Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Στην Κρήτη –είκοσι χρόνια μετά την πρώτη φορά.



Ήτανε αργά το απόγευμα μιας από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1997, με πολλές ώρες καθυστέρηση αράζαμε στο λιμάνι της Σητείας. Ταξίδευα με πλοίο, για να μεταφέρω το τότε αυτοκινητάκι μου, ένα Clio Renault. Το πλοίο το λέγανε Romilda, ξεκίναγε από Αλεξανδρούπολη, άγονη γραμμή, μετά την Κω έπιανε Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο (Διαφάνι και Πηγάδια), Κάσο, κατέληγε Σητεία. Θυμάμαι τη στιγμή που από την μπουκαπόρτα στην αποβάθρα έψαχνα την πρώτη εντύπωση της κοντινότερης σε μας κρητικής πόλης, σούρουπο, όλα τα θυμάμαι αμυδρά βέβαια, αλλά και δεν ξέρω γιατί ή από ποιους άδηλους συνειρμούς τη Σητεία θα την έδενα από τότε με την Κω του ’60. 
Ταξίδι προς την Κρήτη που επανέλαβα και το 1998 και το 2000, και που θύμιζε τα φοιτητικά καλοκαίρια του ’80 με τα σλίπινγκ μπαγκ, τους υπνόσακους και τις σκηνές, στις παραλίες των παρθένων ακόμα Κυκλάδων. Πάνω - κάτω, θάλασσες βουνά χωριά πόλεις, στη δίχως όρια στις αντιθέσεις μεγαλόνησο, κι όπου μας έβγαζε το τέλος της μέρας, παίρναμε από το αυτοκινητάκι – ντουλάπα τα χρειώδη, νοικιάζαμε για ένα βράδυ κάποιο δωμάτιο, αρκούσε να έχει καθαρά σεντόνια και μπάνιο.

Από το 2013, και πάλι, αδιαλείπτως μία φορά το χρόνο, όμως την Κρήτη την επισκέπτομαι αλλιώς πια, κατ’ αρχάς φιλοξενούμενος.
Νομίζω δεν υπάρχει Δωδεκανήσιος να μην έχει ρίζα κρητική, και περιοχές Κρητικά υπάρχουν στις πόλεις των νησιών μας, θαρρώ όλων. Δύο από τους παππεπίπαππούς μου (παππούδες παππούδων ή πατεράδες προπαππούδων) ήτανε Κρητικοί, του ενός μάλιστα γνωρίζω την ακριβή καταγωγή και το ονοματεπώνυμο: από τα Σφακιά, Σπύρος Γρυπάρης. Ήρθε στην Κω, μάλλον για να αποφύγει κάποια βεντέτα, παντρεύτηκε τη Φροσύνη Χατζηνικόλογλου (το επίθετο εξελληνίστηκε περαιτέρω αργότερα σε Χατζηνικολάου) -εγγονή της και αδελφή της γιαγιάς μου, και νονά μου, η Φροσύνη (Γεωργιάδου – Δερνίκα). Ο μπάρμπα Σπύρος έκτιζε σπίτια κι έφτιαχνε γεφύρια. Το αμπελάκι που του δόθηκε προίκα, μεταβιβασμένο στην κόρη του κι από κείνην στη νονά μου, περιήλθε σε μένα, εδώ βρίσκεται το σπίτι μου, αλλά κι εδώ σώζεται ακόμη το εξοχικό πυργάκι τους (του Σφακιανού μπάρμπα Σπύρου και της προ – προγιαγιάς Φροσύνης), στο οποίο -προσαρμοσμένο βέβαια στις ανάγκες του μυθιστορήματος- διαδραματίζεται «Ο θάνατος του μισθοφόρου».  
Η Κρήτη είναι μεγάλη, ιδιαίτερη, με φυσικό τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς και δύναμης.
Φέτος, δεν αποκλείεται λόγω των είκοσι χρόνων από το αρχικό εκείνο ταξίδι, ή και που συχνά βυθίζομαι, κάπως να χωρέσουν στο μυαλό μου όσα ανεκδιήγητα μας συμβαίνουν την τελευταία περίπου τριετία, ενδεχομένως να ευθύνεται και η ηλικία, μπορεί και η λειτουργία η ίδια της μνήμης, η νοσταλγία επίσης, πότε στη μια ή στην άλλη πυκνότητα αναπολήσεις, σαν κάτι έγχρωμα κυματιστά ρευστά σε γυάλινα διάφανα δοχεία, ίσως ο ήρωας του σε εξέλιξη μυθιστορήματός μου και τα δικά του ενίοτε σφοδρά συναισθήματα, τις δύο και κάτι πρώτες εβδομάδες αυτού του Σεπτεμβρίου στην Κρήτη νιώθω να τις αποθησαυρίζω ήδη με ασυνήθιστη ένταση και ταχύτητα. Αλλά όχι εδώ. Όπως προσπάθησα να εξηγήσω και άλλοτε, οι συγγραφείς δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλούμε βιώματα που προορίζονται για την τέχνη μας φλυαρώντας δημόσια εδώ ή εκεί.




(Μάταλα, Φαιστός, Σεπτέμβριος 2017.)

[Για την Κρήτη παλιότερες αναρτήσεις 1, 2, 3, 4, 5, 6.]