Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Isaac Bashevis Singer: Σκιές στον ποταμό Χάντσον.


Για τον Ι. Μπ. Σίνγκερ αυτή εδώ είναι η έβδομη ανάρτησή μου. Τέσσερις τόμοι διηγημάτων και ετούτο είναι το τρίτο μυθιστόρημά του που διαβάζω. Έχω εκφράσει το μεγάλο θαυμασμό μου για το συγγραφέα. Δεινός αφηγητής, μα και υπέροχος νους.
Το «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» είναι ιδιαίτερα σημαντικό νομίζω για τρεις λόγους.
Όπως σε κάθε άρτιο πολυσέλιδο μυθιστόρημα, για τη μελέτη της οικονομίας στη μεγάλη δομή. Ο τρόπος που απλώνει την αφήγηση, που διαστέλλει τον αφηγηματικό χρόνο και διεξοδικά καταγράφει ουσιώδεις λεπτομέρειες, όπως π.χ. στις σελίδες 154 ως 160 η αναμονή της Άννας στη σάλα του σταθμού των τρένων στο ραντεβού της με τον Γκρέιν, ή από τη σελίδα 645 ως 656, η αποτυχημένη παράσταση του Γιάσα Κότικ και αργότερα στη διάρκεια του πάρτι στο σπίτι του, -ένας άθλος αφηγηματικός- η περιγραφή πολυπρόσωπων σκηνών, η ατμόσφαιρα της χαράς μέσ’ απ’ τα μάτια κάποιου που εσωτερικά έχει καταρρεύσει.
Τα στοιχεία νεωτερικότητας, κυρίως η από πρόθεση εντύπωση του ατελούς ή ανοιχτού και ακανόνιστου μύθου. Ο πραγματικός χρόνος κυμαίνεται ανάμεσα στο 1947 και 1949, παρά τις τόσες σελίδες για κανένα πρόσωπο δε θα πληροφορηθούμε εκτός από δευτερεύοντα όπως για τη Λέα, τη γυναίκα του Γκρέιν, την οριστική τους τύχη. Ως να επρόκειτο για μια εξαιρετικά εκτεταμένη νουβέλα. Ζωές που διαπλέκονται, κινούν για δω ή για κει, και όλα αφημένα στην τύχη, στην εκάστοτε συγκυρία. Και ο Σίνγκερ μοιάζει να λέει ακριβώς αυτό: μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κανένας δε νομιμοποιείται να τακτοποιεί το χάος, μόλο που η ευφυΐα και το χιούμορ, αν και το τελευταίο πολύ σπάνιο εδώ, δεν τον ξεμακραίνουν από την αφήγηση που οφείλει να είναι θελκτική.
Το μυθιστόρημα είναι μια δυνατή αποτύπωση της εσωτερικής συντριβής που βίωσαν οι Εβραίοι μετά τα κρεματόρια του Χίτλερ. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ο Θεός μετά το Ολοκαύτωμα; Το ερώτημα είναι από τα πιο καίρια, και ασφαλώς πανανθρώπινο. Υπερασπιζόμαστε με πολλούς τρόπους την ανάγκη κάπως να δείχνει σε τάξη το χάος γύρω μας, αλλά έρχονται απόλυτα οριακές στιγμές όπου ζούμε στο έλεος μόνο της τύχης.
Οι Σκιές γράφτηκαν στα γίντις, (τη γλώσσα των Εβραίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως και γενικότερα το έργο του Ι. Μπ. Σ.), και δημοσιεύονταν σε συνέχειες στην εφημερίδα The forward, δυο φορές την εβδομάδα, από τον Ιανουάριο του 1957 μέχρι τον Ιανουάριο του 1958.      

Μερικά αποσπάσματα:
Σελ. 22: Σε μια καρέκλα με ψάθινη ράχη καθόταν ο καθηγητής Σράγκε, ένας κοντός άντρας με άσπρο μούσι και ρυτιδωμένο πρόσωπο, με άσπρα μαλλιά που ήταν σκορπισμένα πάνω στο κεφάλι του σαν βαλτόχορτα κι ερεθισμένα μάτια που τα σκίαζαν ακατάστατα άσπρα φρύδια.
Σελ. 23: «Όχι, ευχαριστώ. Ποιον βλάπτει ο καπνός; Δεν υπάρχει κίνδυνος.» Προς στιγμή, ρυτίδωσε το μέτωπό της κι ο Μπόρις κατάλαβε τι σκεφτόταν: Ο καπνός του Άουσβιτς ήταν πολύ χειρότερος.
Σελ. 75: Τον κυρίευε μια απεριόριστη θλίψη, μια εναγώνια κραυγή πένθους τού έσκιζε τα σωθικά. Ήθελε να ουρλιάξει στον Κύριο της Οικουμένης, σαν σε ενσώματο ον: Κύριε, για όνομα του Θεού, μέχρι πότε θα μένεις σιωπηλός; Έως πότε, Κύριε, έως πότε θα θριαμβεύουν οι κακοί; Έως πότε θα διαρκέσει το σκότος της Αιγύπτου;
Ο Μπόρις έσβησε τα φώτα. Γενηθήτω το σκότος! Γιατί να εξαπατά κανείς τον εαυτό του με το ηλεκτρικό φως; Τι φως είναι αυτό που φωτίζει τις πόρνες, τους δολοφόνους, τους ναζί; Έμεινε όρθιος στο σκοτάδι. Τι παράξενο που ήταν: την ημέρα ήταν απορροφημένος από τις εμπορικές δοσοληψίες όπως ο κάθε επιχειρηματίας, αλλά την νύχτα τον κατέκλυζε η αυτοκαταδίκη, μια τεράστια τύψη, μια θλίψη που βασάνιζε την ψυχή του σαν σωματικός πόνος. Τι κάνω; Τι κάνω;
Σελ. 109: Μπήκε στο λίβινγκ ρουμ και τον είδε. Με τη ρόμπα και τις παντόφλες του, αξύριστος, καθόταν σε μια πολυθρόνα, με τα χέρια ακουμπισμένα στα μπράτσα της. Τα γένια στο πιγούνι του ήταν άσπρα, σαν να είχε γεράσει μέσα σε μια νύχτα. Τα φρύδια του έμοιαζαν να είχαν γίνει ακόμα πιο δασιά και στις κόγχες κάτω από τα φρύδια του οι σκοτεινές κόρες των ματιών του ήταν προσηλωμένες στο κενό μ’ ένα βλέμμα πλήρους απόγνωσης. Πιο μπλαβιές και πιο φουσκωμένες από ποτέ, οι σακούλες κάτω από τα μάτια του είχαν αποκτήσει και νέες δίπλες. Η Άννα στάθηκε για λίγο στην πόρτα. Ο Λούρια έμοιαζε με ταριχευμένο πτώμα, κάτι μέσα της αντέδρασε.
Σελ. 128: Είχε το πρόσωπο μιας ραβίνισσας αριστοκράτισσας, χλομή, με κλασική μύτη, τεράστια γκρίζα μάτια με πράσινες αποχρώσεις κι ένα λαιμό που η γυναικεία ωρίμανσή του δεν είχε μειώσει τη λευκότητά του.
Σελ. 141-142: Στο γκέτο υπήρχε ένας θρήσκος Εβραίος, που δεν έπαυε να απαγγέλλει ψαλμούς. Έσυραν ολόκληρη την οικογένειά του στους φούρνους, αυτός όμως ζάρωσε σε κάποια τρύπα και εξακολούθησε να προσεύχεται και να μελετά από μνήμης. Τη δικαιολογία την ξέρεις: Ο Θεός ξέρει τι κάνει. Αμαρτήσαμε. Επί μήνες καθόταν σ’ εκείνο το κελάρι με μερικούς άλλους Εβραίους, που πέθαιναν από την πείνα. Και μια μέρα, ξαφνικά, άρπαξε τα φυλακτήρια του και τα έκανε κομμάτια. Τα έφτυσε, τα ποδοπάτησε και φώναξε: Θεέ, δε θέλω να σε υπηρετώ πια! Είσαι χειρότερος από τον Χίτλερ! Δε χρειάζομαι ούτε εσένα ούτε τον Άλλο σου τον Κόσμο! Έτσι, τα κατάστρεψε όλα – το κροσσωτό τελετουργικό του εσώρουχο και το προσευχητάρι του, όλα, όλα. Μετά βγήκε από το κρησφύγετό του και παραδόθηκε στους ναζί.
Σελ. 153-154: Εκείνο το πρωί όλα τής φαίνονταν παλιά, ξεθωριασμένα, καταπιεστικά: ο κάθε διαβάτης, το κάθε αυτοκίνητο, το κάθε κτήριο. Τα λουλούδια στα ανθοπωλεία ήταν άψυχα. Τα ψάρια πάνω στον πάγκο είχαν ματωμένα λέπια και ανέκφραστα μάτια. Οι γυναίκες περπατούσαν βαριά με παγωμένες μπότες, οι άντρες φορούσαν τεράστιες γαλότσες.
Σελ. 189: Στην έξαψη του πάθους τους, ο Γκρέιν ένιωθε την αλαζονική περηφάνια του ανθρώπινου είδους, του homo sapiens, που σερνόταν έξω από τη σπηλιά και χειραγωγούσε όλες τις κρυφές δυνάμεις της φύσης για να εξυπηρετήσουν αυτόν και τις ανάγκες του.
Σελ. 198: Η θάλασσα άστραφτε στα κενά ανάμεσα στα θεόρατα ξενοδοχεία, καθαρή, πράσινη, γυαλιστερή και ήρεμη σαν κοσμικό φως νέον. Ένα λευκό πλοίο έπλεε επάνω της σαν αντικείμενο σκηνικού της όπερας. Ο οδηγός του ταξί οδηγούσε τραγουδώντας.
Σελ. 318: Να του δώσω ένα δολάριο; Όχι, παραείναι πολύ. Άλλωστε τι νόημα έχουν όλες αυτές οι καλές πράξεις; Κι οι Εβραίοι της Ευρώπης είχαν δώσει ελεημοσύνες –και με το παραπάνω.
Σελ. 382: Καθώς ανέβαινε τις σκάλες, τον συνόδευαν σκέψεις θανάτου. Πόσοι απ’ τους ανθρώπους που ανέβηκαν αυτές τις σκάλες όλα αυτά τα χρόνια είναι τώρα νεκροί; Εκατομμύρια πόδια που περπάτησαν εδώ τώρα σαπίζουν μέσα στη γη. Σίγουρα όμως θα έχουν αφήσει κάπου ένα ίχνος. Ένα λαγωνικό μπορεί να ανιχνεύσει την οσμή από τα ίχνη των βημάτων ακόμα και μέρες μετά, επομένως μπορεί και να υπάρχει κάποιο είδος δύναμης που χρόνια μετά να μπορεί να αναγνωρίσει τα βήματα στις σκάλες αυτές.
Σελ. 459: Είναι αλήθεια ότι βρίσκω τη ζωή ανιαρή, αλλά δεν μπορώ να υπηρετήσω ένα Θεό που δεν προσφέρει ούτε μια απόδειξη είτε ότι χρειάζεται τις υπηρεσίες μου είτε ότι δίνει την παραμικρή σημασία στα ανθρώπινα όντα. Αφού ο Θεός είναι αποφασισμένος να παραμείνει αιώνια σιωπηλός, δεν Του οφείλω τίποτε.
Σελ. 558: «δεν μπορώ πια να μιλάω ειλικρινά.» «Κι εσύ; Νόμιζα πως εσύ τουλάχιστον είχες βρει τον εαυτό σου.»
Σελ. 601: Ώστε τέτοια είναι η ανθρωπότητα; Τέτοια είναι η ζωή; Αυτός είναι ο κομουνισμός; Αλλά η Σύλβια ήξερε να μη φωνάζει. Δεν υπήρχε κανείς στον οποίο να μπορούσε να φωνάξει. Δεν υπήρχε ούτε Θεός, ούτε δικαιοσύνη, ούτε σχέδιο, ούτε στόχος. Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να κοπανάνε το κεφάλι τους στον τοίχο, τους πηγαίνουν στο τρελοκομείο.
Σελ. 668: Κλείνοντας το ένα μάτι, κοίταξε με το άλλο τον Κότικ. Το πρόσωπό του έμοιαζε να στάζει αίμα και ήταν παράξενα συνοφρυωμένος, σαν να αγωνιζόταν να δει κάτι στον ύπνο του. Ένα τεθλασμένο αυλάκι χάραζε το μέτωπό του κι οι άκρες των ματιών του ήταν ζαρωμένες από τις ρυτίδες. Μέσα στη νύχτα είχαν φυτρώσει τα γένια του κι εδώ κι εκεί έβλεπες άσπρες κηλίδες. Για κάποιο λόγο τής θύμιζε θύμα δολοφονίας. Πιθανόν έτσι έμοιαζαν οι Εβραίοι τους οποίους εξολόθρευσε ο Χίτλερ.
Σελ. 708: Έχω παραμείνει (το 99 τοις εκατό του εαυτού μου) ένα άγριο θηρίο, ένας άνθρωπος του υποκόσμου. Όμως έχω δέσει το θηρίο με τις δερμάτινες λουρίδες των φυλακτηρίων μου και τα νήματα των τελετουργικών κροσσιών μου. Ακόμα και η τίγρη δεν μπορεί να δαγκώσει όταν είναι δεμένη και χαλιναγωγημένη. Αυτή είναι η εβραϊκότητα.
[Ισαάκ Μπάσεβις Σίγκερ: Σκιές στον ποταμό Χάντσον, μυθιστόρημα, μετάφραση Σάρα Μπενβενίστε, εκδόσεις Καστανιώτη –εικοστός αιώνας, 2000, σελ. 721.]