Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Τζον Γουίλιαμς: Ο Στόουνερ.



John Edward Williams (29 Αυγούστου 1922 – 3 Μαρτίου 1994). Ο έξοχος, ο καίριος, ο με όλη τη σημασία της λέξης σπουδαίος συγγραφέας - λογοτέχνης. Δε θέλω να συνέλθω από τον σεβασμό, τη γοητεία, τη συγκίνηση που μου προξένησε το έργο του, και στον βαθμό που διαισθανόμουν την παρουσία του, ο ίδιος ο συγγραφέας. Είχα διαβάσει αποσπάσματα από τον Στόουνερ, να διευκολυνθώ κάπως όσο παρακολουθούσα συναρπασμένος το άλλο αριστούργημά του, τον Αύγουστο. Δεν ξέρω αν μπορώ (ακόμα και αν θέλω αυτή τη φορά) να κάνω λιανά τη μεταρσίωση, τη χαρά απ’ τις ώρες που πέρασα στο εργαστήρι αυτού του λογοτέχνη.
Γνωρίζει βέβαια πολύ καλά τη νεωτερική λογοτεχνία, ξέρει επίσης πως δίχως ύφος λογοτεχνία δε νοείται. Στην πρώτη μιάμιση σελίδα, δίνει ήδη περιληπτικά όλη την ιστορία του. Δε θα σε συναρπάσει το τι αλλά το πώς θα ειπωθεί. Και το κείμενο, ωστόσο, δεν είναι ποτέ μόνο άσκηση ή επιτήδευση ύφους. Οι ήρωες, η ανέλιξη του μύθου, η προοικονομία, όλα, μα όλα, αδιαφορούν ή παρακάμπτουν κάθε δεδομένη ή στερεότυπη υπόδειξη σωστής γραφής. Η Ίντιθ, η Γκρέις, ο ίδιος ο Στόουνερ, μοιάζουν ακατανόητα άτεγκτοι ή και μονοκόμματοι χαρακτήρες – ήρωες για όσους συμβουλεύονται εγχειρίδια δημιουργικής γραφής.
Θα έλεγα και κάτι περισσότερο: ο Γουίλιαμς δε δίνει δυάρα για τον αναγνώστη του. Δεν τον κολακεύει, δεν του προσφέρει για να ταυτιστεί τίποτε. Βρισκόμαστε στη βαθύτερη ουσία του έργου τέχνης. Ο δημιουργός μπορεί να διακρίνει τη σύμβαση από την αλήθεια. Την αλήθεια δεν την επιλέγει για την ηθική της, αλλά για την αισθητική της αξία. Μόνο μ’ αυτήν θα φτάσει στον μύθο, στον προορισμό του. Αλλά την αλήθεια ελάχιστοι φιλότεχνοι κι ελάχιστοι καλλιτέχνες τη διακρίνουν στον καιρό της. Οι περισσότεροι την μπερδεύουν με προγενέστερες εκδοχές της, ήδη συμβατικές μορφές του πραγματικού. Απολαμβάνουν την έξαρση ως φιλότεχνοι, όπως και φτιάχνουν το έργο ως καλλιτέχνες, όμως μιμούμενοι. 
Αγαπούν τα ποιητικά πράγματα, όχι απαραίτητα την ποίηση.
Το μεδούλι της ποίησης στον Γουίλιαμς είναι η συνείδηση της ύπαρξης σε συνάρτηση με τον χρόνο: συνειδητά ή κάποτε και ασύνειδα κάποιες στιγμές σαν άγριο ρίγος, ή γιατί ως εξαιρετικά άτομα το επιδιώκουμε, βλέπουμε, αγωνιζόμαστε να δούμε τη ζωή μας απλωμένη στον χρόνο. Κατά κάποιο τρόπο παλεύουμε με τον χρόνο, είτε τις στιγμές που ακίνητος διαστέλλεται στη μνήμη μας, είτε προσπαθώντας να ατενίσουμε τη ζωή μας, την ύπαρξή μας όσο απλώθηκε σ’ αυτόν. Ό,τι πιο φευγαλέο και αγωνιώδες.
Χάρηκα τόσο πολύ αυτό το μυθιστόρημα.
Ναι, άλλο οι ποιοτικοί ευπώλητοι καλοί επαγγελματίες συγγραφείς, τελικά, και άλλο οι λογοτέχνες.
Και κάτι ακόμα. Διαβάστε Γουίλιαμς όσοι έχετε τη δυνατότητα ή την ευαισθησία να διακρίνετε την τέχνη, κι ύστερα αναλογιστείτε πόσο λιγότερες από τη λογοτεχνία είναι όλες οι άλλες αφηγηματικές τέχνες. Μια σελίδα του Γουίλιαμς, αγαπητοί μου, ισοδυναμεί με πολλές σειρές του HBO. Πολλές, όμως. Βεβαίως και μία καλή σειρά του HBO ισοδυναμεί με τα άπαντα πολλών ευπώλητων ποιοτικών συγγραφέων…
Και ως υστερόγραφο, η απορία μου: ποιος διάβασε τον Στόουνερ και πήγε ύστερα να τον ψηφίσει στα βραβεία Public; Πώς γίνεται, Θε μου, από τον Στόουνερ να πας στα Public; Πρόλαβε κι έγινε, άραγε, της μόδας και ο Στόουνερ; Απίστευτα πράγματα. Ή μάλλον καθόλου απίστευτα. Από πολύ παιδί παραξενευόμουν με κάτι μερικούς που ξεκοκαλίζουν βιβλία -μία τέτοια στον πανεπιστήμιο τη λέγαμε η «Βιβλιοθήκη» ή σκέτο το «Έπιπλο»- δίχως εμφανώς να έχουν νιώσει ούτε μία παράγραφο…
Ο Γουίλιαμς, εν κατακλείδι να πω, συναρπάζεται απ’ αυτό που τον κινεί να γράψει, και γράφοντας θέλει να συναρπάζει τον εαυτό του. Δεν υπάρχει τίποτε εντιμότερο στη λογοτεχνία –με την αίρεση βέβαια πως όλο ετούτο το ζει ένας γεννημένος λογοτέχνης. 

  
Ενδεικτικά αποσπάσματα:

Σελ. 37-38: Τα μάτια του Σλόουν εστίασαν και πάλι στον Γουίλιαμ Στόουνερ∙ είπε ξερά: «Ο κύριος Σαίξπηρ σας μιλάει από απόσταση τριακοσίων ετών, κύριε Στόουνερ∙ τον ακούτε;»
Ο Γουίλιαμ Στόουνερ συνειδητοποίησε ότι εδώ και λίγα λεπτά κρατούσε την αναπνοή του. Την άφησε να βγει αργά, παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή πώς τα ρούχα του σάλευαν πάνω στο σώμα του, καθώς η αναπνοή του ανέβαινε από τα πνευμόνια του. Από τον Σλόουν το βλέμμα του διέτρεξε την αίθουσα. Το φως έμπαινε λοξά από τα παράθυρα και κάθιζε στα πρόσωπα των συμφοιτητών του, κι ήταν σαν να έβγαινε από μέσα τους και να διαπερνούσε το μισόφωτο∙ ένας φοιτητής ανοιγόκλεισε τα μάτια του, και μια φτενή σκιά έπεσε πάνω σ’ ένα μάγουλο που το χνούδι του αιχμαλώτιζε το φως. Ο Στόουνερ αντιλήφθηκε ότι τα δάχτυλά του χαλάρωναν σιγά-σιγά τη λαβή τους στο θρανίο. Στριφογύρισε τις παλάμες του μπροστά στα μάτια του, έμεινε έκπληκτος με το πόσο σκούρα ήταν τα χέρια του, με το πόσο πολύπλοκος ήταν ο τρόπος που τα νύχια εφάρμοζαν στα στρογγυλεμένα ακροδάχτυλα∙ είχε την εντύπωση ότι αισθανόταν το αίμα να κυλάει αόρατο στις φλέβες και τις αρτηρίες, να πάλλεται απαλά και αβέβαια από τα ακροδάχτυλα προς όλο του το κορμί.
Ο Σλόουν είχε αρχίσει πάλι να μιλάει: «Τι σας λέει ο ποιητής, κύριε Στόουνερ; Τι θέλει να πει το σονέτο του;»

 
Σελ. 41-42: Δεν είχε φίλους, και για πρώτη φορά στη ζωή του συνειδητοποιούσε τη μοναξιά του. Καμιά φορά τα βράδια στη σοφίτα του σήκωνε τα μάτια από το βιβλίο που διάβαζε και κοίταζε τις σκοτεινές γωνίες του δωματίου, εκεί που το φως της λάμπας τρεμόπαιζε μπροστά στις σκιές. Αν έμενε να κοιτάζει έντονα για πολλή ώρα, το σκοτάδι συγκεντρωνόταν σ’ ένα φως, που έπαιρνε την άυλη μορφή αυτού που διάβαζε. Και τότε ένιωθε ότι βρισκόταν εκτός χρόνου, όπως είχε νιώσει και εκείνη την ημέρα στην τάξη, τότε που ο Άρτσερ Σλόουν τού είχε απευθύνει τον λόγο. Το παρελθόν ξεπρόβαλλε σύσσωμο από τα σκοτάδια όπου κατοικούσε, οι νεκροί σηκώνονταν για να ζήσουν μπροστά στα μάτια του∙ παρελθόν και νεκροί αντάμα ξεχύνονταν μέσα στο παρόν, ανάμεσα στους ζωντανούς, έτσι που για μια στιγμή γεμάτη ένταση έβλεπε σαν σε όραμα πόσο πυκνός ήταν ο κόσμος όπου είχε ενσωματωθεί και ο ίδιος, και από όπου δεν μπορούσε να δραπετεύσει ούτε είχε την παραμικρή επιθυμία να δραπετεύσει.

  
Σελ. 257: Όμως ο θυμός της είχε μια περίεργη αποστασιοποίηση, ήταν σαν να εκδηλωνόταν για τους τύπους∙ τα αχνογάλαζα μάτια της δεν στέκονταν πάνω του, πλανιόνταν αφηρημένα σε διάφορα αντικείμενα μέσα στο δωμάτιο, σαν να προσπαθούσε να καθησυχάσει τον εαυτό της ότι ήταν πάντα εκεί, τα λεπτά της δάχτυλα με τις αδιόρατες φακίδες κινούνταν ασταμάτητα.

Σελ. 266: Για μια στιγμή είχε την αίσθηση ότι έβγαινε από το σώμα που στεκόταν ακίνητο μπροστά στο παράθυρο, και καθώς ένιωθε τον εαυτό του να γλιστράει έξω, όλα –η επίπεδη λευκότητα, τα δέντρα, οι πανύψηλες κολόνες, η νύχτα, τα μακρινά αστέρια- έμοιαζαν απίστευτα μικρά και μακρινά, σαν να έφθιναν σιγά-σιγά στην ανυπαρξία. Και τότε, πίσω του, ακούστηκε ένας κούφιος μεταλλικός ήχος, από ένα καλοριφέρ. Ο Στόουνερ μετακινήθηκε, η σκηνή έγινε πάλι όπως πριν. Με μια ανακούφιση που ο ίδιος δεν κατάλαβε γιατί τον ενόχλησε, άναψε πάλι τη λάμπα του γραφείου του.

Σελ. 319: Όμως ο Γουίλιαμ Στόουνερ γνώριζε τον κόσμο με έναν τρόπο που λίγοι από τους νεότερους συναδέλφους του μπορούσαν να καταλάβουν. Βαθιά μέσα του, πιο βαθιά από τις αναμνήσεις του, υπήρχε η γνώση της κακουχίας και της πείνας, της καρτερίας και του πόνου. Αν και σπάνια ανακαλούσε τα χρόνια της νιότης του στο αγρόκτημα του Μπούνβιλ, υπήρχε πάντα στα όρια συνειδητού και υποσυνειδήτου η φωνή του αίματος που είχε κληρονομήσει, από προγόνους στωικούς που έζησαν ζωή σκληρή και ζοφερή, που ο κώδικας της ηθικής τους τούς υπαγόρευε να στρέφουν προς τον κόσμο που τους καταπίεζε πρόσωπα ανέκφραστα, σκληρά και σκοτεινά.

Σελ. 395: Άκουσε πάλι φωνές∙ δεν άνοιξε τα μάτια του. Να ήταν ο Γκόρντον; Ήταν λες και η ακοή του είχε αφήσει το σώμα του και μετεωριζόταν σαν σύννεφο από πάνω του, μεταδίδοντάς του τους ήχους σε όλη τους τη λεπτομέρεια. Μόνο που ο νους του δεν ξεχώριζε με ακρίβεια τις λέξεις.
Η φωνή –να ήταν του Γκόρντον;- κάτι έλεγε για τη ζωή του. Και παρότι δεν ξεχώριζε τις λέξεις, δεν ήταν καν σίγουρος ότι λέγονταν, ο νους του χίμηξε με την αγριάδα πληγωμένου ζώου στη συγκεκριμένη ερώτηση. Κοίταξε τη ζωή του δίχως οίκτο, όπως θα την έβλεπε κάποιος τρίτος.

Σελ. 399: Κάτι απαλό τον τύλιγε, μια χαύνωση γλιστρούσε στα μέλη του. Και ξαφνικά, σχεδόν βίαια, είχε επίγνωση του ποιος ήταν κι αυτή η επίγνωση του έδωσε δύναμη. Ήταν ο εαυτός του, ήξερε ποιος ήταν, τι ήταν.
Το κεφάλι του γύρισε στο πλάι. Στο κομοδίνο στοίβες τα βιβλία που δεν είχε αγγίξει εδώ και καιρό. Άφησε το χέρι του να τα διατρέξει∙ απόρησε με το πόσο λεπτά ήταν τα δάχτυλά του, πόσο περίπλοκη ήταν η ένωση των αρθρώσεων έτσι όπως κάμπτονταν. Ένιωσε τη δύναμη που είχαν μέσα τους, τα άφησε να τραβήξουν ένα βιβλίο από το σωρό. Το δικό του το βιβλίο έψαχνε κι όταν το κράτησε στο χέρι του χαμογέλασε βλέποντας το γνώριμο κόκκινο εξώφυλλο που τόσο καιρό τώρα ξεθώριαζε και γδερνόταν.


Υπέροχη έκδοση, εξαιρετικά τα ελληνικά της μετάφρασης.

[John Williams Ο Στόουνερ, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εισαγωγή John McGahern, επίμετρο Άρης Μπερλής, εκδόσεις Gutenberg 2017, σειρά Aldina, σελ. 409.]