Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Τα μεγάλα κεφάλια.

Τα μεγάλα κεφάλια

image

















Athens Voice, 25/6/2016.
Τις μέρες της κρίσης στα Ίμια (τέλος Ιανουαρίου 1996), ένας τζαμάς κάτι μού έφτιαχνε στο σπίτι, δεν ήμουν τριάντα έξι, εκείνος γύρω στα είκοσι πέντε, οι βραχονησίδες των Ιμίων είναι ορατές από την Κω, κάθε τόσο μάς τρύπαγε τ’ αυτιά ο διαπεραστικός ήχος από πολεμικά αεροπλάνα που σχίζανε τον ουρανό, παρόλο που εξοικειωμένοι παραμεθόριοι, το πράγμα έμοιαζε ανεξέλεγκτο, ο νεαρός εργάτης έκανε τη δουλειά του συλλογισμένος, λίγο πριν την τελειώσει ζήτησε τη γνώμη μου για το πού θα πήγαινε το πράγμα, του έδωσα κάποια απάντηση, στην πόρτα γύρισε περίσκεπτος, «Να δούμε τι θα πούνε και τα μεγάλα κεφάλια στην Αθήνα». Θυμάμαι, καθώς τον ξέβγαζα, να τον μακαρίζω. Ναι, ο «περιορισμένων οριζόντων», -ό,τι τέλος πάντων εννοούμε με το «λαϊκός άνθρωπος»-, είχε κάποτε όχι μόνο ταπεινότητα, αλλά και την αφέλεια να πιστεύει πως κάπου και σε τούτη δω τη χώρα υπήρχε μια γερουσία σοφών που αποτιμούσε ή που διαχειριζόταν τα λεγόμενα εθνικά συμφέροντα.
Έκτοτε αναλογίζομαι συχνά το στιγμιότυπο. Δεν ξέρω για τον συγκεκριμένο, πάντως ο τύπος στον οποίο καταχωριζόταν ο τζαμάς με τα χρόνια μετακινήθηκε στο αντίθετο άκρο, του δοκησίσοφου, του ξερόλα. Έχει άποψη για όλα και πώς όχι, όταν βλέπει τη χαρακτηριστική άνεση με την οποία το κάνει ο κάθε απίθανος άσχετος στο δημόσιο χώρο, έως και τη νεοελληνική αποθέωση του οξύμωρου, το είδος που τελευταία βάλθηκε να διασύρεται αφ’ εαυτού, κάτι καθηγητάδες πανεπιστημίου συγκαταλεγόμενους στους κυβερνώντες, ανίκανους να σχηματίσουν έναν έστω επαγωγικό συλλογισμό. Όλοι τους ανεμίζοντας τις ίδιες εθνολαϊκιστικές, συνωμοσιολογικές κοινοτοπίες. Για τις τράπεζες, την παλιά πολιτική τάξη, τους τοκογλύφους εταίρους, τον αφόρητο καπιταλισμό οπωσδήποτε, ή το σύγχρονο σκιάχτρο του, το νεοφιλελευθερισμό. Τόσο σχηματικά, τόσο μανιχαϊστικά, που τριακόσιες λέξεις να αριθμεί το λεξιλόγιο του εκάστοτε τζαμά, αρκούν για να τους μιμηθεί, για να καμώνεται κι αυτός τον επαΐοντα, τι να του πούνε ύστερα και ποια «μεγάλα κεφάλια».


Και το 1996 είναι ήδη αργά στη διαδικασία που οδηγούσε τμήματα του πληθυσμού, ιδίως από τις παρυφές της μεσαίας τάξης, σ’ ένα είδος «πνευματικής χειραφέτησης», που δεν είναι παρά μορφή έκλυσης ανορθολογικής αισθηματολογίας και που συνδέεται με συμπεριφορές βίαιου όχλου. Μορφωμένος, όχι καλλιεργημένος (που είναι πιο σύνθετη έννοια), δεν είναι αυτός που σωρεύει πληροφορίες, αλλ’ αυτός που ξέρει τι δεν ξέρει. Στο πανεπιστήμιο όσοι μάθαμε κάτι, τύχαμε δηλαδή σ’ έναν - δυο καλούς δασκάλους, μάθαμε πότε και πώς μαθαίνουμε αυτό το κάτι. Ούτε μπορεί, βέβαια, να έχει ο καθένας άποψη για την ασφάλεια των πτήσεων ή για τα ειδικά ζητήματα της παγκόσμιας οικονομίας σήμερα.
Λεπτές διακρίσεις εννοιών και πολύ εύκολα παρεξηγήσιμες. Οι παλιότεροι διδασκόμαστε τόνους και πνεύματα στην τρίτη δημοτικού. Αρκετοί από τους μαθητές της εποχής εκείνης δε συνέχιζαν στο γυμνάσιο γιατί ήταν απλώς ανεπίδεκτοι στην ορθογραφία, κυρίως στον τονισμό, «άρα δεν ήταν για τα γράμματα». Σκληρά χρόνια, κανένας δεν τα νοσταλγεί. Αρχές του 2000, όμως, στο άλλο άκρο, ο ίδιος ως φροντιστής έβλεπα μαθητές που με δυσκολία και περισσότερο αποστηθίζοντας κατάφερναν μια περισπωμένη, και εντούτοις να εισάγονται στο φιλολογικό της φιλοσοφικής, εκεί δηλαδή που θα χρειαζόταν για τις ανάγκες των σπουδών τους, του κριτικού υπομνήματος φέρ’ ειπείν, να διακρίνουν βαρείες, οξείες, υπογεγραμμένες, τους σπάνιους από τους άπαξ τύπους λέξεων, εν γένει να παρατηρούν στοιχεία και να συνδυάζουν με πολύ περισσότερη οξυδέρκεια γνώσεις. Στις φουρνιές που ερχόντουσαν από το γυμνάσιο στην Α’ λυκείου δίχως ποτέ να διδαχτούν αρχαία, με εντυπωσίαζε το εξής: οι κανόνες τονισμού, ελάχιστη συνδυαστική σκέψη δηλαδή, (μαζί με τη φωνολογική ερμηνεία του μουσικού τονισμού) γίνονταν κατανοητοί από ορισμένους μαθητές στα πρώτα δέκα λεπτά της παράδοσης, από περισσότερους στα επόμενα είκοσι, όμως υπήρχαν και εκείνοι που αδυνατούσαν να τους μάθουν πραγματικά ίσαμε και το τέλος της Γ’ λυκείου. Όχι μόνο στη γραμματική, αλλά και σε όποιο άλλο γνωστικό αντικείμενο, χάρη στο παπαγάλισμα (τη μεγάλη σοσιαλιστική οδό προς τον «εξισωτισμό»), το αν θα σπούδαζαν νομικά ή φιλολογίες θα εξαρτιόταν όλο και λιγότερο από την ευφυΐα.
Και το άκρον άωτον της ισοπέδωσης, -ειλικρινά καμιά νεοελληνική εικόνα μετά το 1981 δε με στοιχειώνει περισσότερο: αριστούχοι, ευφυείς μαθητές Γ’ λυκείου, για να σπουδάσουν στις ιατρικές ή στα πολυτεχνεία, για να πάρουν στα γραπτά τους το άριστα, να αναγκάζονται να παπαγαλίζουν ορισμούς φυσικής ή χημείας ή και ασκήσεις, συχνά άντρες και γυναίκες σχηματισμένοι πλήρως πια, περασμένα μεσάνυκτα να «λένε απέξω το μάθημα» στις μανάδες τους, απόφοιτες κλασικών παλιών λυκείων ενίοτε εκείνες και να μην καταλαβαίνουν εννοείται τίποτε, απλώς να τους κρατάνε το βιβλίο για να ελέγχουν την κατά λέξη απομνημόνευση.
Και το πράγμα κατάντησε θλιβερή παρωδία εκπαίδευσης. Ανοίγουν οι μαθητές τα λυσάρια στα πόδια τους κάτω από τα θρανία, και ο εκπαιδευτικός – με – τη – σειρά – του - κι – αυτός παπαγάλος να μην παραλλάζει ούτε «και», όχι μόνο στη μετάφραση, αλλά και στην ανάλυση του κειμένου, καμιά φορά μαζεύουν και σκονάκια πεσμένα κάτω από την έδρα. Και όχι μόνο των φιλολόγων. Αν καλλιεργείται κάτι στη σύγχρονη εκπαίδευση είναι κυρίως η άκριτη πρόσληψη των πληροφοριών, δηλαδή η αδυναμία ελέγχου και διαχείρισής τους.
Για να αντιληφθούμε πόσο κακή υπήρξε η αστικοποίηση των τελευταίων τριάντα πέντε χρόνων, αρκεί να αναρωτηθούμε σε κάθε σχολείο πόσοι οι πραγματικοί δάσκαλοι, πόσοι οι ανεπαρκείς ή κακοί μίμοι τους, το ίδιο για κάθε νοσοκομείο οι γιατροί, ή για άλλη υπηρεσία οι υπάλληλοι. Και όχι πολύ λιγότερο ανάμεσα σε ελεύθερους επαγγελματίες (με την τεράστια διαφορά, ωστόσο, πως οι τελευταίοι δεν αμείβονται από τους φόρους μας). Μου έλεγε φίλος καλός γιατρός, «Για περιστατικά ρουτίνας οι ασθενείς πάνε και σε γιατρούς που δεν τους εμπιστεύονται, με τη λογική «δε βαριέσαι, να δουλέψουν και αυτοί οι καημένοι», σε μένα έρχονται όταν το πράγμα σοβαρέψει, μόνο που δεν είναι πάντα σε θέση να διακρίνουν πραγματικά τη σοβαρότητα, και όχι σπάνια καθυστερούν μοιραία». Είναι το κομμάτι του πληθυσμού, που κάποτε αβασάνιστα, όμως από το δικό του «ένστικτο αυτοσυντήρησης», θα προτιμούσε ακόμα και την πλήρη καταστροφή, το χάος της Βενεζουέλας παραδείγματος χάρη, παρά να ξαναμπούν, έστω στο περίπου, αξίες και άνθρωποι στη θέση τους.
Τον εγχώριο εκτροχιασμό τον θυμόμαστε. Από τα ηρωικά χρόνια του αυθεντικού εθνολαϊκισμού της δεκαετίας του ’80 ως την άλλη πασοκαρία, της λαϊκής δεξιάς, τον καταλυτικό στην έξαρση του λαϊκισμού ρόλο των ιδιωτικών καναλιών μετά το ’90, την οικονομική φούσκα της προηγούμενης δεκαετίας και τις παρενέργειές της στη συνείδηση και τις συμπεριφορές του καθένα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που εύλογα και νεοελληνικά παράγουν και αυτά περισσότερο θόρυβο και ισοπέδωση παρά ατομική έκφραση, και πάει λέγοντας. Το 2015 ήτανε η χρονιά (θα το συνειδητοποιήσουμε με τον καιρό) κατά την οποία στη συλλογική συνείδησή μας οι έννοιες κοινωνία και λογική πήραν διαζύγιο. Αυτό που έξοχα απέδωσε με το σκίτσο του ο Αρκάς: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. ΧΑΣΑΜΕ.
Το μόνο να μας παρηγορεί, παρόλο που εφιαλτικό στην προοπτική του, ότι ανάλογα φαινόμενα συμβαίνουν και στον υπόλοιπο, τον κατεξοχήν δυτικό κόσμο. Οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, το προχτεσινό δημοψήφισμα στη Μεγάλη Βρετανία, τα εθνολαϊκιστικά κόμματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Μεγάλα κομμάτια πληθυσμού αδιαφορούν πεισματικά για τις γνώμες όχι μόνο των ελίτ, αλλά και των ειδημόνων, συμπεριφέρονται σαν αφιονισμένος όχλος με αυτοκτονικές τάσεις, αφήνονται σε φοβικά σύνδρομα και συνωμοσιολογίες. Τις προάλλες παρά τρίχα στις προεδρικές της Αυστρίας, στο Η.Β. ήδη πλειοψήφησαν, επαπειλούνται αλυσιδωτά πολλά συναφή απονενοημένα.
Στο μεσοπόλεμο Έλληνες φοιτητές διαδήλωναν ζητώντας από τον Βενιζέλο να κάνει δικτατορία. Κοινωνίες με εκλογές είτε με κοινοβουλευτικές διαδικασίες παραδίνονταν σε δικτάτορες (Μουσολίνι, Χίτλερ, Φράγκο, Σαλαζάρ, στο δικό μας Μεταξά) ή φλέρταραν με ό,τι φρικιαστικότερο γέννησε η Ιστορία, τον κομμουνισμό. Χρειάστηκαν οι εκατόμβες των κρεματορίων, της Σιβηρίας, της κινεζικής πολιτιστικής επανάστασης, για να συνειδητοποιήσουμε τα θεμελιώδη του Διαφωτισμού: τη διάκριση των εξουσιών και το αναφαίρετο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τι άραγε συμβαίνει σήμερα και πάει να αμφισβητηθεί το ίδιο το βάθρο της νεωτερικής σκέψης: η εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη λογική; Η αναγκαία πεποίθηση αλλά και προϋπόθεση των θεσμών ή των αξιών μας, ότι οι συλλογικές δράσεις υπακούουν σε κριτήρια ορθολογικά; Αν αμφισβητηθεί η λαϊκή ετυμηγορία, πώς θα οριστεί η λαϊκή κυριαρχία, η δημοκρατία;
Από την άλλη, το 2015 υπήρξε η πιο ευοίωνη χρονιά στην ανθρώπινη ιστορία. Παρά τα επτάμισι δισεκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού, η φτώχεια βρέθηκε στα χαμηλότερα ποτέ επίπεδα (σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας το ποσοστό της ακραίας φτώχειας υποχώρησε κάτω και από το 10%). Ξέρουμε επίσης πως η μεσαία τάξη στις αναδυόμενες οικονομίες συνεχίζει να επεκτείνεται με εκρηκτικούς ρυθμούς. Το μεγάλο τελευταίο laissez faire,η περίφημη και κατασυκοφαντημένη παγκοσμιοποίηση κάνει τη δουλειά της φαίνεται, αυξαίνει την ευημερία και τον πλούτο στον πλανήτη. Και ίσως εδώ βρίσκεται το κλειδί. Ο κόσμος αλλάζει, κι εμείς οι ποικίλως βολεμένοι σε παρωχημένες βεβαιότητες πρέπει να προσαρμοστούμε στις αλλαγές του. Μακάρι δίχως να χρειαστεί να ενδώσουμε, έστω πρόσκαιρα, σε μορφές της βαρβαρότητας.