Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Οι σειρές του HBO και ο Alan Ball.

Ο Alan Ball είναι ο σεναριογράφος της εμβληματικής για τη δεκαετία του ’90 ταινίας American Beauty, όσο για το HBO είναι το συνδρομητικό κανάλι της Warner. Εδώ και μερικά χρόνια, αν κάτι πραγματικά καινούργιο συνέβη στις δραματουργικές τέχνες (θέατρο, σινεμά, τηλεταινίες και τηλεοπτικές σειρές) είναι δίχως καμιά αμφιβολία οι αμερικανικές σειρές (και ορισμένες από άλλες εθνικές τηλεοράσεις). Οι σειρές αυτές απέδειξαν ακόμα μια φορά ότι το μέσον διαμορφώνει εν πολλοίς τη δομή της αφήγησης και ακόμα ότι δεν υπάρχουν a priori ποιοτικά και μη ποιοτικά μέσα.
Το δεύτερο είχε ήδη αποδειχτεί πριν από μερικές δεκαετίες: ο «κινηματόγραφος» ήταν εκεί που έφτυναν οι πάντες, από τους καλλιτέχνες του θεάτρου ως και τους εκπαιδευτικούς στα σχολεία (οι παιδονόμοι κράταγαν παρουσίες σινεφίλ μαθητών έξω από τα σινεμά, έπεφταν και αποβολές). Αλλ’ αυτά και τα παρόμοια πότε θα αλλάξουν και για τις τηλεοπτικές σειρές, πότε όλοι μαζί οι εγχώριοι παπαγάλοι θ’ αρχίσουν τις κόντρα αναλύσεις και τις προτροπές και τα άλλα ποικίλα ιδεολογήματα περί τηλεοπτικής τέχνης, θα εξαρτηθεί από το πότε θα ανακαλύψουν οι Γάλλοι συνάδελφοί τους τα κριτήρια, πότε θα γίνουν οι αντίστοιχες αναλύσεις σε Monde και Liberation και πόσο σύντομα βεβαίως στη συνεχεια θα μεταφραστούν στην ελληνική. Εντωμεταξύ –γιατί και σε ποια περιοχή του δημόσιου βίου δεν αποδεικνύεται η ελληνική κοινωνία ανώτερη από την εκπροσώπησή της;- οι εν λόγω σειρές έχουν πολυπληθές και πιστό κοινό σ’ όλα, και στα πλέον περιφερειακά βιντεοκασετάδικα, έρχεται η καινούργια περίοδος μιας σειράς και περιμένεις πολύ καιρό για να τη βρεις επιτέλους ξενοίκιαστη.

Θα απαριθμήσω μόνο όσες (δίχως χρονολογική ακρίβεια) πρόχειρα θυμάμαι. Από τους Sopranos, το έξοχο, σεξπηρικών φιλοδοξιών Deadwood, το μαγικό Carnival, το Roma (συμπαραγωγή με BBC), το τολμηρό Big Love, το λεπτότατης ύφανσης In treatment και άλλα, ουκ ολίγα, αλλά και κανένα τόσο συνταρακτικό όσο το Six feet under (Γραφείο κηδειών Φίσερ), αυτό όπως και εσχάτως το δαιμονικό True Blood δημιουργίας του Άλαν Μπολ. Για το Six feet under να σημειώσω μόνο μία πληροφορία από τα extras: κάλεσε τον Μπολ μετά το American Beauty η υπεύθυνη προγράμματος του HBO, να του ζητήσει να φτιάξει μια σειρά για το πώς αντιλαμβάνονται το θάνατο οι Αμερικανοί σήμερα (φαντάζεστε να υπάρξει ποτέ εποχή που υπεύθυνος ελληνικού καναλιού θα ζητήσει από Έλληνα σεναριογράφο κάτι αντίστοιχο; Η απάντηση είναι ναι, αλλά στο παρελθόν, 25 αιώνες πίσω, σε κάτι κοίλα θέατρα στην Αττική). Λίγους ζηλεύω όσο εκείνους που έχουν αυτήν την απόλαυση μπροστά τους, που δεν είδαν ακόμα το Six feet under. Ή πότε θα περάσουν κάνα – δυο χρόνια, να το ξεχάσω κάπως, να κάτσω να το ξαναδώ. Πρόσφατα είδα και το True Blood: αλληγορία για την ηδονή, τις εσχατιές της απόλαυσης και της σεξουαλικότητας, για το θάνατο, για τις σχέσεις, κι όλ’ αυτά με πολύ-πολύ κι εξόχως διακριτικό χιούμορ. Η ποιητική του Alan Ball.

Και μία παρατήρηση που έχει να κάνει περισσότερο με τη δομή ή και το περιεχόμενο της αφήγησης. Στο θέατρο ή το σινεμά η αφήγηση απευθύνεται σε θεατές που ντύθηκαν, βγήκαν από το σπίτι τους, κάθισαν σε μία καρέκλα, θέλω να πω, σε κάθε περίπτωση αυτό που θα δουν έχει χρονικά όρια, οφείλει να πυκνωθεί, να είναι ευσύνοπτο. Όσο αντέχει ένας θεατής: βία τρεις – τέσσερις ώρες. Κάτι σαν το διήγημα ή καλύτερα τη νουβέλα. Με τις σειρές η αφήγηση απελευθερώνεται από το δίωρο.

Μέχρι πριν από ένα – δυο δεκαετίες για την τηλεόραση έμεναν πράγματι κάτι ρετάλια. Φτηνά ρομάντζα, χαριτωμένες κωμωδιούλες ηθογραφικού τύπου, άντε πότε – πότε και κάποιες τηλεταινίες σαν συμπερίληψη δύο ή τριών μεγάλων κινηματογραφικών ταινιών, γενικότερα η τηλεοπτική αφήγηση γινόταν η παρακατιανή λαϊκή εκδοχή του κινηματογράφου (παρά τις εξαιρέσεις ενίοτε: τις σειρές του Bergman ή το Berlin Alexanderplatz του Rainer Werner Fassbinder ή τις κινηματογραφικών προδιαγραφών σειρές ή τηλεταινίες του BBC ή της RAI κ.ά.).

Πολλοί, και μάλλον δικαίως, θεωρούν πραγματικό πρόδρομο των σύγχρονων σειρών το Twin Peaks του David Lynch.

Με τις καινούργιες σειρές αυτό που καταγράφεται ανήκει αμιγώς στην τέχνη, έχει το δικό της πυρήνα της ποίησης, δεν υποκαθιστά άλλες τέχνες, δε φλυαρεί ∙ διαστέλλει την παρατήρηση του δημιουργού, ξαναδίνει δύναμη στο ελάχιστο αλλά ζωτικό, στο επεισόδιο, στο μορφασμό, στη χειρονομία. Όπως δεν είναι λιγότερη η λογοτεχνία στο μυθιστόρημα ούτε ήταν βέβαια λιγότερη η ποίηση στο (εκτενέστατο) έπος.