Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Μάκης Πανώριος: Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος ΣΤ', από τις εκδόσεις Αίολος.


Αντώνης Νικολής
γυναίκες στα ράφια του μανάβη
                                              
                                           
ΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΣΩΣΤΑ, ΦΙΛΕ ΜΟΥ, ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΙΣΟ ΤΟΥ 21ου, όπως αριθμούσαν τότε τους αιώνες, ή περίπου στο δικό μας 1ο προ καταστροφής (1st b. c.), το πιθανότερο στα μέσα του. Το εύρημα μας το προσκόμισε εδώ η καλή συνάδελφος της Εφορείας Εναλίων, η Μαρία η Τσίρος, (τη θυμάσαι, εκείνη με τις πολύ ανοιχτές πλάτες), από καταδύσεις της βορειοδυτικά στη βραχονησίδα του Λυκαβηττού -με μια επιφύλαξη μόνο να ελέγξουμε ξανά τις συντεταγμένες- στη θέση Σεπόλια ή ίσως Πατήσια. Αγαθή τύχη -εκτιμώ- διαφύλαξε το εύρημά μας, ένα DVD-Rom τυλιγμένο σε νάιλον και «χτισμένο» μέσα σε κύβο μπετόν. Προφανώς θα παράπεσε στο τσιμέντο πριν από την πήξη του, ποιος ξέρει από ποια απροσεξία του ή της κατόχου του.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Η πρώτη Διονυσία.

Με την Τζούλια Τσιακίρη (των εκδόσεων Τὸ Ροδακιὸ) κρατάμε το πρώτο δεμένο αντίτυπο της Διονυσίας, το απόγευμα της Δευτέρας 19 Μαρτίου, στο καθιστικό του σπιτιού της στην Απόλλωνος. Μας φωτογραφίζει από το κινητό της Τζούλιας η Άννα Κοκκίνου. (Λεπτομέρειες: στην ψάθινη πολυθρόνα η Καζού, καθόλου στημένη σε αντίθεση με μας, οι πίνακες πίσω μας στην πλάτη του καναπέ, από τους λίγους που απέμειναν μετά τον πλειστηριασμό υπέρ της βιβλιοθήκης Βασίλη Διοσκουρίδη νωρίτερα τρεις εβδομάδες.) 

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Στο Ψιμύθι, κάτω στο Ρέμα της Χελιδονούς (τυπώνοντας το εξώφυλλο της Διονυσίας).



«Ξέρεις, το τυπογραφείο βρίσκεται στο Ρέμα της Χελιδονούς. Υπάρχει ένα εκκλησάκι εκεί, η Παναγιά η Χελιδονού, και ένα σπήλαιο νομίζω. Κάτω από την Πάρνηθα, εξοχή υπέροχη.»
Μιλάγαμε στο τηλέφωνο. Χρειάστηκα ώρες να το εννοήσω, και τότε την κάλεσα εγώ.
«Τζούλια, μήπως ελάνθανε στα περί της Χελιδονούς που μου έλεγες το πρωί κάτι σαν πρόσκληση για το τυπογραφείο;»
«Άντε, το κατάλαβες, μπράβο, χαίρομαι», απολάμβανε την ειρωνεία της, αλλά συμπλήρωσε κι ένα «Ναι, ελάνθανε» (γιατί τον καλό εκδότη με κάτι «ελάνθανε» τον τυλίγεις).
Και, πράγματι, δυο - τρεις μέρες έπειτα, την Τετάρτη 14 του Μαρτίου, λίγο μετά τις εννιά το πρωί από την Πλατεία Μητροπόλεως και το καφέ Centrale (το επίνειο των εκδόσεων Τὸ Ροδακιό) επιβιβαζόμαστε σε ταξί με κατεύθυνση προς τον Κηφισό, περάσαμε τα ΚΤΕΛ, ύστερα γινόταν κάπως πιο υποφερτό το προαστιακό τοπίο, κατηφορίζοντας κιόλας προς το ρέμα, όντως, σχεδόν εξοχή. Σκόρπιες βιοτεχνίες ή αποθήκες ή μόνο τα κελύφη τους, ο κατηφορικός δρόμος τσιμεντένιος, περιβολάκια, θάμνοι, υγρασία που πύκνωνε μαζί με τη βλάστηση στο βάθος κατά μήκος του ρέματος. Καιγόντουσαν σε μικρή φωτιά δίπλα στο σημείο που αποβιβαστήκαμε σκουπίδια μαζί και κάτι σαν λάστιχο με τη χαρακτηριστική δυσάρεστη μυρουδιά. Όμως, τ’ άλλα, το φως, το αεράκι, η θερμοκρασία, ήταν όλα της άνοιξης.
Θα τυπωνόταν το εξώφυλλο εκείνη την ημέρα. Είχα ήδη δει μια πρόχειρη εκτύπωσή του.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Διονυσία / παρουσίαση στην Athens Voice.


Λεπτομέρειες 389 / από τη Σταυρούλα Παπασπύρου.

Μετρημένες στα δάχτυλα είναι πια οι νέες εκδόσεις του «Ροδακιού». Να όμως που μετά τη Στέλλα Παναγιωτοπούλου και τη λεπτοκεντημένη της «Έξοδο προς την Καππαδοκία», ήρθε η σειρά του Αντώνη Νικολή να κάνει την έκπληξη. Η ιστορία της αλαφροΐσκιωτης και ποικιλοτρόπως κακοποιημένης «Διονυσίας» που εγκαταλείπει την Κω για να εξαϋλωθεί στην... ξελογιάστρα Αθήνα, είναι ένας αναπάντεχος συνδυασμός ηθογραφίας και ερωτικής λογοτεχνίας που σε κρατά ως το τέλος αιχμάλωτο.
Παρ’ ολίγον γιατρός που τελικά στράφηκε στην κλασική φιλολογία, ο Αντώνης Νικολής με τη στιβαρή πρόζα έχει πίσω του θεατρικά έργα σκηνοθετημένα από τους Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Παπαγεωργίου και τη νουβέλα «Το σκοτεινό νησί» (Εμπειρία-Εκδοτική). Αλίμονο σ’ εκείνους που προβλήθηκαν επί «ευημερίας» ως νέα ταλέντα, δεσμεύτηκαν με συμβόλαιο για ό,τι σχεδόν γράψουν στο μέλλον και τώρα απορρίπτονται ως αντιεμπορικοί...

Athens Voice, 26 - 4 – 2012, τεύχος 389.

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Κριτικές / Διονυσία (LIFO, τεύχος 289).


LIFO, ΒΙΒΛΙΟ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

4.4.2012

Η γυναίκα της Κω

Ο Αντώνης Νικολής επιχειρεί να σκιαγραφήσει την ελληνική κοινωνία μέσα από την ιστορία της Διονυσίας που εκδιώχθηκε από την "παραδοσιακή" Κω και βρέθηκε στους άγριους και σκληρούς δρόμους της πρωτεύουσας.

ΕΥΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ποιον δρόμο πρέπει να πάρει η νεοελληνική πεζογραφία, κατά συνέπεια πάσα προσπάθεια γίνεται δεκτή μέχρι νεωτέρας αποδόσεως. Το μυθιστόρημα του Νικολή, για παράδειγμα -εντυπωσιακό για την αφηγηματική του αντοχή- διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον και με τον φόβο πάντα ότι απειλείται από τον ίδιο τον εαυτό του. Γενικά, η δραματουργία στα καθ’ ημάς παίρνει τα πάνω της, αφού πρώτα περάσει απο τις συμπληγάδες της ηθογραφίας. Το πρόβλημα του «μύθον τινά διηγείσθαι» παραείναι μεγάλο για να περάσει απαρατήρητο. Μάλιστα, από τις πρώτες σελίδες αναρωτιέται κανείς: υπάρχει κάτι στον νεοελληνικό βίο που ν’ αξίζει να μυθιστοριοποιηθεί; Ο Νικολής, καθώς φαίνεται, έχει τους τρόπους για να θέσει ή να ξεφύγει από το πρόβλημα.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Η "Διονυσία" - περίληψη και δείγμα από το δελτίο τύπου.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΗΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΑ


Φωτογραφία στο εξώφυλλο: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Σχήμα 15Χ23,  σελ. 400,  τιμή: 20 €,  ISBN  978–960–8372–49–8
Εκδόσεις Το Ροδακιό, Μάρτιος 2012 – μυθιστόρημα –

Η Διονυσία ή Διονυσώ ή Διασουνιώ, στο νησί της Κω, έχει στον κήπο της τα πιο όμορφα λουλούδια και μυριστικά. Στην κουζίνα της, που αστράφτει από νοικοκυροσύνη, μαγειρεύονται οι πιο λεπτές γεύσεις της Δύσης και της Ανατολής. Κάπου ανάμεσα στα ζουμπούλια και στο μαλεμπί φωλιάζει ο κίνδυνος σα μαύρο χνουδωτό σκαθάρι. Βήμα το βήμα, σ’ ένα κυματιστό ψηφιδωτό από κοντινές λήψεις και αναδρομές, η Διονυσία διανύει το τόξο της γνώσης. Τελετουργική αναγκαιότητα ορίζει κάθε σταθμό αυτού του ταξιδιού προς την ανανέωση της ζωής μέσα από το μυστήριο του θανάτου. Άγγελος και Διόνυσος, θα τα γνωρίσει όλα, θα ανεβεί και θα κατεβεί, θα αγγίξει με τα χαρισματικά της δάκτυλα τις ζωές των άλλων και σαν αντάλλαγμα θα δώσει τη δική της. Οι τοίχοι γίνονται χάρτινοι, η λογική θρυμματίζεται, τα ρούχα δεν κρύβουν πια τίποτα. Από την Κω στην Αθήνα, από το 1997 ως το 2007, κάτι γινόταν δίπλα μας που μας ξέφευγε. Το πέρασμα της Διονυσίας από τη μεγάλη μας πόλη λούζει αυτή την αλήθεια με πολύ δυνατό φως.

«Συνέχιζε με βήμα άρρυθμο στον πεζόδρομο της Κάνιγγος, τον παράλληλο στην Πατησίων. Με κλειστά τα μαγαζιά, την κίνηση υποτονική, τις ακτίνες στην καθαρή από τη βροχή ατμόσφαιρα να κατεβαίνουν από τις πολυκατοικίες σαν από ψηλά φυλλώματα, στάθηκε για μια ανάσα στη μέση του πλακόστρωτου. Ξεφυσούσε ήσυχα και αργά. Ύστερα, λίγα βήματα παρακεί, σ’ έναν παρατημένο ξύλινο πάγκο, έσυρε με την παλάμη τις χοντρές σταγόνες στην επιφάνειά του, να την στεγνώσει λίγο, κάθισε κι ας βρεχόταν. Ίσιωσε κάθετα τη σπονδυλική στήλη, όρθωσε το λαιμό. Νοερά υψωνόταν, το κεφάλι της έφτανε και κατόπτευε τον έρημο δρόμο από το ύψος του πρώτου ορόφου των κτιρίων γύρω της, με τα χέρια της που επιμηκύνονταν κι αυτά, τακτοποιούσε χαμηλά το σακάκι, παρακάτω το παντελόνι της, έπειτα ανάερα το μεγάλο κυκλοτερές πλέγμα, το τεράστιο κρινολίνο με τα μικρά κουτάκια τα δεμένα στα σημεία που διασταυρώνονταν τα ακτινωτά κάθετα με τα κυκλικά οριζόντια ελάσματα, τον πελώριο κώδωνα-φούστα από τη μέση της έως τις πλάκες κάτω και ολόγυρά της. Τα αναρίθμητα μικρά κουτάκια της. Χρυσά με βυσσινιές κορδέλες. Η βροχή τα γυάλιζε. Ψιχάλιζε. Ανέβαζε το μέτωπο, ένιωθε τις σταγόνες στα κλειστά βλέφαρα. Κυλούσαν από τα μάγουλα στο λαιμό, κάτω απ’ τη λαιμόκοψη της μπλούζας στον κόρφο, στην κοιλιά της.»

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Μίλτος Σαχτούρης: Η αποκριά.














Η ΑΠΟΚΡΙΑ

Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                              η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μέσ' στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                               που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν - δυο
εν - δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ' έν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                       η αποκριά


[Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952),
από τον τόμο Ποιήματα (1945- 1971), εκδόσεις Κέδρος 1979.]

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

Ευχές για το 2012.

Να πληθύνουν οι φίλοι, οι καλές κουβέντες, η λογοτεχνία, τα βιβλία.
Θα μας χρειαστούν λίγο περισσότερο εφέτος.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Βασίλης Διοσκουρίδης (1941-2011).

Ο Β. Δ. γεννήθηκε το 1941 στην Αταλάντη και φοίτησε στη Νομική Αθηνών. Ανάμεσα στο 1978 και το 1997 εξέδιδε το περιοδικό λογοτεχνίας Εκηβόλος, εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, ενώ από το 1992 μαζί με τη σύντροφό του Τζούλια Τσιακίρη διευθύνουν τον ποιοτικό μικρό εκδοτικό οίκο Το Ροδακιό. Υπήρξε ταυτόχρονα η κεφαλή, το κέντρο ενός λογοτεχνικού κύκλου, της  Εταιρείας φίλων του περιοδικού Εκηβόλος & των εκδόσεων Το Ροδακιό, όπως τυπώνεται σταθερά στα οπισθόφυλλα των βιβλίων τους, αλλά και ο αποτραβηγμένος, στην όψη σχεδόν απόκοσμος ασκητής, διανοούμενος, αισθητής και λάτρης των γραμμάτων. Τον συνάντησα για πρώτη φορά πριν από ενάμιση περίπου χρόνο στο μικρό δυαράκι – γραφείο, δίπλα στο σπίτι τους στην Απόλλωνος, είχα ραντεβού με την Τζούλια. Μίλαγε με πολλές μακρές σιωπές, αρκετές από αυτές παύσεις, κάθε τόσο με τα κίτρινα δάχτυλα του χρόνιου καπνιστή άναβε τσιγάρο. Στοίχιζε τις κουβέντες του με το σταθερό τόνο της φωνής και τη στίξη του γραπτού λόγου. Λόγιος, μπορεί να σκεφτόσουν παλιομοδίτης, αλλά την ίδια στιγμή καταλάβαινες πως τη στάση του την καθόριζε ένα πείσμα όχι εγκεφαλικού, αλλά αισθαντικού, ιδιοσυγκρασιακού σχεδόν διανοητή. Και τις επόμενες τέσσερις πέντε φορές που συναντηθήκαμε μου απευθυνόταν πάντοτε στον πληθυντικό, δε μιλήσαμε ποτέ στον ενικό ούτε με οικειότητα. Πέντε μέρες πριν από τη θανή του, στο καθιστικό τους, σε συνάντηση που νομίζω επεδίωξε η Τζούλια και για μια παραπάνω επικοινωνία μου μ’ εκείνον, μόλο που αδύναμος, όσα μού απηύθυνε – λόγια καίρια και πυκνά πολύ- δύσκολα θα τα ξεχάσω.

Απεβίωσε στη μιάμιση το πρωί της Τρίτης 20 τρέχοντος. Το βράδυ, στο ίδιο καθιστικό, μαζί και με τον πολύ καλό συγγραφέα και φίλο, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, αυτόν που μεσολάβησε πριν από δυο χρόνια για τη γνωριμία μου με την Τζούλια και τον εκλιπόντα, θα γνώριζα και τον έναν μετά τον άλλο τους φίλους του Εκηβόλου, τη συντροφιά που είχε κέντρο εκείνον και που συναντιόντουσαν πια γύρω από τη μνήμη του μόνο. Λιγοστές κουβέντες, ευγένεια, διακριτά πορτρέτα, χαρακτήρες και έκφραση. Δύο μέρες έπειτα, η ίδια συντροφιά, σιωπηλά, με λιτότητα που ταίριαζε στον άνθρωπο, κήδευσε και τη σορό του. Το βροχερό απομεσήμερο της περασμένης Πέμπτης.   


Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: Ο ηλίθιος.


Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στη Μόσχα το 1821. (Την ίδια χρονιά στη Ρουέν της Νορμανδίας και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, με επιπλέον κοινό ότι ήταν και οι δυο τους γιοι γιατρών. Ο πρώτος έζησε ως το 1881, ο δεύτερος ως το 1880.) Ο Φ. Ν. γράφει τον Ηλίθιο στη διετία 1867 – 68. «Η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος», σημειώνει ο ίδιος σε γράμμα του, «είναι η απεικόνιση του απολύτως θαυμάσιου ανθρώπου. Δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο από αυτό στον κόσμο, ιδίως τώρα… Το θαυμάσιο είναι ιδανικό, και το ιδανικό, το δικό μας, αλλά και της πολιτισμένης Ευρώπης, δεν έχει δουλευτεί ακόμα». Να σημειωθεί επίσης ότι και ένας τρίτος έξοχος του 19ου, ο Χέρμαν Μέλβιλ, ήταν κι αυτός περίπου συνομήλικός τους (1819 - 1891).

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Cesária Évora (1941 -2011).


Η περήφανη γυναίκα, η φωνή του Cabo Verde, απεβίωσε το περασμένο Σάββατο 17 Δεκεμβρίου σε κλινική του τόπου της, στο Μιντέλο του Σάο Βισέντε. Μας γνώρισε τα mornas, τα τραγούδια της μικρής νησιωτικής χώρας της.
Τη φωνή της την έχω συνδέσει συνειρμικά με τα απογεύματα στο Λιβυκό, στη Νότια Κρήτη, εκεί, οδηγώντας το παλιό αυτοκινητάκι μου, δεν έλεγα να ξεκολλήσω από τις κασέτες της, από τις πλέον μακροχρόνιες μουσικές εμμονές μου. Τότε, το 1997. Θα γινόταν βέβαια αργότερα και η κύρια πύλη προς την καμποβερντιανή μουσική και τα στέκια της στη Λισαβόνα, τη μαγική σκηνή του B. Leza μέχρι πριν από λίγα χρόνια (προς τιμήν του θείου της με το ψευδώνυμο B. Leza από την πορτογαλική λέξη beleza που σημαίνει ομορφιά, αυτού που τη μύησε στο τραγούδι), αλλά και τα γεύματα μετά μουσικής τα μεσημέρια Τρίτες και Πέμπτες στην Καμποβερντιανή Ένωση, τα ρεσιτάλ στην Aula Magna, όπως και τους πολύ όμορφους ανθρώπους, στην όψη και στην κίνηση, τους συμπατριώτες της.

Με ήπια μελαγχολία και με ήπια κατάφαση στη ζωή, απόγευμα, κοιτάζει γελαστή την κάμερα, καθισμένη σε ξύλινη καρέκλα με ψαθί, με τα πέλματα χαλαρά και γυμνά, ύστερα, όταν δε θα την καταγράφει πια κανείς, θα στείλει το βλέμμα ήσυχα και θαρρετά μακριά πέρα στον ωκεανό.    





Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Η οικονομία στο λόγο.



Άνοιξε το στόμα του ο Λουκάς Παπαδήμος κι επέστρεψε στον καθεστηκότα πολιτικό λόγο η οικονομία. Η φειδώ, η κυριολεξία, η σύζευξη μορφής και περιεχομένου.



Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Isaac Bashevis Singer: Ο σκλάβος.


Για την εργοβιογραφία και το ύφος του Σίνγκερ έκανα ήδη λόγο σε παλιότερα «υπομνήματα» (1,2,3,4). Τον ιδιότυπο μυθολογικό κόσμο του, τις ιστορίες των εβραίων της Πολωνίας, τον χρησιμοποιεί περίπου ως μία δεξαμενή από όπου αντλεί πραγματολογικά στοιχεία, υλικό της αφήγησης, ποτέ ως τον ιδεολογικό ή ηθικό πυρήνα των ιστοριών του, ποτέ δεν τον "στρογγυλεύει", δεν τον εξωραΐζει, γι' αυτήν άλλωστε τη χρήση του τον βοηθάει το υποδόριο (εξαιρετικής ποιότητος, του τύπου του εβραϊκού) χιούμορ του. Επίσης, ούτε απαιτείται να γνωρίζεις τι είναι το Γιομ Κιπούρ, για να παρακολουθήσεις την περιπέτεια της ζωής των ηρώων του, του Ιακώβ ή της Βάντα / Σάρας, ούτε θα μάθεις τι είναι η Τορά, αφότου θα έχεις διαβάσει το μυθιστόρημα.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

The world's most messed-up country.

(Ελλάδα:) Η διεθνώς πιο χαλασμένη / προβληματική χώρα.
[Από το άρθρο του Steve Rose (Guardian, Σάββατο 27 Αυγούστου 2011): Attenberg, Dogtooth and the weird wave of Greek cinema.]  
Τα σχετικά υπερθετικά μας τώρα και σε ξένες γλώσσες.

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Mario Vargas Llosa: Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες.


Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες ανήκει στα πιο σημαντικά και πρωτότυπα μυθιστορήματα του συγγραφέα, κατά την εκτίμηση των μελετητών του. Αδιαμφισβήτητα οι μεγάλες αρετές του Λιόσα είναι παρούσες και εδώ: η οικονομία (σε μικρή και μεγάλη δομή), ο εγκιβωτισμός των επιμέρους ιστοριών που δεν ανακόπτει την κύρια ροή, η ικανότητα του συγγραφέα να ανεβάζει από το ασυνείδητο όσο και να διατάσσει το υλικό του στον ειρμό της εκτενούς αφήγησης.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

J. D. Salinger: Εννέα ιστορίες.


Ο Σάλιντζερ (1919-2010) εξέδωσε τρία μυθιστορήματα, με πρώτο και γνωστότερο το «Φύλακα στη σίκαλη» (1951). Από τα δημοσιευμένα 35 διηγήματά του σε διάφορα περιοδικά, επέτρεψε να εκδοθούν όσα κατά τη γνώμη του μπορούσαν να αντέξουν στο χρόνο, τα περιεχόμενα στις «Εννέα ιστορίες» (1948-1953, έκδοση 1953).
Αν πρέπει να προσδιορίσουμε τις «Εννέα ιστορίες» από το πού και το πότε, πρόκειται για ψηφίδες της μεταπολεμικής Αμερικής. Αλλά βρισκόμαστε στην επικράτεια της νεωτερικής λογοτεχνίας, άρα και ο όποιος ρεαλισμός ή άλλη ξεκάθαρη πρόθεση προγραμματικά δεν είναι καθόλου σαφείς.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Mario Vargas Llosa: Η γιορτή του τράγου.



Ο Μ. Β. Λιόσα γεννήθηκε το 1936 στο Περού. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή της Λίμα και έκανε το διδακτορικό του (για τον Γκαρσία Μαρκές) στο πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Έζησε στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Βαρκελώνη. Δίδαξε λογοτεχνία σε πολλές χώρες. Το 1990 έθεσε δίχως επιτυχία υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του Περού. Έγινε γνωστός, μεταφράστηκε από το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Η πόλη και τα σκυλιά». Το έργο του συναπαρτίζουν κυρίως μυθιστορήματα, αλλά και θεατρικά, άρθρα, μελέτες. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία, με κορυφαίο το Νόμπελ του 2010.
Ο τράγος του τίτλου στο μυθιστόρημα του Λιόσα είναι ο στρατηγός Τρουχίλιο, ο στυγνός δικτάτορας της «Δομινικανής Δημοκρατίας» από το 1930 ως το 1961.