Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Το τρολάρισμα, η φάρσα, η ειρωνεία.

Το τρολάρισμα, η φάρσα, η ειρωνεία

image

















Athens Voice, 4/6/2016.
(Και ενώ καλοκαιριάτικα βροντάει, αστράφτει και επίκειται ακραία φοροκαταιγίδα, επιτρέψτε μου ένα μικρό αισθηματικό περισπασμό, λίγο σκόρπισμα του μυαλού στην περιοχή για την οποία ερίζουν η ρητορική και η αισθητική.)
Το τρολ, η τρολιά ή το τρολάρισμα είναι νεολογισμοί προερχόμενοι από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από το διαδίκτυο σωστότερα. Ενώ το τρολ έχει μάλλον αρνητική σημασία, το τρολάρισμα μπορεί κάποτε να πάρει και θετική. Τρολ είναι αυτός που παρεμβαίνει προβοκατόρικα σε μία διαδικτυακή επικοινωνία με πρόθεση να τη βλάψει. Που μπορεί να επιτίθεται συστηματικά με σχόλια σε ηλεκτρονικά μέσα –καλή ώρα-, ή σε ιστολόγια (blogs), εξ ου κι η φράση «τα τρολ» -κι ακόμα πιο επικριτικά- «τα έμμισθα τρολ του ενός ή του άλλου κόμματος». Ωστόσο, ενδέχεται και να τρολάρει κανείς στα όρια της φάρσας διακωμωδώντας δοξασίες (η περίπτωση του Γέροντα Παστίτσιου), ή παρωδώντας, ή και πιο εκλεπτυσμένα, με τον τρόπο της ειρωνείας –την ειρωνεία, όμως, όπως την ορίζουμε στην περιοχή της αισθητικής, στη λογοτεχνία, στην τέχνη.

Το τρολάρισμα – ειρωνεία είναι μορφή λεπτότατης παρωδίας: όλα βρίσκονται στη θέση τους, αλλά κάπως κουνημένα. Τόσο, ώστε να ψυλλιαστούμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Όταν κάποιος διατυπώνει μία φράση και είναι αμφίβολο το αν και πόσο συμφωνεί με το περιεχόμενό της ή και με ένα αδιόρατο γελάκι την υπονομεύει πλήρως. Περνάνε ελάχιστα λεπτά και ο συνομιλητής δοκιμάζει με τη σειρά του θαρρετότερα ένα χαμόγελο, ή αν η επικοινωνία είναι διαδικτυακή σκάει ένα «Χα,χα» ή το ομόλογο κίτρινο ίχνος ή και ευθέως την ερώτηση: «τρολάρεις τώρα;». Εντυπωσιάζει η ταχύτητα που κάτι τέτοιο γίνεται αντιληπτό, βεβαίως εξαρτάται και από την ευφυΐα ή το μορφωτικό επίπεδο των συζητητών. Δεν πας να ειρωνευτείς, για παράδειγμα, την αντρίλα σε τσάτινγκ ελληναράδων ούτε σε τοίχο όπου συζητάνε τίποτε αριστεροί να γράψεις: «Να υπερασπιστούμε τον 55άρη συνταξιούχο του ΟΤΕ με τα 2.700 ευρώ το μήνα», κι αν το τολμήσεις στο πιτς φιτίλι θα μαζεύεις τις e-λεμονόκουπες τύπου «ψόφος», «άι και…, φασίστα φιλελέ» κ.τ.ό. (και τα όμοια). Από την άλλη, δεν είναι ν’ απορεί κανείς που το ειρωνικό τρολάρισμα τελευταία βρίσκεται σε μεγάλη άνθηση. Ο πολιτικός λόγος δεν είχε πάρει ποτέ άλλοτε τόσο φρικτό διαζύγιο από το περιεχόμενό του.
Υπάρχει εντούτοις και το αυτο-τρολάρισμα. Που μου ’λεγε φίλος εκπαιδευτικός, «Δεν εξηγείται, αυτο-τρολάρονται. Προτείνουν τετρατάξιο γυμνάσιο και διτάξιο λύκειο. Νομίζουν όλα τα σχολικά συγκροτήματα είναι τύπου Γκράβας; Θα επεκτείνουν κτηριακά τα υπόλοιπα γυμνάσια ή θα φτιάξουν παραρτήματα γυμνασίων στα κτήρια των λυκείων; Και ανάμεσα σε άλλα γλυκερά, να θεσμοθετηθεί, λέει, τι; Η «εφημερίδα του σχολείου» -θυμάσαι το «εφημεριδάκι» ντάλα δεκαετία του ’70;» και γέλαγε, «πρόσεξε, όμως, και επειδή δεν τους διαφεύγει ότι βρισκόμαστε στην εποχή του ίντερνετ, να καθοριστεί, λέει, «και αντίστοιχη ηλεκτρονική σελίδα»!». Όντως, είτε το κάνουν επίτηδες, είτε πιάσανε την κουβέντα και ξεχαστήκανε στο 1975 -πότε περάσανε σαράντα χρόνια…-, σε κάθε περίπτωση αυτο-τρολάρονται.
Αλλά και πέρα από τα χαριτωμένα, αξίζει να παρατηρήσει κανείς πως, ενώ την ειρωνεία – τρολάρισμα στην καθημερινή επικοινωνία, ιδιωτική ή δημόσια, την αντιλαμβάνονται σχετικά πολλοί και με εντυπωσιακή ταχύτητα, η ειρωνεία στην τέχνη, αντίθετα, γίνεται πολύ σπάνια κατανοητή. Ο Φλομπέρ για το σπουδαίο απ’ αυτή την άποψη, και κύκνειο μυθιστόρημά του, το «Μπουβάρ και Πεκυσέ», (ο ίδιος το χαρακτήριζε «ένα είδος κριτικής εγκυκλοπαίδειας σε φάρσα»), σε γράμμα του είχε σημειώσει τη φράση: «ο αναγνώστης δε θα μάθει ποτέ αν τον κοροϊδεύουν ή όχι». Ακούγεται σαν συγγραφικό καπρίτσιο –το μόνο που δεν είναι. Πρόκειται για αμφισημία που αποτελεί την πεμπτουσία της λογοτεχνικής ειρωνείας. Ο λόγος των ανθρώπων εκφράζει τόσο τεθλασμένα την ύπαρξη ή την αλήθεια του αισθηματικού τους βίου, που εύλογα ο δημιουργός ή τον υπονομεύει, ή τον αφήνει να αιωρείται αβέβαιος, αμφίβολος. Το ίδιο ισχύει και για όποια εξωλογοτεχνική σκέψη παρεισφρέει στην αφήγηση, και που μπορεί να προσιδιάζει στη φιλοσοφία, στις επιστήμες ή ακόμα χειρότερα στη ρητορική. Η ειρωνεία τότε δεν κάνει άλλο από το να υπενθυμίζει πως όλα ετούτα, έτσι σκόρπια στη ζωή και στην τέχνη, δεν είναι παρά προσωπεία και πόζες.
Ένα καλό τέτοιο παράδειγμα, «Ο Δαρείος» του Καβάφη: οι παλινωδίες, οι υπολογισμοί, οι δισταγμοί του καιροσκόπου αυλικού ποιητή Φερνάζη. Η «ποιητική ιδέα» του που «πάει κι έρχεται» ανάλογα με το πού ισορροπεί η εξουσία στην αυλή. Πόσο λίγη θα ήταν, βέβαια, η καβαφική ποίηση δίχως την ειρωνεία της. Και όμως ακόμα και στις φιλολογικές σχολές θα βρείτε ελάχιστους που την κατανοούν πραγματικά –εννοώ μεταξύ των διδασκόντων. Και το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Μεγάλοι της ειρωνείας, ο Πορτογάλος Φερνάντο Πεσσόα, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Πολωνοεβραίος Ισαάκ Μπάσεβις Σίγκερ, ο Γκορ Βιντάλ, να αναφέρω μερικούς που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό, σπάνια εξαίρονται γι’ αυτή την πιο ακριβή από τις αρετές του έργου τους. Ακόμα και στον κινηματογράφο, και σε εύληπτες περιπτώσεις, στις ταινίες του Αλμοδόβαρ φέρ’ ειπείν, πόσο συχνό (όσο λεπτότερες οι αποχρώσεις της παρωδίας μελοδράματος στην οποία επιδίδεται) άλλοι από τους θεατές εδώ κι εκεί στην αίθουσα να γελούν, και για την ίδια σκηνή οι περισσότεροι, έτοιμοι να δακρύσουν, ενοχλημένοι να φωνάζουν το «Σσς, σιωπή».
Φαίνεται πως η αισθητική αγωγή είναι η δυσκολότερη από τις συνιστώσες αυτού που ονομάζουμε παιδεία. Και για να επιστρέψω στην καθαυτό πολιτική, είναι γνωστή η σχέση του Ελευθέριου Βενιζέλου με την Πηνελόπη Δέλτα, τον Νίκο Καζαντζάκη, το θέατρο, διανοουμένους και καλλιτέχνες του καιρού του, δεδομένη και η φιλολογική του επάρκεια, άλλωστε. Θυμάμαι σε ντοκιμαντέρ, μάλλον για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τη σύζυγό του, Ιωάννα Σεφεριάδου - Τσάτσου, αδελφή του Γιώργου Σεφέρη, να λέει για το νεαρό επαρχιώτη βουλευτή Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον άλλον μεγάλο του εικοστού αιώνα, πόσο επιδίωκε τη συντροφιά τους. Συνήθεια, να πλαισιώνεται από διακεκριμένους των τεχνών και των γραμμάτων, που διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Προφανώς η προσωπικότητα ενός κυβερνήτη συντίθεται από δεξιότητες πολλές, έμφυτες και επίκτητες, αλλά κάτι μού λέει, όπως και για καθέναν ασχέτως δραστηριότητας, η αισθητική καλλιέργεια φωτίζει και εδώ τη διάσταση του βάθους.
Υ.Γ. Μιλώντας για την ειρωνεία στο δημόσιο λόγο, θα ήτανε παράλειψη να μην αναφέρω τον μετρ του είδους, αρθρογράφο της Καθημερινής, Στέφανο Κασιμάτη. Και δεν πρέπει να είμαστε λίγοι όσοι τού χρωστάμε μέρος της ψυχραιμίας μας αυτά τα μίζερα χρόνια της χρεωκοπίας.

(Φωτογραφία: Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933) στο σαλόνι του σπιτιού του.)