Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Τελετουργίες.

Athens Voice, 15-11-2014.
image













Τα δημόσια πρόσωπα, επιφανή λίγο ή πολύ, αξιολογούνται στον καιρό τους όχι τόσο από τη δράση ή το έργο τους, όσο, και ιδίως σε καίριες στιγμές της σταδιοδρομίας τους, από την οικονομία στην έκφραση ή την παρουσία τους. Εξ ου και στα απολυταρχικά καθεστώτα η άκρα αυστηρότητα και επιμέλεια προκειμένου να σκηνοθετηθεί η δημόσια θέαση του μονάρχη και του επιτελείου του, με στολές, με τελετουργικές πομπές, με πρωτόκολλα. Μ’ όλα τούτα εξυφαίνεται η πλέον σοβαρή διάσταση του μύθου του: ο ηγέτης και η κουστωδία του είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι του χρόνου τους, άρα και του χρόνου πέρα από τους ίδιους, επομένως είναι διαρκείς και ακατάλυτοι.
Βέβαια, μετά το Διαφωτισμό, στα δυτικά συνταγματικά πολιτεύματα τουλάχιστον, και ιδίως από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα με τη ραγδαία ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, οι τελετουργίες απλοποιήθηκαν, έγιναν σχεδόν αδιόρατες, αλλά και γι’ αυτό κατά πολύ δυσκολότερες για τους ενδιαφερόμενους.
Πόσο πιο δύσκολο, φέρ’ ειπείν, για ένα σημερινό συνταγματικό μονάρχη κρατώντας ψηλά το κεφάλι ως εάν φορούσε κάποιο διάδημα και με την έγνοια για το όποιο κύρος της εξουσίας του, να απευθυνθεί στους πολίτες του με τηλεοπτικό διάγγελμα. Μαζί με την κάμερα στέκεται αντίκρυ του, στην απόσταση του ενός μέτρου, και ο τελευταίος… υπήκοός του. Και από τόσο κοντά, θνητοί απέναντι σε θνητό, υπήκοοι δε γίνεται να παραμείνουν οι πολλοί ούτε βασιλιάς ο στημένος. Κι ένας ελάχιστος μορφασμός, μία ανεπαίσθητη χειρονομία, ένα πλάγιο δειλό βλέμμα ή ένας αμήχανος σπασμός των βλεφάρων αρκούν, και ο βασιλεύς εκπίπτει, δεν είναι πια παρά σύμβολο, μία μαριονέτα παρωχημένων θεσμών.
Τις σκέψεις αυτές τις έκανα παρατηρώντας σε εξώφυλλα λαϊκών περιοδικών του ’60 στην έξοχη έκθεση που επιμελήθηκε ο Νίκος Βατόπουλος, (Αθήνα. Το πνεύμα του ’60: Μια πρωτεύουσα αλλάζει / Ελληνοαμερικανική Ένωση), την Αλίκη Βουγιουκλάκη με ή χωρίς τον Παπαμιχαήλ, γνήσιους πρίγκιπες της ελαφρολαϊκής αισιοδοξίας τότε, και σε άλλα εξώφυλλα τον Κωνσταντίνο με ή χωρίς την Άννα Μαρία, -τόσο λάθος, τόσο καρικατούρες και βασιλιάδων και λαϊκών ινδαλμάτων.
Βεβαίως, ετούτες οι άχαρες σύγχρονες τελετουργίες που είναι λιγότερο ή καθόλου τελετές, περισσότερο πούρα προπαγάνδα ή και οι περιβόητες στον κόσμο των πολιτικάντηδων επικοινωνιακές τακτικές, εντέλει αφήνουν την κρίσιμη ώρα ανυπεράσπιστο το δημόσιο πρόσωπο. Αν έχει έμφυτη και καλλιεργημένη την ικανότητα να αντιδρά καίρια και με οικονομία, θα σωθεί, αλλιώς, αναπόδραστα θα εκτεθεί, -που είναι και η δύναμη της δημοκρατίας: κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να αποφεύγει εσαεί το δημόσιο έλεγχο. Η μνήμη μας είναι γεμάτη από θεσπέσια ανάλογα… ενσταντανέ. Ποιο να πρωτοθυμηθούμε; Τον Ανδρέα Παπανδρέου στη σκάλα της προσγείωσης να καλεί με νεύμα από το εσωτερικό του αεροπλάνου τη Δήμητρα Λιάνη μετά το Χέρφιλντ, και για να μην απομακρυνθώ από τη μοιραία οικογένεια, τον πρωτότοκό του στο λιμανάκι του Καστελλόριζου, να μην το πιστεύεις πόση πολλή έλλειψη οικονομίας, πόσο πολύ νερόβραστο lifestyle την πιο κρίσιμη στιγμή της μεταπολεμικής ζωής αυτής της πολύπαθης χώρας;
Οι Έλληνες αισθηματολογούμε στα ζητήματα της καθημερινής ζωής, ηθικολογούμε στα ευρύτερα πολιτικά, από μία άποψη αρνούμαστε συστηματικά τη λογική, τον ορθό λόγο, στους ποικίλους θεσμούς του βίου μας. Αυτό επιμένουμε να το ονομάζουμε πολιτιστική διαφορά με τη δύση και άλλες στομφώδεις καθ’ ημάς μπούρδες, παραβλέποντας την κακοδιοίκηση, την ασχήμια, την κακή ποιότητα της ζωής που αναπόφευκτα σωρεύει. Και είναι εύλογο, όταν εκλείπει ο ορθός λόγος, η κοινωνική ζωή να μην εκλαμβάνεται ως ιστορικός χρόνος και στίβος της πολιτικής, αλλά ως μια διαδοχή τελετουργιών.
Ένα καλό τέτοιο παράδειγμα υπήρξε η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας από μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Ήταν οι αόρατοι και άτεγκτοι τιμωροί, οι υπερασπιστές των λαϊκών δικαίων. Ούτε τότε ούτε τώρα αντιλαμβάνεται η πλειονότητα έννοιες όπως ανθρώπινα δικαιώματα, το αναφαίρετο της ζωής, τη διάκριση των εξουσιών. Τους τρομοκράτες τούς απαξίωσε η τελετουργία της σταδιακής δημόσιας αποκάλυψης του ενός μετά τον άλλο, αφότου έσκασε η βόμβα στα χέρια του Σάββα Ξηρού. Μα δεν ήταν παρά κυρίως μια φαμίλια παπαδοπαίδια με δυσκολίες ενηλικίωσης. Τίποτε το ιδιαίτερα διαφορετικό. Ξεφούσκωσε τόσο ο μύθος τους αφ’ ης στιγμής τούς παρέλαβε η δημοσιότητα, που είναι πιθανότερο να ακούσει κανείς σήμερα το «Πού είσαι, Παπαδόπουλε» παρά το «Α, ρε, 17 Νοέμβρη που σας χρειάζεται», ακόμα και ανάμεσα σε αγανακτισμένους, πολλώ μάλλον ανάμεσα στους επίσης πολυάριθμους ψεκασμένους, θολούς δεξιούς ετούτους.
Και μια και το ’φερε ο συνειρμός στη βόμβα και στα χέρια του Σάββα Ξηρού, κι όλα δείχνουν πως μετά την εσωτερική κατάρρευση (αδυναμία μείωσης εξόδων, είσπραξης εσόδων, ασφαλιστικό κ.λπ.) αργά ή γρήγορα η ελληνική οικονομία με τη σειρά της θα σκάσει στα χέρια κάποιου, (που για λόγους δραματουργικής συνέπειας ή ιστορικής δικαιοσύνης, νομίζω, οφείλουν να είναι χέρια ηθικού αυτουργού της χρεοκοπίας που ζούμε, χέρια ηγέτη της αριστεράς δηλαδή), μας μέλλονται, θαρρώ, τελετουργίες με πολύ σασπένς.
Οι δεξιοί ξέραμε πώς θα τις παίρνανε πίσω τις λαϊκίστικες αποκοτιές, περίπου σαν κάτι γόνοι καλών οικογενειών που παράστησαν στις αλάνες τους νταήδες: λίγο θα ’γερναν το κεφάλι, θα ’κλειναν τα βλέφαρα, κάπως θα μαλάκωναν τη φωνή, μέσες άκρες θα σοβαρεύονταν. Ποιος εξεπλάγη, πραγματικά; Θα είναι το ίδιο, άραγε, για τους λεβέντες της αριστεράς; Όταν ολόκληρος είσαι η οίηση αυτού που κατέχει τη μόνη αλήθεια, εκείνου που ξιφουλκεί κατά παντός, που δεν ορρωδεί προ ουδενός, και άλλα τέτοια καλλιεπή, όταν θα σκάσει στα χέρια σου η ολίγη (εναπομείνασα) ευμάρεια των ψηφοφόρων σου, να σε δω πώς θα σκύβεις το κεφάλι πάνω από το αμαξίδιο του Σόιμπλε, μ’ όλες τις συνήθεις μικροπολιτικές στρεψοδικίες, με τι λόγια, εντούτοις, θα ομολογήσεις συντριμμένος την αδήριτη πραγματικότητα, να δω το καμπούριασμα, τους γερμένους ώμους, να δω στα μάτια τον περισπασμό από σκέψεις άλλες κάτω απ’ τα λόγια, να δω τα δάχτυλα των χεριών, ανάερα εκεί στα πλάγια της εικόνας να σχηματίζουν τις χειρονομίες της εσχάτης αμηχανίας, ν’ ακούσω τους σπασμένους φθόγγους.
Όλα θα τα ζήσουμε, καλοί μου φίλοι. Υγεία να έχουμε και αντοχή στις αντιξοότητες. Όλα, σαν μια μακριά και συναρπαστική διαδοχή τελετουργιών.
Υ.Γ. Πριν από τρεις μήνες συντάσσοντας το βιογραφικό για το τελευταίο μου βιβλίο, μαζί με τις ελάχιστες τέσσερις πληροφορίες (χρονολογία γέννησης, σπουδές, δύο προηγούμενοι τίτλοι βιβλίων), σημείωσα και το ότι «από τις αρχές του 2013 δημοσιεύει άρθρα του στη Φωνή της Αθήνας (Athens Voice)», με την επίγνωση πως ως συγγραφέας με τη συνεργασία μου αυτή και ιδιαίτερα σε τούτα τα περίεργα χρόνια μόνο τιμή κληροδοτώ στα έργα μου. Όλοι, δημοσιογράφοι, συνεργάτες, αναγνώστες, θα ρθει καιρός που θα νιώθουμε πολλή περηφάνια για τη Φωνή της Αθήνας. Έτσι ιδωμένος ο πρόσφατος εμπρησμός στα γραφεία της είναι ακόμα ένας προπομπός αυτής της περηφάνιας και της τιμής.

Το τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Νικολή, «Ο Δανιήλ πάει στη θάλασσα», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».
image