Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Μία... μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία - 23) Το φροντιστήριο.


 (Το πρώτο διαφημιστικό στην τοπική εφημερίδα Το Βήμα της Κω, το τηλέφωνο της νονάς μου, 22772 -πενταψήφια ακόμα τότε τα τηλέφωνα. Ο τίτλος και του φροντιστηρίου αργότερα παρέμεινε ο ίδιος: ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.) 


Τα πρώτα μαθήματα, «μαθήματα κατ’ οίκον», τα ξεκίνησα στην τραπεζαρία της νανάς, στο γωνιακό δωμάτιο με τις μπαλκονόπορτες προς την Ιπποκράτους και την Αλεξίου Ζερβάνου, με τα σανίδια του πατώματος που τρίζανε σε κάθε βήμα μου. Ύστερα, ως φροντιστήριο πια, πάντοτε με τον ίδιο περιφραστικό τίτλο Μαθήματα της Ελληνικής Γλώσσας, αρχικά στη Θεοφράστου, έπειτα στην Πίνδου, τέλος στο ιδιόκτητο ειδικά σχεδιασμένο κτήριο στη Σπετσών. Μέχρι και το καλοκαίρι του 2003, κοντά 15 χρόνια εργάστηκα πολύ σκληρά, κρατούσα ένα ολόκληρο φροντιστήριο θεωρητικής κατεύθυνσης μόνος, μα ούτε ξέρω από πού εκλύθηκε όλη αυτή η ενέργεια: από τις επτάμισι το πρωί, προετοιμασία - διορθώσεις, μέχρι τις δυόμισι το μεσημέρι, κι αμέσως παραδόσεις έως τις δεκάμισι το βράδυ σερί, καθημερινά, τα Σάββατα που μου φαίνονταν... σκέτη παρακμή τέλειωνα στις 20.00, τις Κυριακές μόνο διορθώσεις από τις 15.00 ως τις 22.30.    
Όταν ξεκινούσα, είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, αν ένιωθα έστω για μια στιγμή τον πιεστικό έλεγχο από το κοινωνικό (και αναγκαστικά επαρχιακό) περιβάλλον, πάραυτα θα τα μάζευα και θα 'φευγα. Θα ζούσα στο νησί όπως ορισμένοι ξεναγοί, με όλη την ανοχή που δικαιούμουν σαν άτομο στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, ότι τέλος πάντων δεν θα χρεωνόμουν αναχρονιστικές περιττές ηθογραφίες. Και πράγματι, απ’ αυτήν την άποψη δεν ενοχλήθηκα ποτέ. Βέβαια, το ερωτηματικό παραμένει: ποια τα πραγματικά κίνητρα, από πού η ορμή για το τόσης ποσότητας έργο. Τα χρήματα; Κέρδιζα όντως πολλά, όμως το ξέρω πολύ καλά, κι αυτά μετά από ένα σημείο μού ήτανε μόνο ένα πρόσχημα. Η κοινωνική αναγνώριση; Το φροντιστήριο έγινε σύντομα ένα μικρό… θαυματοποιείο. Ολόκληρα τμήματα μαθητών, όχι επιλεγμένων, σύσσωμα περνούσαν σε πανεπιστημιακές σχολές, τότε που ακόμα κάτι τέτοιο φάνταζε και ήτανε δύσκολο. Όμως και τούτη την αποδοχή, νομίζω, είχα δίκιο να τη λογαριάζω λίγη… Η αγάπη των παιδιών; Μ' όλη τη δυσανεξία μου προς την αισθηματολογία, πρέπει να ομολογήσω, υποκαθιστούσαν ως ένα βαθμό την πατρότητα που ήξερα πως δεν θα ζούσα. Απόδειξη πως τόσα χρόνια μετά όταν μάθω ή συναντήσω ζευγάρι - και οι δυο πρώην μαθητές μου, τσιμπιέμαι στιγμιαία σαν μπροστά σε σχέση αιμομικτική –μα τον Θεό, ναι, και είναι αστείο... Τους επέβαλλα τον «ενικό ευγενείας» (ενώ απαιτούσα τον πληθυντικό απ' τους γονείς τους), -ήμουνα και νεαρός ακόμη, περπατώντας και σήμερα στην πόλη, σχεδόν πάντα θ’ ακούσω μια τσιρίδα χαράς «Αντώνη!» από παλιό μαθητή / τρια, παρόλο που ήμουνα και αυστηρός πολύ και απαιτητικός δάσκαλος -αλλιώς δεν αποδίδουν οι μαθητές, κακά τα ψέματα… Όμως κι αυτό το κίνητρο να δεχτώ, τη δυνατή σχέση που ανάπτυσσα με τα παιδιά, κάτι σαν ζήλια μην και δεν είχαν εμένα πάνω απ' όλους τους δασκάλους τους, αλλά και με όποιο άλλο κίνητρο, πώς να εξηγήσω το ότι δεν δίδαξα σχεδόν ποτέ το ίδιο άγνωστο κείμενο, το ότι σπάνια έκανα από χρονιά σε χρονιά την ίδια παράδοση. Και δικαιούμαι να πω, γιατί αυτό εντέλει επικύρωσε την περίοδο που προηγήθηκε, όταν πια δεν είχα να κερδίσω κάτι εγώ ο ίδιος, εννοώ σε σχέση με την ίδια μου τη γλώσσα, όταν το φροντιστήριο αν το συνέχιζα, θα ήταν μόνο για να κερδίζω χρήματα, την αγάπη των παιδιών, ή την αποδοχή των γονιών τους, κυριολεκτικά πήρα το δισάκι μου, τα ’κλεισα όλα, κίνησα μόνος και περίσκεπτος, όμως και αποφασισμένος, σταδιακά κλείστηκα στη λογοτεχνία. Άλλωστε και να δουλεύω πια το είχα μάθει καλά, και την πραγματικότητα να αντιμετωπίζω, και το επίσης σημαντικό, να κερδίζω την εκτίμηση όσων επιλεγμένων ήθελα.
Και βέβαια μπορεί να πέσει σε λήθαργο ένα ταλέντο, και μάλιστα για σεβαστό διάστημα, υπάρχει ωστόσο ένα όριο που παραπέρα δεν συμπιέζεται, περισσότερο δεν μπορεί να μείνει ανενεργό. Αν το καταπιέσεις κι άλλο, κινδυνεύεις. Εξίσου όπως κι αν του αφεθείς ανυπόμονα και παράφορα, δίχως στοιχειώδεις προφυλάξεις και προεργασία.
Τ’ αδέλφια μου, όταν συγκατοικούσαμε φοιτητές, μου απαγόρευαν να τους μιλάω για μια ταινία που είδα κι εκείνοι όχι ακόμη, γιατί, όποτε τους την περιέγραψα, τους φάνηκε ύστερα κατώτερη απ’ την περιγραφή μου.
Τα παιδιά θεωρητικής κατεύθυνσης της Γ' λυκείου έκαναν μαζί μου τετράωρο μάθημα αγνώστου κειμένου αρχαίων ελληνικών κάθε Παρασκευή βράδυ. Αναλύαμε συνολικά τρεις σελίδες κείμενα εκδόσεων Λειψίας, μαζί με ειδικές ασκήσεις, ένα πολύ εντατικό μάθημα. Ο στόχος ήταν, και τον κατακτούσαμε, οι μελετηροί μαθητές στο τέλος της χρονιάς -και ήτανε μεγάλη χαρά σαν το κατάφερναν- να διαβάζουν φωτοτυπίες που τους έδινα μεταφράζοντας απ’ ευθείας απ’ το αρχαίο κείμενο, κείμενα κάποτε και Δημοσθένη ή και Θουκυδίδη. Να διαβάζεις τους κλασικούς αττικούς σαν στο κρεβάτι σου πριν κοιμηθείς νεοελληνικά κείμενα. Μια χρονιά, λοιπόν, με τμήμα αμιγώς θηλέων -τι πλασματάκια-, παρόλο που και έξυπνα και μελετηρά παραήτανε αθώα και τρυφερά, σαν πρώτης και όχι τρίτης λυκείου παιδιά, δυσκολευόμουν να τα κρατήσω συγκεντρωμένα ένα ολόκληρο τετράωρο. Δεν θυμάμαι πώς μου ’ρθε, τους λέω μία απ’ τις πρώτες Παρασκευές, «Κοιτάξτε, αν συγκεντρωθείτε και βγάλουμε την προγραμματισμένη ύλη γι' απόψε, στο τέλος σάς υπόσχομαι θα σας πω μια ιστορία». Έκτοτε, απίστευτο, τις τρεισήμισι ώρες η μία σκούνταγε την άλλη ή να προσέχει ή να μην καθυστερεί, στο τέλος και με άψογα ολοκληρωμένο το πρόγραμμα του τετραώρου, «Αντώνη, εντάξει, τα καταφέραμε;» παράταγαν μολύβια - σημειώσεις, με τα χέρια στους αγκώνες, το πιγούνι στις παλάμες, « Έλα, Αντώνη, σ’ ακούμε, λέγε». Και τους αφηγούμουν, να με ρουφάνε με τα ματάκια τους, τα βλέπω ακόμα καρφωμένα πάνω μου, και μπορεί να μην έγραψα συναρπαστικότερα κείμενα στη ζωή μου, τυπικά τούς ιστορούσα τα λογοτεχνικά όποια διαβάσματά μου τότε, όμως έφευγα σε κατάσταση… επικίνδυνης έξαρσης, θέλω να πω με επικίνδυνα αναστατωμένο το ασυνείδητο.
Ήμουνα στον δρόμο του Γιώργου Ιωάννου, το συνειδητοποίησα πολύ αργότερα. Η ελληνική γλώσσα -η δόξα και η κατάρα της- ανήκει στις ιστορικές γλώσσες, ίσως η κατεξοχήν ιστορική και ταυτόχρονα ζωντανή, ομιλουμένη. Για να την μιλήσεις και να την γράψεις με ικανοποιητική ευχέρεια, πρέπει να πάρεις τον δρόμο πίσω, ίσαμε τον Όμηρο, και το δυσκολότερο, εκεί ή νωρίτερα να μη χαθείς σε ζείδωρα, σε ἠιθέους και σε ἐϋκνήμιδες, να μπορέσεις έπειτα απ’ όλη αυτή την κοπιώδη διαδρομή, πρώτον να βρεις τον δρόμο να επιστρέψεις στη δική σου συγχρονία, δεύτερον, να μη σου μείνουνε οι λεξούλες ή οι συντάξεις, να μην σου μείνει κουσούρι το σκύψιμο, ως τρυφερή παιδούλα σε ευκλεείς λειμώνες να σταχυολογείς στο πανεράκι σου ωραίες και ελληνοπρεπείς και σπάνιες λεξούλες, τη διαδρομή να την κάνεις για τη γλωσσική σου ευχέρεια, για να γίνει η γλώσσα στα χέρια σου μαλακή, εύπλαστη. Να ξέρεις να πιάνεις από χάμω κι ένα χαϊβάνι, ένα χούι ή ένα γκουγκλάρω όποτε βρεθείς στην (απολύτως ακριβή) χρεία τους. Να κάνεις τη διαδρομή σε κείμενα και λεξικά με τρόπο τεχνικό, για να βγάλεις παραδόσεις για παράδειγμα, αυτό μού είχε υποδείξει ασύνειδα τότε στο τέλος της εφηβείας μου ο Γιώργος Ιωάννου, η καλύτερη λογοτεχνική ιδιόλεκτος του καιρού μας. Θυμάμαι τη γοητεία της γλώσσας του, και τη σκέψη που είχα κάνει, είναι τυχερός, κάθε μέρα δουλεύει με τη γλώσσα σαν εκπαιδευτικός - φιλόλογος, και μια άλλη σκέψη επίσης, την έκανα όντας γιος άθεου αριστερού, απομακρυσμένος παιδιόθεν από τις εκκλησιές, πόσο πολύ είχε ωφελήσει τον Γιώργο Ιωάννου η τριβή του με τα εκκλησιαστικά κείμενα. Και εξ αυτής της σκέψης, ασύνειδα πάλι, θα πρόκυπτε η άλλη μεγάλη εμμονή μου των χρόνων εκείνων, η Πάτμος.