Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 21) Το καλοκαίρι του 1986.


Δεν ανακαλύψατε εσείς τα νιάτα, καλά μου αγόρια και κορίτσια. Μια πρώτη σκέψη, κακή σκέψη. Μια δεύτερη, αν το κούρεμα / η κόμμωση ή άλλα στοιχεία εμφάνισης είναι κοντά στην τρέχουσα μόδα, το νεανικό πορτρέτο μοιάζει πειστικότερο, σαν πιο... αδιαμφισβήτητο, ναι, όντως, κοίτα τι... νιάτο κάποτε κι αυτός -δείτε ξανά μ' αυτό το κριτήριο τα πορτρέτα του Φαγιούμ∙ αντίθετα, στοιχεία παρωχημένου στιλ, ρούχα, εμφάνιση παλιομοδίτικη, κάνουν παλιότερες νεανικές φωτογραφίες να φαντάζουν κι αυτές γερασμένες, σαν εικόνες από γενιές ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικά νέοι, αφήνοντας τους εκάστοτε σύγχρονους νεαρούς στην αυθόρμητη –μη γελιόμαστε- ύβρη τους να νιώθουν αθάνατοι, ν’ απολαμβάνουν με τη χαρακτηριστική απερισκεψία της ηλικίας τους όλα τα μάταια, τα υπέροχα της ζωής.
Το καλοκαίρι του 1986 ήτανε μια όμορφη γερή ανάσα. Θυμάμαι πολλές σκέψεις μου. Όπως και τα αμέσως προηγούμενα καλοκαίρια μένω στο σπίτι της νονάς Φροσύνης, στο μικρό εσωτερικό δωμάτιο εκείνου του ωραίου σπιτιού στο κέντρο της πόλης. Η Κως είναι στα καλύτερά της. Τα μπαράκια της Ναυκλήρου και ολόγυρα, κυριολεκτικά ο παιδότοπος της γειτονιάς του πατρικού μου, φιγουράρουν ως bar streets στα νεανικά περιοδικά της βόρειας Ευρώπης, εμείς την περιοχή την ξέραμε ως μαραγκούδικα, κάποιοι ανόητοι Ελλαδίτες φαντάροι λάνσαραν και της κόλλησαν το προσωνύμιο Εξάρχεια -όχι, προσωπικά δεν το καταδέχτηκα ποτέ-, άλλωστε από πού κι ως πού! Ανάμεσα στο οχτάρι των δρόμων με τα παλιά μαραγκούδικα, τώρα μπαράκια, και τις διάσημες ντίσκο Καλούα και Χέβεν, τα νεαρόπαιδα, σμάρια σμάρια, πήχτρα, σ' ένα ασταμάτητο πηγαινέλα, μία πανηγυρική, πραγματικά φαντασμαγορική ατμόσφαιρα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Το νησί ανοικοδομείται με τουριστικά καταλύματα σε ρυθμούς εντυπωσιακούς, η οικονομική ευημερία ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Στους πίνακες ανακοινώσεων των αεροδρομίων της Ευρώπης διαβάζει κανείς συχνότερα τη λέξη Kos από Athens. Η επιθετικότητα μειώνεται, ο φθόνος αραιώνει, η ανοχή πληθαίνει. Είμαι παιδί του τουρισμού, η πρώτη φορά που το σκέφτομαι με περηφάνια.
Τινάζω τους ώμους σαν από ανεπιθύμητη ανατριχίλα στη σκέψη, για πρώτη φορά απ’ την εφηβεία μου και δώθε: «Μήπως να επιστρέψω μόνιμα Κω;» ίσαμε τότε αδιανόητη. Τη σχηματίζω μόνο άπαξ φυσικά, την αποδιώχνω αμέσως. Αλλά και τόσο με ξάφνιασε, ο λόγος που δεν την ξέχασα. Επίσης μια άλλη στιγμή, στην παραλιακή Βασιλέως Γεωργίου, που είδα γνωστό μου ζευγάρι Κώων σε ποδήλατα με την κορούλα τους, σαραντάρηδες, από τους μόνιμους κατοίκους Αθήνας σε διακοπές στο νησί. Τους είδα και με διαπέρασε οίκτος γι’ αυτούς, τους λυπήθηκα που δεν ζούσαν μόνιμα στην Κω. Και πάλι παραξενεύτηκα, και πάλι τίναξα το κεφάλι σαν τι ανοησίες βάζω με τον νου μου...
Από το φθινόπωρο του 1986 έως τον Ιούλιο του 1987, τελευταία ακαδημαϊκή χρονιά μου στην Αθήνα, και ταλαντεύομαι ξανά αν θα πάρω ή όχι το πτυχίο, προβαίνω σε ορισμένες βιασμένες, άστοχες ενέργειες μήπως και καταφέρω να σχετιστώ με ανθρώπους του Τύπου, αν ίσως έβρισκα κάποια επαγγελματική διέξοδο εκεί, μεσουρανούσαν τότε τα περιοδικά, όμως ήτανε κινήσεις σπασμωδικές, λάθος. Άφησα ένα μάθημα για άδειες -κατά τη γνωστή ανοησία πολλών τελειόφοιτων-, κι αποφάσισα να διακόψω την αναβολή, να πάω στρατό. Αυτό σήμαινε θα επέστρεφα προσωρινά Κω. Μαζί απολυτήριο και πτυχίο, κι ύστερα θα 'βλεπα. Ίσως έψαχνα για κάποιο μεταπτυχιακό, έλεγα ανόρεχτα. Τώρα πια είμαι βέβαιος ότι ασύνειδα ήταν ήδη προγραμματισμένη εντός μου η βαθύτερη και διαρκέστερη ενδοσκόπηση, ας την ονομάσω παρά την ευκολία του σχήματος: το μεγαλύτερο μακροβούτι της ζωής μου. Τον δρόμο που είχε αποφασίσει από χρόνια ερήμην μου η ίδια η γλώσσα ή το ταλέντο μου, την οδό του Γιώργου Ιωάννου.

 
(Δίπλωμα αυτοκινήτου πήρα μόλις το 1996, σε ηλικία 36 χρόνων (!), με είχε ανακόψει βίαια ο ίδιος ο πατέρας μου το 1978 -η σχέση με τον πατέρα μου παρέμεινε πολύ δύσκολη, μέχρι το 2008 περίπου, εξομάλυνση που διευκόλυνε πολύ και την έξοδό μου στην πεζογραφία, το αποφασιστικότερο βήμα στη λογοτεχνική μου παραγωγή. Ίσαμε το 1996, λοιπόν, μετακινούμουν με μηχανάκια ή μηχανές. Με... διάφορα ατυχήματα, χειρότερο εκείνο του 1985, κι απ' το οποίο ηθελημένα κράτησα αναμνηστικό, ένα ράμμα κάτω απ' το δεξί μου μάτι. Την τελευταία μηχανή μου, ένα τσόπερ χόντα, μαθήτριά μου καλή μού θύμισε πρόσφατα την έλεγα Λυσία. Κι αφού έπιασα κι αυτά, πρώτο μου αυτοκινητάκι, το 1996, ο Κλεόβουλος, ένα Renault Clio σε χρώμα σκούρο βυσσινί. Οι φωτογραφίες σε παραλίες πριν απ' τον κόλπο της Κεφάλου.)