Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Σπονδή και προσευχή του Αχιλλέα στον Δία (Ιλ. Π. 220 - 248).


(Ο Αχιλλέας μόλις ξεπροβόδισε τον Πάτροκλο και τους Μυρμιδόνες του που κατευθύνονται προς το πεδίο της μάχης.)

Και τότε ο Αχιλλέας κίνησε κι ήρθε στη σκηνή του κι άνοιξε από το σκέπασμά του το όμορφο ξυλόγλυπτο σεντούκι που η Θέτις με τ’ ασημένια πόδια τού ’δωσε να πάρει μαζί του στο καράβι, αφού το γέμισε με χιτώνες και αντιανεμικές χλαίνες και φλοκάτες. Εκεί είχε κι ένα ποτήρι καμωμένο με πολλή τέχνη, απ’ το οποίο δεν έπινε κανένας άλλος αφρώδες κρασί, ούτε έκανε σπονδές σε άλλον θεό παρά μόνο στον πατέρα Δία. Το πήρε τότε μέσ’ απ’ το σεντούκι, το καθάρισε πρώτα με θειάφι, το ξέπλυνε έπειτα με καθαρό τρεχούμενο νερό, έπλυνε κι ο ίδιος τα χέρια του και το γέμισε κρασί αφρώδες. Ύστερα στάθηκε στο μέσον της αυλής και προσευχόταν, έχυνε κρασί και σήκωνε το βλέμμα ψηλά στον ουρανό∙ κι ο Δίας που αγαπάει τους κεραυνούς τον άκουσε. «Δία βασιλιά, που έχεις μαντείο στη Δωδώνη της Ηπείρου με τους δύσκολους χειμώνες, κι ολόγυρα εκεί μένουν οι μάντεις Σελλοί που δεν πλένουνε τα πόδια τους και που κοιμούνται κατάχαμα.
Τις προάλλες άκουσες τα λόγια μου που προσευχήθηκα σε σένα, με τίμησες και προξένησες μεγάλες βλάβες στο στρατό των Αχαιών. Εισάκουσε και τώρα πάλι την επιθυμία μου. Εγώ ο ίδιος, βέβαια, θα μείνω εδώ που ’ναι μαζεμένα τα πλοία, όμως στέλνω στη μάχη το σύντροφό μου μαζί με πολλούς Μυρμιδόνες. Δώσε του από ψηλά δόξα, Δία εσύ που όλα τα βλέπεις, και βάλε θάρρος στην καρδιά του, για να μάθει κι ο Έκτορας ότι και μόνος του ξέρει να πολεμά καλά ο σύντροφός μου κι όχι ότι δήθεν τα χέρια του τ’ ανίκητα τότε μόνο παθιάζονται, όταν κι εγώ του συμπαρίσταμαι στο μόχθο του πολέμου. Και τότε, όταν απομακρύνει απ’ τα πλοία τη μάχη και τις πολεμικές κραυγές, έπειτα να φτάσει σε μένα και στα γρήγορα καράβια σώος μαζί μ' όλα τα όπλα του και τους συντρόφους του που δίνουν τη μάχη σώμα με σώμα.»

[Ομήρου Ιλιάδα, ραψωδία Π, στίχοι 220 – 248]