Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Απουλήιος: Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις.

Ο Απουλήιος, γόνος εύπορης οικογένειας, γεννήθηκε γύρω στο 125 μ.Χ. στα Μάδαυρα της Αφρικής, στο Μ ’Νταουρούς της σημερινής Αλγερίας. Τις ανώτερες σπουδές ρητορικής (που σήμαινε φιλολογία, φιλοσοφία και τέχνη του λόγου) τις έκανε στην Καρχηδόνα, αλλά όπως λέει και ο ίδιος για τον ίδιο λόγο ταξίδεψε και στην Αθήνα και στη Ρώμη. Η γνώση της ρητορικής επέτρεπε την πρόσβαση στη διοίκηση και στην πολιτική ή άνοιγε το δρόμο για σταδιοδρομία δικηγόρου. Μετά το θάνατο του πατέρα του, που κατείχε ένα από τα ύπατα δικαστικά αξιώματα της γενέθλιας πόλης, κληρονόμησε μία καθόλα σεβαστή περιουσία, επίσης τον διαδέχτηκε στα καθήκοντά του.
Ο Απουλήιος έγραψε τις Μεταμορφώσεις περί το 161 μ.Χ., σε ηλικία περίπου 35 χρόνων.
Τις ανέπτυξε στο γνωστό καμβά του Λούκιος ἢ ὄνος, όμως σε μεγαλύτερη έκταση, με πολλές εμβόλιμες ιστορίες όπως του Έρωτα και της Ψυχής και με διαφορετικό φινάλε εδώ ο Λούκιος δεν ανακτά την ανθρώπινη μορφή του τρώγοντας τριαντάφυλλα στο θέατρο, αλλά σε τελετή προς τιμήν της Ίσιδας -βέβαια πάλι σε δημόσιο χώρο. Και στις δύο αυτές, μεγαλύτερες από τις υπόλοιπες αφηγήσεις – παρεκβάσεις από τον αρχικό καμβά, (Έρως και Ψυχή και τελετουργία στην Ίσιδα), νομίζω και στις άλλες, η σύνδεση δε είναι πάντοτε οργανική στην όλη ροή του κειμένου, ακόμα και, όπως στην ιστορία του Έρωτα και Ψυχής, για την οποία μάλιστα ο αφηγηματικός χρόνος που διατίθεται είναι περίπου δύο από τα έντεκα συνολικά κεφάλαια – βιβλία, παρά τη ζωντάνια και την αξία της παρέκβασης καθ’ αυτήν, εντούτοις μοιάζει σχεδόν άσχετη με τα προηγούμενα και τα επόμενα, και εντελώς αψυχολόγητη για τον αφηγητή της, τη σκληρή γριά δούλα στο λημέρι των ληστών εν προκειμένω.
Δεν ξέρω αν επιβάρυνε την εντύπωσή μου η παλιά και όχι ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση που ξεσκαλίζοντας βρήκα στη βιβλιοθήκη μου, πάντως οι Μεταμορφώσεις μού φάνηκαν κατώτερο στην οικονομία του κείμενο από το Λούκιος ἢ ὄνος. Γι’ αυτόν ωστόσο που αποθησαυρίζει πληροφορίες του καθημερινού ιδιωτικού βίου των αυτοκρατορικών χρόνων -και τέτοιες θα βρει εύλογα όχι λίγες- η αξία του Χρυσού γάιδαρου μπορεί να μην είναι αμελητέα.       
Ένα μικρό απόσπασμα, ενδεικτικό του γλαφυρού ύφους: όταν ο Λούκιος ανακτά την ανθρώπινη μορφή του (Βιβλίο Ενδέκατο, παράγραφος 13):
Ο αρχιερέας τότε ενθυμούμενος, όπως αποδείχθηκε, το νυχτερινό χρησμό σταματά αμέσως κι απλώνει το χέρι με τα τριαντάφυλλα μπρος στο στόμα μου. Συγκινημένος, με τρεμούλιασμα και καρδιοχτύπι, αρπώ δίχως χρονοτριβή το στεφάνι εκείνο με τα ωραιότατα τριαντάφυλλα και το καταβροχθίζω. Και η θεία υπόσχεση δεν ήταν μάταιη: στη στιγμή άρχισε να εξαφανίζεται η κτηνώδικη και αηδής μορφή μου. Πρώτα πέφτει το τρίχωμα∙ έπειτα το χοντρό μου δέρμα λεπτύνεται, η μεγάλη μου κοιλιά μου συμμαζεύεται, οι χηλές μου χωρίζονται σε δάχτυλα, τα χέρια απόχτησαν τις ιδιότητές τους, ο σβέρκος μου ορθώνεται και μικραίνει, το πρόσωπο και το κεφάλι μου στρογγυλεύουν, τα μακριά μου αυτιά ξαναποχτούν τη φυσικότητά τους, τα πελώρια δόντια μου μικραίνουν και γίνονται ανθρώπινα και η βρομοουρά εκείνη, που μ’ έφερνε σε απελπισία, εξαφανίστηκε.


(Κεραμικά πιάτα τοίχου από τον Γιάννη Δημητράκη.)

[Απουλήιος, Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις, μετάφραση από τον ανώνυμο της έκδοσης «Γραμμάτων» Αλεξανδρείας 1927, σε επιμέλεια Αριστείδη Αϊβαλιώτη, εκδόσεις Νεφέλη, 1982, σελ. 291]