υπάρχουν καθόλα ετεροφυλόφιλοι άντρες (και που ερεθίζονται μόνο από γυναίκες), οι οποίοι με τις συντρόφους τους και με ανάλογα βοηθήματα απολαμβάνουν και αυτοί το παθητικό πρωκτικό σεξ.