Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Το βιβλίο του γιου μου!



Πάνε μπορεί και δυο χρόνια που διάβασα το «Κάτι άλλαξε», το μυθιστόρημα του Χρήστου Ιωαννίδη. Δε μου το σύστησε κανείς, με είλκυσε από μόνο του ξεφυλλίζοντάς το σε βιβλιοπωλείο, κι είναι ένα από τα λίγα, τα πολύ λίγα νεοελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων που το διάβαζα δίχως να κοιτάζω κουρασμένα κάθε λίγο πόσες σελίδες μού υπολείπονται . Ένα νεανικό, δεν εννοώ πρωτόλειο ούτε πρωτόπειρης πένας πόνημα, νεανικό, δηλαδή που αναφέρεται και καταγράφει άμεσα τον κόσμο των νέων, κείμενο, και που, ωστόσο, πάνω απ’ όλα είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα. Η λογοτεχνική του αξία βρίσκεται στη γλαφυρότητα, που στιγμές σχεδόν συγκροτεί ύφος. Όμως, όπως οφείλει, περισσότερο κι από τη λογοτεχνική -για να θυμηθούμε τον Κούντερα-, η κύρια αρετή του, ως μυθιστορήματος, είναι καθ’ αυτήν η οικονομία του. Παρ’ όλη τη χάρη της αφήγησης εδώ δεν περισσεύουν πράγματα, ο μύθος και η πλοκή εξυφαίνονται με πολύ καλό δέσιμο.
Είναι και μυθιστορήματα φίλων, και άλλα συγγραφέων που δε συνδέομαι μαζί τους, που βεβαίως εκτιμώ πολύ, στο σημείωμα εδώ δεν αξιολογώ το «Κάτι άλλαξε» καν συγκριτικά με ομοειδή του. Και ως προς την οικειότητα με τον Χρήστο Ιωαννίδη, να προσθέσω, δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ. Του έστειλα μηνύματα μέσω facebook όταν σχεδόν τέλειωνα την ανάγνωση και μετά το πέρας της. Ούτε, νομίζω, οφείλεται στην ευαίσθητη ματιά του στα ζητήματα του ομόφυλου προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου, κυκλοφορούν και άλλα και περισσότερο εξειδικευμένα μυθιστορήματα που όμως δε μου προξένησαν κάποιο ενδιαφέρον.  
Καθώς απομακρυνόμουν από την ανάγνωση εξοικειωνόμουν κάπως αλλιώς με το «Κάτι άλλαξε». Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ. Δε θεωρώ τον εαυτό μου λογοτεχνικό πατέρα του Ιωαννίδη, με ποιο δικαίωμα άλλωστε -το μυθιστόρημά του κυκλοφόρησε πριν από το δικό μου-, καν δυνάμει τέτοιον. Απλώς, έκανα μία φορά τη σκέψη, κι ύστερα μου άρεσε. Ότι ήμουν, λέει, ο (φυσικός) πατέρας του, ότι κράταγα το βιβλίο του και περιχαρής το επιδείκνυα περήφανα «Αυτό το βιβλίο το ’γραψε ο γιος μου, είναι το βιβλίο του γιου μου!»
Δεν ήξερα την ηλικία του, τον ρώτησα αν μπορούσε να είναι (φυσικός) γιος μου, αν ήταν δηλαδή τουλάχιστον δεκατέσσερα χρόνια μικρότερός μου, διευκρινίζοντας για το δεκατέσσερα ότι όταν υπηρετούσα στο Καρλόβασι είχα συστρατιώτη έναν Ρομά ονόματι Χαράλαμπο, δεκαεννέα (ολογράφως 19) χρόνων, με θητεία εξάμηνη γιατί ήταν ήδη πατέρας τριών παιδιών, το πρώτο το είχε σπείρει στα δεκατέσσερα. Ναι, μου απάντησε, αν ήμαστε Ρομά, θα μπορούσες. Μια χαρά. Τι να μας πειράξει; Μαθημένοι στο ρατσισμό, τη συμπλεγματική λεβεντιά του κάθε οιηματία αγράμματου, (που στο ομόλογο κρατίδιο φτάνει να θάβεται και ως μέγας λόγιος), το Ρομά; Να μας κάνει τι το Ρομά; Ας ήταν κι αυτό για μας (τους σημαδεμένους) ακόμα μία ταυτότητα, ακόμα μία τιμή…
Από την όμορφη ιστορία του Άγγελου, του Έρικ, της Ρόξι, του Μάγκνε, δύο μικρά αποσπάσματα (σελ. 159):
«Μόλις έμεινα μόνη στο δωμάτιο, ανακάθισα στα κολλαριστά σεντόνια του ξενοδοχείου και χάζεψα τα αφιλόξενα μάτια των πορτρέτων στους τοίχους, που έμοιαζαν κι εκείνα να με καταδικάζουν. Ένα μεγάλο κουβάρι από σκέψεις χτυπούσε από τοίχο σε τοίχο, χωρίς να βρίσκει το παράθυρο. Στον κήπο του ξενοδοχείου ένας παγωμένος αέρας πάλευε με τα δέντρα.
(…)
Από το αεροπλάνο η Στοκχόλμη έμοιαζε με ένα μεγάλο κουτί με λουκούμια πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη, με μια απέραντη τούρτα πάβλοβα με αυτοκίνητα.
Λες ο Λούντε μου να είναι Σουηδός, αναρωτήθηκα.
Οι Σουηδοί δεν είναι αισθησιακοί όπως ο Λούντε. Με τα ψαρίσια μάτια τους μοιάζουν βγαλμένοι από κονσέρβα. Κάθε φορά που περνούσα τα σύνορα, λάτρευα τις γενικεύσεις και τα στερεότυπα.
Ίσως γιατί τρώνε πολλούς σολομούς, σκέφτηκα.
[Χρήστος Ιωαννίδης, «Κάτι άλλαξε», μυθιστόρημα, εκδόσεις Τετράγωνο, Αθήνα 2010, σελ. 234.]