Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Μήπως δεν ήταν παρά οφθαλμαπάτη / Προδημοσίευση στην Κλεψύδρα / Ο θάνατος του μισθοφόρου.

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Αντώνη Νικολή "Ο θάνατος του μισθοφόρου" στο ΚΛΕΨΥΔΡΑ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, τεύχος 10.

Δύο μέρες μετὰ τὸ γεῦμα στοὺς γονεῖς του, κατευθυνόμενος πρὸς τὸ σπίτι τοῦ Παναγιώτη, ἀπ’ τὸ πολὺ σάστισμα λίγο ἔλειψε νὰ τὰ δώσει στὸ χαντάκι τοῦ δρόμου. Πέρναγε ἔξω ἀπὸ χτῆμα πολλῶν στρεμμάτων σπαρμένο μὲ βίκο, ὁδηγοῦσε ἀφηρημένος, τὰ κυκλικὰ ποτιστικὰ ἔκλειναν αὐτόματα ἐκείνη τὴν ὥρα, οἱ ἀκτίνες τοῦ νεροῦ ἀραίωναν καὶ μίκραινε ἡ διάμετρός τους, μεσημέρι καὶ μὲ τὴ θερμοκρασία στοὺς 30 βαθμοὺς κελσίου, ἔσυρε τὸ βλέμμα στὴν πράσινη χλοερὴ ἔκταση μὲ τοὺς πολλοὺς μικροὺς πίδακες ἀλλὰ στὸ ἀκρότατο σημεῖο τῆς ματιᾶς του κάτι κινούμενο θὰ τὸν ἀποσποῦσε, ξανακοίταξε: παράλληλα πρὸς τὴν ξερολιθιὰ τοῦ χωραφιοῦ ἕνα μαῦρο ἄλογο μὲ τὸν καβαλάρη του ποὺ ἔμοιαζε ἀγέρωχος, μπορεῖ κάποιος ἐκπαιδευτὴς ἱππασίας, γνώριζε ἕναν παλιότερα στὴ βορειοδυτικὴ τουριστικὴ παραλία τῆς πόλης, μόνο ποὺ ὅσο τὸν κοίταζε τόσο προσηλωνόταν στὴν κοψιά του, πιὸ πολὺ στὴν κάμψη τοῦ αὐχένα, στιγμὴ τὴ στιγμὴ ἀναγνώριζε ἕνα σκαρὶ οἰκεῖο, ναί, ἦταν αὐτουνοῦ –μὰ εἶναι δυνατόν!–, τὸ κορμὶ τοῦ Γιούρι, μὰ ναί, τοῦ Γιούρι. Δίχως νὰ καλοδεῖ μπροστά του, δίχως ἄλλες σκέψεις, φρέναρε ἀκαριαῖα, πετάχτηκε ἔξω ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο, ἔτρεχε διασχίζοντας τὸ βρεμένο χῶμα, τὰ παπούτσια του κολλάγανε καὶ βάραιναν ἀπὸ τὴ λάσπη, φώναζε μὲ προοδευτικὰ πιὸ δυνατὴ φωνή, ξελαρυγγιζόταν:
«Γιούρι, Γιούρι, Γιούρι!»

Στιγμιαῖα ἀναρωτήθηκε μήπως ἔσφαλλε, μήπως δὲν ἦταν παρὰ ὀφθαλμαπάτη του ὁ… ἱππέας Γιούρι. Ὅμως, ὄχι, ὄχι, καὶ νά ποὺ ἀνταποκρινόταν. Σὲ ἀπόσταση κάπου διακόσια μέτρα, συγκρατοῦσε τὰ ἡνία τοῦ ἀλόγου, τὸ ἀκινητοποιοῦσε, ὕστερα γύρναγε πρὸς τὴ μεριὰ ἐκείνου ποὺ τὸν φώναζε.
«Γιούρι, Γιούρι, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Ἠλίας…»
Κάλπαζε τώρα ἀργὰ πρὸς τὸ μέρος του, ἐκεῖνος πάλι γιατὶ ἔνιωθε τὸ κολλῶδες χῶμα στὰ μοκασίνια του ἔσκυψε, στριφογύρισε τὰ πόδια, εἶχαν πιτσιλιστεῖ μὲ λάσπες τὰ μπατζάκια του ἴσαμε τὰ γόνατα, ὀπισθοχωροῦσε πρὸς τὴν ξερὴ περίμετρο τοῦ χωραφιοῦ. Τὸν περίμενε.
«Ποῦ πῆγες, μωρέ Γιούρι…»
Πλησίαζε μ’ ἕνα συγκαταβατικὸ χαμόγελο.
«Ποῦ χάθηκες…» μίλαγε, δὲ νοοῦσε τί τοῦ ἔλεγε, τὸν χάζευε, δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Τὸ ἄλογο, ἕνα μεγαλόσωμο καὶ μυῶδες μαῦρο μὲ ἀστέρι, μὲ ἄσπρο ρόμβο στὸ κούτελο, μὲ τὴν κεφαλαριά, τὴ στομίδα, τὴ σέλα μὲ τὸ γκρίζο ὑπόσαγμα, τὸ ἔποχο στὴν κοιλιά του, ὁ ἱππέας ἐπίσης ἐπιβλητικός, μὲ τὶς ψηλὲς μπότες στοὺς ἀναβολεῖς, τὶς ἀρτάνες κατεβασμένες ὣς χαμηλὰ στὰ πλευρὰ τῆς κοιλιᾶς τοῦ ζώου, τὴν κιλότα, τὴν ἀθλητικὴ φανέλα, καπέλο – μόνο τὸ γεῖσο του, μὲ τὸ λοφίο τῶν μαλλιῶν του σπρωγμένο πίσω ἀπὸ τὸ διάδημα, ζῶο καὶ καβαλάρης εἰκόνα τρισδιάστατη ἀλλὰ καὶ ὁλοζώντανη, τοὺς ὀσφραινόταν – δὲ διέκρινε τί ἀπὸ τὴ μυρωδιὰ ἀνῆκε στὸ ζῶο, τί στὴ σέλα, τί στὸν ἀναβάτη.
«Δὲν εἶδες τόσες κλήσεις μου, Γιούρι, ἐδῶ καὶ μέρες…» δὲ συγκρατοῦσε ἀπορία καὶ παράπονο.
Συνέχιζε νὰ χαμογελάει. «Ναί, ναί, Ἠλία, τί κάνεις.»

«Γιατί δὲν ἔστειλες ἕνα μήνυμα, κάτι… Πῶς ἔγραψες στὰ Ἀρχαῖα, τουλάχιστον…»
«Ναί, ναί. Ἔχεις δίκιο. Ἔγραψα, ἔγραψα… Ἐσὺ εἶσαι καλά;»
«Καλὰ εἶμαι! Γιατί δὲ μοῦ λές;»
«Τί;»
Ἔχανε τὸν εἱρμό του, μίλαγε ὁλότελα σαστισμένος. «Δὲν τὸ πιστεύω… Ἅμα σοῦ πῶ σὲ ἔβλεπα στὸν ὕπνο μου πάνω σὲ ἄλογα…»
«Ναί, μωρέ, ἡ κοπελιὰ ἑνὸς φίλου ἀσχολεῖται ἐκεῖ… στὸν ἱππικὸ ὅμιλο… Κοίτα, θὰ σοῦ τηλεφωνοῦσα… – ἀλλὰ δὲ σοῦ εἶπα, μέχρι τὶς δεκατέσσερις ἔχω ἐξετάσεις;» Ἔστρεφε τὸ ἄλογο πρὸς τὸ δρόμο, κινοῦσε να φύγει. «Τὰ λέμε, ἔ;» Χαιρετοῦσε μὲ νεῦμα καὶ μὲ τὸ δικό του χαμόγελο σὲ μάτια καὶ σὲ στόμα.
Ὁ Ἠλίας τὸν κοίταζε ν’ ἀπομακρύνεται, εἶχε μείνει ἄφωνος. Σχημάτισε καθυστερημένα τὴν ἐρώτηση, πρόλαβε νὰ τὴν ψιθυρίσει μόνο: «Μὰ δεκατέσσερις εἶναι μεθαύριο κιόλας – ἀντιμεθαύριο, Παρασκευή, ἂς ποῦμε, εἶσαι ἐλεύθερος;» Καὶ θά ’μενε ἀκινητοποιημένος ἑωσότου ἄλογο καὶ ἱππέας καμιὰ διακοσαριὰ μέτρα παρακάτω θὰ ἔστριβαν καὶ θὰ χάνονταν πίσω ἀπὸ κυπαρίσσια καὶ ἐξοχικά, μᾶλλον κατευθυνόμενοι πρὸς τὴν Παναγιὰ τὴ Σιντριανή. Ἔτριψε τὰ παπούτσια του στὸ χορτάρι καὶ σὲ μιὰ-δυὸ αἰχμηρὲς πέτρες, δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει, νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ἀλλὰ πόσο πιὰ νὰ ταπεινωθεῖ, μεμφόταν τὸν ἑαυτό του ποὺ δὲν τὸν ρώτησε πολὺ συγκεκριμένα πράγματα, ἂς ποῦμε ποῦ τρώει, ἂν τρώει κάπου ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἢ ποῦ πηγαίνει γιὰ καφὲ ἢ γιὰ κολύμπι, ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιος τοῦ ἔλεγε ὅτι ὅλο ἐτοῦτο δὲν ἦταν παρὰ ἕνα ἀποκύημα τῆς φαντασίας του, μπορεῖ καὶ νὰ συμφωνοῦσε, πράγματι, τόσο ἀναπάντεχα, ἀπροσδόκητα, νὰ συναντοῦσε τὸν ἔφιππο μισθοφόρο τοῦ μυαλοῦ του, τὴν προβολὴ τοῦ Ἅι Γιώργη –κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς Μερόπης– στὸ ἀσυνείδητό του, αἴφνης, ἐκεῖ, καταμεσῆς τοῦ πουθενά, μπροστά του… Κάθιζε ξανὰ στὸ αὐτοκίνητο, ἄλλαζε διάθεση, δὲ θὰ πήγαινε τελικὰ στὸν ἀδελφό του, κάτι θὰ προφασιζόταν, ἐπέστρεψε σπίτι του.

[Το μυθιστόρημα "Ο θάνατος του μισθοφόρου" γράφτηκε από το χειμώνα του 2012 ως και την άνοιξη του 2015.]


Ακόμα δύο προδημοσιεύσεις, στις Στάχτες (1, 2).