Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ' εκάλει εγγύς της.


Σημειώσεις από πέντε διηγήματα.
Η σταχομαζώχτρα και Ο Αμερικάνος (χριστουγεννιάτικα διηγήματα, αντίστοιχα του 1889 και 1891, τόμος 2ος, σελ. 115 -124 και 257-273), Βαρδιάνος στα σπόρκα (1893, τόμος 2ος, σελ. 541-640), Υπό την βασιλικήν δρυν (1901, τόμος 3ος, σελ. 327-331), Το μυρολόγι της φώκιας (1908, τόμος 4ος, σελ. 297-300).

[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΑΠΑΝΤΑ (πέντε τόμοι), κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκδόσεις ΔΟΜΟΣ.]

Ο Α.Π. (4 Μαρτ. 1851 - 3 Ιαν. 1911, και μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στο βιογραφικό του: το 1874 είναι συμφοιτητής με τον Γεώργιο Βιζυηνό στη φιλοσοφική Αθηνών, που όμως ο Παπαδιαμάντης δε θα τελειώσει) είναι ο ιδιοφυής και μεγάλος νεοέλληνας πεζογράφος. Το έργο του Α.Π. καταλέγεται ανάμεσα στις λίγες ευλογίες αυτού που γεννήθηκε στη νεοελληνική γλώσσα. "Εγκλωβισμένο" στη γλώσσα του, και όμως όχι "εθνικό" ή περιορισμένης ποιητικής εμβέλειας. Χρειάζεται να ξοδέψει κανείς φιλολογική εμβρίθεια και πολύ χρόνο να εξηγήσει έστω και ένα από τα στοιχεία που συνιστούν το λογοτεχνικό αυτό φαινόμενο. Υλικό με ρυθμούς, μουσική, ποίηση. Στα ωριμότερα κείμενά του η ποιητική αρμονία εντοπίζεται σχεδόν σε κάθε φράση του (μέτρο, ομοιοτέλευτα κ.λπ.), όπως στον τίτλο αυτής της ανάρτησης, από τη βασιλική δρυ (σελ. 327, εκήλει: γοήτευε).
(Σχετικά με το ιδίωμα, να μου συγχωρηθεί το πρόχειρο σχόλιο: νεοελληνική ομιλουμένη στη δομή και τις εκφράσεις της, εμπλουτισμένη με λεξιλόγιο, αλλά λιγότερη γραμματική και ακόμα πολύ λιγότερη σύνταξη από παλαιότερες συγχρονίες, αλλά και με στοιχεία από την οικεία νησιωτική του ντοπιολαλιά, ακόμα και σε τίτλους / σταχομαζώχτρα, βαρδιάνος, σπόρκα κ.τ.ό., τελικά μια εύπλαστη γεμάτη χυμούς λογοτεχνική ιδιόλεκτος, διαφορετική, αλλά όπως και στον Καβάφη, να σου αφήνει την εντύπωση ότι επρόκειτο για γλώσσα που ομιλούνταν, όχι επινοημένη.)
Ο αφηγητής -αν προσέξουμε αυτό που παρατηρεί και περισσότερο τους αρμούς της αφήγησής του- είναι κάποιος που καταγράφει (π.χ. το φινάλε στη Φόνισσα) ένα διαταραγμένο, εσωτερικής υφής κόσμο, ολότελα ποιητικό στη σύνθεσή του. Ο παπαδιαμάντειος κόσμος είναι αληθινός τόσο, που δε μας ενδιαφέρει καν αν είναι πραγματικός. Η ταπεινότητά του και ο ηθογραφικός διάκοσμος είναι η λεπτή οθόνη, πίσω από την οποία έκρυψε, ασύνειδα νομίζω, το διαταραγμένο ποιητή. Είναι πραγματικά άξιο μελέτης (γενικότερα για τη λειτουργία της τέχνης) το πώς ο επικίνδυνα σαλός εν τω βάθει κόσμος του Α.Π. παρεισφρέει λάθρα σε αναγνωστικά, σε ανθολογίες κατηχητικών, ακόμα και σε σκοτεινές, διόλου φιλελεύθερες, παλιότερες εποχές. Πάντως κρύβεται όχι από υποκρισία, και η εσχάτη αθωότητα του Α.Π. είναι το ότι δεν καμώνεται τον ταπεινό, το ότι είναι πράγματι ταπεινός.
Είναι γλαφυρές οι παρεμβολές στη διήγηση του ίδιου του αφηγητή με σχολιαστικό τρόπο, που θυμίζει παραδοσιακή προφορική αφήγηση. Στον Αμερικάνο (σελ.271) "περί ης είπομεν εν αρχή", ή στον Βαρδιάνο (σελ554) "η γραία Σκεύω, η γνώριμός μας" και (σελ.588) σε παρένθεση: "(διότι η διήγησίς μας κινδυνεύει ίσως να γίνη πρωθύστερος, και υποπέσομεν εις ανακριβείας τινάς και χρονολογικάς αντιφάσεις, εφ' ω επικαλούμεθα την επιείκειαν των αναγνωστών)".
Δεν αποφεύγει σχόλια χρονικογράφου με οξυμμένη κριτική: Βαρδιάνος (σελ.565) "Φιλάγαθος ανήρ, πεντηκοντούτης, γηράσας πρόωρα, ως να μην αντείχεν εις το κοινωνικόν δηλητήριον, το οποίον ενωρίς ήρχισε να αναπτύσσεται εις τας τάξεις της ελληνικής κοινωνίας."
Στη Σταχομαζώχτρα (σελ. 121) περιγράφει τη χαρά της φτωχής γριάς που ανατρέφει με πολλές στερήσεις τα δύο ορφανά εγγόνια της, όταν της ανακοινώνουν το έμβασμα σε γράμμα του από χρόνια μετανάστη γιου της: "Εν τούτοις άφατος ήτο η χαρά της Αχτίτσας, λαβούσης μετά τόσα έτη ειδήσεις περί του υιού της. Ως υπό τέφραν κοιμώμενος από τόσων ετών ο σπινθήρ της μητρικής στοργής ανέθορεν εκ των σπλάχνων εις το πρόσωπόν της και η γεροντική, ρικνή, και ερρυτιδωμένη όψις της ηγλαΐσθη με ακτίνα νεότητος και καλλονής.", και αμέσως έπειτα το στιγμιότυπο που κάνει όλο το διήγημα να πάλλεται από ζωή: "Τα δύο παιδία, αν και δεν εννόουν περί τίνος επρόκειτο, ιδόντα την χαράν της μάμμης των, ήρχισαν να χοροπηδώσι."
Στον Αμερικάνο (σελ. 259) αξιοσημείωτο το πορτρέτο του πρωταγωνιστή: "Εφαίνετο αποκτήσας οιονεί επίχρισμα επί του προσώπου, ως προσωπίδα τινά άλλου κλίματος, ευζωίας και πολιτισμού, υφ' ην ελάνθανε κρυπτομένη η αληθής καταγωγή του."
Από το Βαρδιάνο στα σπόρκα (φρουρός στα επιχόλερα / τα μολυσμένα από χολέρα μέρη) (σελ. 576) "Εκράτησε το μέτωπόν της με τας δύο χείρας διά να μην εκραγή, τους κροτάφους της διά να μη ραγισθούν, την καρδίαν της διά να μη σταματήση. Εδοκίμασε να κάμη το σημείον του σταυρού, και η χειρ της η δεξιά ήτο μολυβδίνη. Εδοκίμασε να είπη το "Κύριε Ιησού Χριστέ", και η γλώσσα της δεν εγύριζε, και τα χείλη της δεν εκινούντο, μόνον η έννοια της προσευχής εσχηματίζετο ευτυχώς εις τον νουν της. Είτα αφήκεν αίφνης μίαν κραυγήν, και ήρχισαν να τρέχωσι ποταμός τα δάκρυά της. Τότε ησθάνθη ανακούφισιν και συνέλαβε μικράν ελπίδα."
Και ένα κομμάτι που αγαπώ πολύ από το Μυρολόγι (σελ.298): "Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα."